Ημερολόγιο Κωνσταντίνου Μπέλλιου

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ημερολόγιο (1836–1837)
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Βέλλιος
Δερματόδετο βιβλίο με 482 πυκνογραμμένες σελίδες «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» Γ΄ (Αθήνα 1910).


Το παρόν κείμενο παρατίθεται αποσπασματικά ή του λείπουν τμήματα.
Μπορείτε να βοηθήσετε τη Βικιθήκη εντόπίζοντας την πηγή του και συμπληρώνοντάς το.

άφιξη στην Πάτρα
1 2 Δεκεμβρίου 1836, Παρασκευή
Πλήρης χαράς..., συνάζοντες τα πράγματά μας εισήλθομεν εις το πλοίον και εν ριπή οφθαλμού εφθάσαμεν εις Πάτρας, κονεύσαντες εις το ξενοδοχείο του Νικολάου Καλιγιέρη από την Τζιρίγγον· ξενοδοχείον το πλέον αχρειέστατον οπού ημπορεί να υπάρχει εις τον κόσμον, καίτοι εν των καλυτέρων νομιζόμενον. Οποίον σπίτι, οποία κατάστασις! Μήτε το αναγκαιότερον πράγμα είς έναν οντά δέν είχεν, χρείαν δηλ. μήτε θύραν, μήτε παράθυρον δεν εσφαλνούσε, ήτον κατοικητήριον του αιόλου και μ΄όν τούτο έπρεπε να πληρώσω την ημέραν ενοίκιον 8 δραχμάς (μία δραχμή ποιεί 21 καραντάνι αργυρούν) και για τρία δυστυχυσμένα φαγητά, κακορρίζικα μαγειρευμένα προς 4 δραχμάς ο άνθρωπος. Εκ τούτων και εξ άλλων πολλών ετρόμαξα την ακρίβειαν της Ελλάδος και την κακοήθειαν προς το άδικον κέρδος και την αρπαγήν των ανθρώπων και μάλιστα των ληστών ξενοδόχων.

Τα οσπήτια των Αθηνών
2 17 Δεκεμβρίου, Σάββατον
Τα οσπήτια των Αθηνών, άπερ εις διάστημα ολίγου καιρού έγιναν, εκατασκευάσθησαν ουχί μόνον με βίαν και άκραν οικονομίαν, μέ λάσπαις και ξύλα και με ασβέστην ασπρισμένα, αλλά και δια αισχροκέρδειαν, δια να δίδουν τοις δεσπόταις αυτών ειισόδημα 20 και 25 εις τα εκατόν, χωρίς να σκεφθούν οι ανόητοι ότι μήτε πέντε χρόνους δεν θέλουν διατηρηθεί, πρέπει να γκρεμισθούν, ότι οι τοίχοι τους μόλις 5 δακτύλων ψόντρος έχουν. Σπήτια κτισμένα άνευ αρχιτεκτονικής και άνευ αρμοδίας διαιρέσεως από τεχνίτας αμαθείς και των κανόνων της τέχνης υστερημένοι. Τα σανίδια του επιπέδου των κατατρυπημένα και ανώμαλα. δάκτυλα ημπορούν να διέλθουν· και το χείριστον, μήτε εις το επίπεδον μήτε εις το ταβάνι χώμα δεν έβαλον και δια τούτο όλοι οι άνεμοι διαπερνούν ακωλύτως και το καλοκαίρι πιθανόν και οι ακτίνες του ηλίου κατακαίουν τους κατοικούντας αυτά. Μήτε φούρνους έχουν, αλλά μήτε γωνίας, τα περισσότερα εξ αυτών μεταχειρίζονται κάρβουνα εις μαγκάλια δια να θερμαίνουν δια μερικάς στιγμάς τον δια των θυρών και παραθυρίων εισερχόμενον άνεμον και ψύχραν. Ολίγα σπίτια, ίσως δέκα ή δεκαπέντε να είναι εἰς κατάστασιν να κατοικήσει άνθρωπος, οπού εἰς τον πολιτισμένον κόσμον έζησε.
Όλοι οι δρόμοι των Αθηνών φέρουν ονομασίας λαμπράς, ήγουν οδός Αιόλου, οδός Ερμού, οδός Αθηνάς και καθεξής. Οι περισσότεροι όμως αυτών αλιθώστρωτοι και όταν βρέχει πρέπει τινά με εγειρομένας ποδιαίς των φορεμάτων του να περιπατεί ως ο κύριος Λευκίας [ιατρός] με βρεμένα βρακία. Οι λεγόμενοι λιθόστρωτοι είναι λίαν ανώμαλοι οι λίθοι, ριγμένοι ένθεν κακείθεν, ως ήσαν επί τουρκοκρατίας, φέρουν πόνους και κεντήματα εἰς τους πόδας των περιπατούντων και πρέπει τινάς με άκραν προσοχήν να οδεύει. Η διοίκισις παντελώς δεν εφρόντισε δια διόρθωσιν αυτών, αλλά μήτε δια δρόμους δια τα πέριξ των Αθηνών και δια την κοινωνίαν με τα πλέον πλησία μέρη. Ο μόνος δρόμος τον οποίον η διοίκησις εποίησεν είναι ο του Πειραιά, μιας ώρας διάστημα.


