Η Επαίτις της Βιζύης

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἀτθίδες Αὖραι
Συγγραφέας:
Η ΕΠΑΙΤΗΣ ΤΗΣ ΒΙΖΥΗΣ.


Τῆς Θρᾴκης τὰ χωριὰ πολλά,
σὰν τὴν Βιζώ, κανένα,
μὲ γειτονειὰ στὰ χαμηλά,
ποῦ Πλάτσα τήνε λένα.
Στῆς Πλάτσας τὴν ἀγελαριὰ
μιὰ πέτρα, ’να κοτρῶνι·
δίπλα στὴν πέτρα μιὰ γρῃὰ
τὴν φούχτα της ἁπλόνει:
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!—

Ἀνεμοζάλαις τὴν χτυποῦν,
φουρτούναις τήνε δέρνουν·
καὶ τὰ φακιόλια της ἀρποῦν,
καὶ τὰ μαλιά της σέρνουν.
Μά, σὰν τὴν πέτρ’ αὐτὴ στεριά,
δὲν σειέται, δὲν σαλεύει,

μόνο θλιμμένα καὶ βαριὰ
τὰ χείλη γαργαλεύει:
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!-

Ἡ θλίψη ἔσκαψε πολλὰ
στὴν ὄψη της αὐλάκια,
ποῦ τῆς ἐρρεῦσαν τὰ θολὰ
ποτάμι’ ἀπ’ τὰ ’ματάκια.
Ἐχάλασε, κ’ ἔχει σταθῆ
τοῦ νοῦ της τ’ ὡρολόγι.
Στὸ καύκαλό του τὸ βαθὺ
γυρνοῦν μόνον οἱ λόγοι:
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!

Σὰν λυσσιασμένα τὰ σκυλιὰ
’χυμήσανε, ’προφθάξαν!
Σὰν ’φίδια ’μπῆκαν στὴν φωλιὰ
καὶ μοῦ τὴν ἐρημάξαν!
Σὰν κουκουβάγια μοναχή,
ποῦ μέσ’ στὸν κάμπο κλαίει,

μ’ ἀφῆκαν ’μένα τὴν φτωχὴ
χωρὶς ψωμὶ καὶ στέγη!
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν’ ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!

Ἐμπρός μου εἶδα ἡ ὀρφανὴ
τὧνά μου παλληκάρι,
πῶς ’σπαρταροῦσε, σὰν ἀρνὶ
’μπροστὰ στὸν μακελλάρη!
Τ’ ἄλλο τοὺς Τούρκους κυνηγεῖ,
σὰν θαρρετὸ ξαφτέρι...
Μιὰ σφαῖρα τὤρριψε στὴν γῆ
μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι!...
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν’ ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!

Χωρὶς θυμιάμα καὶ κερί,
χωρὶς παππᾶ καὶ διάκο,
ἔσκαψα μόν’ ἡ θλιβερὴ
στὸν κῆπό μ’ ἕνα λάκκο...
Δυὸ μ’ ἐσκοτῶσαν τὰ σκυλιά,
τὰ δυό μου τ’ ἀγοράκια·

μά, τρία ’θάψαν ἀγκαλιὰ
τὰ χέρια μ’ ἀδερφάκια!
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!

Τὴν κόρη ’θέλαν μοναχὴ
γερὴ νὰ τὴν ἁρπάξουν·
νὰ τῆς μολέψουν τὴν ψυχὴ
τὴν πίστη της ν’ ἀλλάξουν!
Ποιανοῦ βαστᾷ ποτε καρδιά,
ποιὰ μάνα τὸ ’πομένει,
νὰ διῇ ’σφαγμένα δυὸ παιδιά,
μιὰ κόρη τουρκεμμένη;
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν’ ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!

Βοήθεια ἡ κόρη μὲ ζητᾷ,
βοήθεια μὲ γυρεύει!
Μὲ τὸ θεριὸ ποῦ τὴν κρατᾷ
τοῦ κάκου πιὰ παλεύει!
“Ὤ, μάνα! Τρέξε στὴν στιγμὴ
καὶ γλύτωσ’ μ’ ἀπ’ τὸ κρῖμα!

Παρὰ γερὴ χωρὶς τιμή,
κάλλιο μ’ αὐτὴ στὸ μνῆμα!»
—Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν ἄσπρο καὶ σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!

Σὰν μαχαιριαίς οὶ λόγ’ αὐτοὶ
τὰ σπλάχνα μοῦ σπαράζουν.
Οἱ σπαραγμοί μ’ οἱ δυνατοὶ
τὰ σίδερά μου σπάζουν.
Ὁ νοῦς μου μ’ ἔχει ’νταλωθῇ·
γαῖμα παντοῦ ’ξανοίγω...
Τοῦ γυιοῦ μ’ ἁρπάζω τὸ σπαθὶ
στὰ στήθη της τὸ ’μπήγω!—
. . . . . . .
. . . . . . .
. . . . . . .
. . . . . . .
Ἐδῶ, τῆς πνίγει τὴν φωνὴ
τῆς λύπης τὸ ποτάμι·
καὶ μιὰ τρεμούλα τὴν κλονεῖ,
σὰν ξέβαθο καλάμι!
Κι’ ὥρα πολλὴ μέν’ ἡ γρῃὰ
μὲ κρεμαστὸ κεφάλι

καὶ μὲ νεκρόχλωμη θωριά,
καὶ δὲν τολμᾷ νὰ ψάλῃ:
Ὤ, δῶστε μ’ εὔσπλαχνη καρδιὰ
ἕν ἄσπρο καί σ’ ἐμένα,
νὰ μνημονέψω τὰ παιδιά,
ποῦ μ’ ἔχουν ’σκοτωμένα!