Η Γιαλλούρα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Γιαλλούρα
Συγγραφέας: Δημήτρης Λιπέρτης


-- Βρα Γιαλλουρού, άκου, φακκούν. -- Μανά, εν το καπρέτιν
Το γέριμον τζ΄είν το σ΄οιρίν,
Τζι άμα πεινάσει νακκουρίν,
Κάμνει το σπίτιν φέττιν.

-- Μμα, κόρη, ττακκουρούν πολλά. -- Εν τ'αππαρίν αλώπως
Τζ΄ είν το συζίνιν τζιαί διψά,
Σκαλίζει τζιαί πορτοκλωτσά
Τζιαί σσ΄ειέται πκιόν ο τόπος.

-- Κόρη, ψίχου τζι εβ βούριστρον. -- Εν το ταυρίν σιούρου
Τζι εσ σύγκοντα η κατσελλού
Πων την εσσ΄οινιασες αλλού
Τζι έβαλεν την πωβούρου.

-- Τούτον εν πλάσμαν, ττακκουρά. -- Ούσσου πκιον τζιαί φοούμαι.
Μεν τζι έν το ζώδκιον του σπιδκιού
Του γέρημου τ' αλακαδκιού·
Βρίξε πκιόν τζι έν τζ΄ οιμούμαι.

Εβριξεν η μανούλλα της ....... Τζι εθώρες την γιαλλούραν
Να σ΄ονοστεί μεσ' την αυλήν
Τζιαί μάτσ΄ου μάτσ΄ου πκιόν φιλίν
Με τζ΄ είνον που 'ττακκούραν.

Πάνω σε τζ΄ είν την σταλαμήν που κρούζει τζι ανασταίννει
Την μιάν τζιαί την αληθινήν
Τρεμουσ΄ασμένην μιάφ φωνήν
Ακουσεν να ξεβαίννει.

-- Α, που να σ' έχω στοθ Θεόν, κόρη μ', αγκαλεμένην·
Εν τούτος ζώδκιον τζι αππαρίν
Τζιαί το σ΄οιρίν τζιαί το ταυρίν
Που σ' έσ΄ αγκαλιασμένην;