Ο κόμης Άρμανσπεργ
3 10 Ιανουαρίου, Τρίτη.
Εἰς τάς 6 ώρας κινήσας επήγα εἰς το σπήτι του Άρμνσπεργκ, όπου κατά πρώτην φοράν επήγα. Ο υπηρέτης της πόρτας του όμως μοι είπεν ότι αυτού είναι το γραμματείον του, τό δε καθολικό οσπίτιον του είναι το δεύτερον όπου και τρώγει και κοιμάται. Επήγα λοιπόν εις αυτό το σπίτι, ανέβηκα επάνω, εμβαίνων εις το κατάλυμα, όπου η γυνή του και αι δύο κόραις του εκάθοντο πεμπιλώνοντας χρωματιστά μανδύλια της μύτης. εκεί ηύρον και τον Μισαήλ, διδάσκαλον του βασιλέως και τον Γεννάδιον, διδάσκαλον της Σχολής των Αθηνών. Μετά πολλάς ομιλίας μετά των γυναικών και εξαιρέτως ερωτήσεις από Βιέννης και περί Βιέννης ιδού εισέρχεται και ο ίδιος, μοί δίδει το χέρι του και μοι λέγει ότι χαίρεται ποιών την γνωριμίαν μου. Είπον κι γώ μερικαίς τζερεμόνιαις και μετά τινων λεπτών δίδουσά μοι η αρχόντισσά του τον βραχίονα εκινήθημεν προς την σάλαν της τραπέζης, καθήμενος εγώ πλησίον της κοντέσσης και υπανδρευμένης κόρης της, ήτις λίαν ωράία και ηδύα εστί. Μεταξύ ταύτη τη συνδιαλέξει έρχεται ο Καντακουζηνός, ο γαμπρός του, δρομαίος μέσα και λέγει ότι όλη η Αθήνα είναι εις κίνησιν προς τον Πειραιά, όπου και κανόνια ρίπτονται, διότι ο βασιλεύς επρόφθασεν. Όλοι τρέχουν προς τα παράθυρα, γίνεται άκρα σιωπή και μάλιστα παρά του Άρμνσπέργκ, δια να ακούσωμεν βροντήν κανονίων. Ενώ ο λαός πρό μηνών ανησυχεί καί μέ ορθόν λόγον ταράττεται καί μάλιστα διότι τρεις άνθρωποι του βασιλέως από χολόρροιαν ήθνηκαν. Δεν ηξεύρω τί μπορούσε να συμβεί αν εἰς έν Εθρωπαϊκόν λαόν εφέρετο η διοίκησις ω φέρεται ενταύθα. Και πάλιν κατηγορείται τό έθνος αυτό ως φιλοτάραχον. Το αδικούν μεγάλως οι ούτω φρονούντες και λαλούντες.
Ο κόμης Άρμανσπεργκ είναι ψηλός εἰς το άνάστημα του σώματος του και λιγνός, η ηλικία του φαίνεται 55 έως 60 χρονών· όλον τό εξωτερικόν του και ο τρόπος του δεν τόν δεικνύουν δια τόσον κακόν άνθρωπον, ως πολλοί φωνάζουν.

Ο Λοχαγός Νικόλαος Πιερράκος
4 23 Ιανουαρίου, Δευτέρα
Ήλθεν ύστερον και ο ωραίος στρατιώτης Σπαρτιάτης ο Λοχαγός Ν. Πιερράκος πρός επίσκεψίν μου, ... Μοί είπεν περί του Τουρκοφάγου Νικήτα ότι έχει χρείαν αργυρίων προς καλλιέργειαν των κτημάτων του και ότι μη έχοντας καμίαν ελπίδα από την μπάνκαν την οποίαν οι Άγγλοι εσκόπευον να ποιήσουν εν Ελλάδι δια να δανείζει τους κτηματίας, δεν ηξεύρει τι να κάμει και ει δυνατόν να τον δώσω καμίαν ευκατίαν συμβολήν. Τω είπον ότι ξένος και διαβάτης ων δεν ηξεύρω τι να τον είπω και οποίαν συμβολήν να τον δώσω όταν δε ευοδοθώ εν Βιέννη θέλω επιμεληθεί να παρακινήσω τινάς των εκεί μπακιέρων δια να αποκαταστήσουν αυτοί εδώ καμίαν δανείου μπάνκαν. Μοι είπε προς τούτοις ΄ποτι αυτός κατάγεται από την φαμέλιαν του Πετρόμπεη και ότι εξ αιτίας της δολοφονίας του κυβερνήτου [Καποδίστρια] ηγανάκτησε και εγκαταλείψας αυτήν την επωνυμίαν, επήρεν την ήδη έχουσα «Νικόλαος Πιερράκος».


Βίζιτα τῷ Μακρυγιάννη
5 30 Ιανουαρίου, Δευτέρα
... Εκ τοῦ Νοσοκομείου ἐξελθόντες ἐπήγαμεν νά κάμωμεν βίζιταν τῷ Μακρυγιάννη, ὅστις εἶναι εἰς ὀργήν ἀπό μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπέγραψεν ὡς ἀναφοράν, ἧν τό Δημοτικόν Συμβούλιον ἐποίησεν, ἐν τῇ ἀπουσία τοῦ βασιλέως διά τάς καταχρήσεις ἅπερ ἐποίησεν ὁ Άρμανσμπεργκ καί οἱ ἐν υπουργήμασι όντες Παυαροί [Βαυαροί], διά τούς μεγάλους φόρους, ὅπου τό ἔθνος ἔβαλε καί κυρίως διά τόν χαρτόσημον φόρον στις εἰς κανένα μέρος της Ευρώπης δέν είναι τόσο βαρύς, ώσπερ ἐν Ελλάδι καί διά τήν απομάκρυνσιν τῶν Παυαρών από Ελλάδος τήν οποίαν αδιακόπως κατατρώγουν. Τά ἐξ ἀμάξης ἔλεγεν αὐτός ὁ καλός ἄνθρωπος καί πατριώτης κατά τῶν καταχρήσεων καί κατ΄ ἐκείνων τῶν λεγομένων πατριωτῶν, τῶν μετά τοῦ Άρμανσπεργκ καί άλλων Παυαρῶν τήν Ελλάδα αρμεγόντων. Αὐτόν τόν άνδρα τόν ἔχοντα πέντε πληγάς εἰς διάφορα μέρη του σώματός του, κερδισμένας εἰς διάφορους μάχας υπέρ ἐλευθερίας καί ἀναγεννήσεως της Ελλάδος, ἔχουν εἰς ὀργήν καί θέλουν νά απομακρύνουν από Αθήνας ὡς ένα κατάδικον. Εφρύαττεν ὁ ανήρ κατά των επιβούλων της πατρίδος του και κατά των εχθρῶν αυτής. Άρχισε ἔπειτα νά διευθυνθεί πρός ἐμέ λέγων: «ότι με ἐντρέπεται διά τά όσα από τινας κακής προαιρέσεως ανθρώπους ἐδοκίμασα καί να εἶμαι λίαν βέβαιος ότι ουχί μόνον εἰς τήν ἐδικήν του ευγώμονα καρδίαν ευρίσκομαι αλλά και εἰς όλας ἐκείνας τῶν καλῶν καί ἀνδρείων στρατιωτῶν».

Διάλογος με το Μακρυγιάννη
6 20 Φεβρουαρίου, Δευτέρα
Από το Νοσοκομείον εξελθόντες επήγαμεν εις τον Συνταγματάρχην Μακρυγιάννην, τον πλησίον του Νοσοκομείου κατοικούντα, όνπερ και κλινήρη εύρομεν. Μεταξύ πολλών λόγων με ερωτά αν φεύγω από Αθήνας συγχισμένος και πειραγμένος δια το αχρείον προς εμέ φέρσιμον των Αθηναίων, των ταλαιπώρων και κακορρίζικων ανθρώπων. Όχι τω είπον, ότι αυτούς τους θεωρώ ως ανδράποδα, φεύγω μ΄όλον τούτο λυπημένος δια την περιφρόνησιν, ήν οι συμπατριώται μου Μακεδόνες δοκιμάζουν από την διωρισμένην επιτροπήν του να εξετάσουν τα δίκαια των πολεμησάντων στρατιωτών και κατ΄αξίαν να εκτιμούν αυτούς με προβιβασμούς. Άλλους, δι΄όλον αναξίους, επροβίβασαν και από τους Μακεδόνας μήτε έναν και λυπούμαι ν΄ακούω καθ΄εκάστην τα μέχρι ουρανού δίκαιά τους να περιφρονούνται με αυτόν τον απρεπή τρόπον. Θέλετε ηξεύρει λοιπό, Μακρυγιάννη, ότι η περιφρόνησις των συμπατριωτών μου θεωρείται ως εδική μου περιφρόνησης και λυπούμαι διότι τούτο δεν εγνώριαζα, όταν έπρεπε να γνωρίζω. Μοί είπεν ότι και δίκαιον έχω και ότι κάκιστοι και ασυνείδητοι άνθρωποι εδιωρίσθηκαν επί κεφαλής αυτής της επιτροπής και ότι αυτός μέλος αυτής ων, βλέπει τας γινομένας καταχρήσεις και μόνος ων δεν δύναται να απαντήση αυτάς.


Η πρώτη αρχαιολογική εταιρεία
7 17 Ιανουαρίου, Τρίτη
Μετά ταύτα περνώντας εἰς έτερον οδάν τω επρόσφερα δώρον μίαν ταμπακέραν και την σιδηράν σόμπαν, ήτις από Τριέστι μοί εστάλη, λέγων αυτώ [Ρίζο-Νερουλό, υπουρ. εξωτερ.] να δεχθεί αυτά αντιδωρεάν δια τό βιβλίο οπού μοί εχάρησεν, πόνημα εδικόν του περί αποστασίας Ελλάδος. Τω επρόβαλα και περί της εταιρείας την οποίαν μετά του Πιττακή προ ημερών ν' αποκαστήσωμεν, «Εταιρεία περί ανασκαφής και ανακαλύψεως αρχαιοτήτων», εἰς την οποίαν κι εγώ καί άλλοι πολλοί φίλοι μου θέλουν εἰσέλθει ως μέλη. Ουχί μόνον παρ΄ αυτού, αλλά και παρ΄ άλλων των παρόντων και ανακρίθη και η πρότασις επαινέθη...

Σεβαστή Ξάνθου
8 14 Φεβρουαρίου, Τρίτη[1836]. Σήμερον ἐγερθείς τῆς κλίνης ᾐσθάνθην τόν ἐαυτόν μου ὁπωσοῦν καλύτερα, καί ἀφού ἀνεχώρησαν τινές φίλοι, οἷτινες ἀκούοντες ὅτι είμαι ἀνήμπορος, ἦρθον διά νά μέ επισκεφθοῦν· βλέπω και έρχεται μία γυναίκα εἰς τον οδάν μου, τό ἐξωτερικόν της οποίας δεν την ἐδείκνυε ποταπήν. Μοί λέγοι λοιπόν ἐμβαίνουσα νά τήν συγχωρήσω διότι εισέρχεται άνευ ἀδείας εἰς ἄνθρωπον ὅντινα δέν γνωρίζει, πλήν ἡ ἀνάγκη τήν βιάζει νά με ενοχλήσῃ καί τά παραπονά της νά μοί ειπῂ. Τήν κάνω τά δέοντα εἰς μίαν δάμαν κομπλιμέντα, τήν δίδω σκαμνί νά καθήσῃ, καί τή λέγω ὅτι κατά δύναμιν θέλω συντρέξει. Αρχίζει λοιπόν νά λέγῃ ὅτι εἶναι σύζυγος του γνωστού Εμμανουήλ Ξάνθου Πατμίου ὅστις ως ηξεύρω ήτον μέ τόν Αλέξανδρον Υψηλάντη εἰς Μπογδανίαν και Βλαχίαν τόν καιρόν της ἐκεῖ ἀποστασίας, ὅτι ένδοξα και μεγάλα κατορθώματα ἐποίησε, πλείονα καί από τά του Υψηλάντη. Με συγχωρείτε τη λέγω κυρία μου, τούτο τό όνομα δεν μοί είναι γνωστό, πρώτη φορά το ακούω· αυτή εξακολουθεί· τοιούτου ανδρός σύζυγος οὖσα, ὅστις ἂν ἦτο ἐδῶ ουχί μόνον τόν σταυρόν του σωτῆρος ήθελε λάβει, ἀλλά το πρώτο υπούργημα εἰς τό ελληνικόν κράτος ήθελε έξη, ευρίσκομαι ήδη με ένδεκα ψυχές εἰς ἔνδοιαν και μεγάλην στενοχώριαν καί αύριο ο διδάσκαλος Βάμβας, τῷ οποίῳ χρωστώ ὑπέρ τάς δύο χιλιάδας δραχμάς θά μου πωλήση το σπίτι, ἐνέχυρον εἰς αυτόν ὄν, εἰς δημοπρασίαν. Καί πού να υπάγω η κακομοίρα να καθήσω μέ τόσας ψυχάς, ὅθεν σας παρακαλώ νά μέ συντρέξητε όπως οἴδατε. Τη είπον λοιπόν κι εγώ εἰς απάντησιν της παρακλήσεώς της ότι εγώ δεν είμαι κάτοικος των Αθηνών δια να δυνηθώ να δανείσω, είμαι οδοιπόρος, είμαι ξένος και επί ποδός, μετά τινάς ημέρας μισεύω και μόλις δύναμαι να εξοικονομήσω τά έξοδα του δρόμου μου, και λυπούμαι διότι δεν ημπόρεσα να σοί συντρέξω. Πληροφορηθείσα την αλήθεια και τους ορθούς λόγους μου άρχισε να με παρακαλέσει δια τον άνδτα της όστις από άκραν μελαγχολίαν του έπεσεν εἰς μίαν τοιαύτην μελαγχολίαν και υποχοντρίαν, ώστε κατήντησε να ζητήσει εἰς το μοναστήρι του Μαρτζινένη εἰς Βλαχίαν ως ένας ασκητής και είναι αδύνατον να πεισθεί να έλθει εἰς την γυναίκα του και φαμιλίαν του. Περί τούτου έγραψεν και ο Ρίζος κατά προσταγήν του Άρμανσμπεργκ, τω ελληνικώ προξένω Σακελλαρίω εἰς Βουκουρέστι δια να κάμει ό,τι δύναται και μέ έξοδα να τον εφοδιάσει και χωρίς άλλο να τον ξεκινήσει δια εδώ και να με το μη βλέπει κανένα καρπόν των τόσων υποσχέσεων από μέρους του Ρίζου και των τόσων υποσχέσεων από μέρους του Ρίζου και των τόσο καλών λέξεων του, άρχισε να υποπτεύεται τον κύριον Ρίζον, ότι δεν γράφει, αλλ΄ ούτε ενεργεί και μάλιστα οι περί τον Ρίζον άνθρωποι την πληροφορούν το εναντίον, διότι φοβείται αυτόν και ουχί μόνο ο Ρίζος, αλλ΄ όλοι οι εν υπουργήμασι όντες συγγενείς τους, οίον ο Παναγ. Σούτζος και οι λοιποί, καθ΄ ότι αυτού ενταύθα ερχομένου, θα πάρει αυτός το πρώτον και καλύτερον υπούργημα, ίσως και το του Ρίζου, διότι ουχί μόνον ότι είναι πεπαιδευμένος άνθρωπος, αλλά και δικαίωμα μέγα έχει εις την Ελλάδα. Τη υπεσχέθην λοιπόν όιτι κατά τούτο ημπορώ, περνών από το Βουκουρέστι, να τη δουλεύσω, πλην να υπαγη εις τον Ρίζον [Ραγκαβή] να τον παρακαλέση δια να μοι ειπή και εγγράφως να παρακαλέση και τούτου γινομένου ας μείνη πληροφορημένη ότι ο άνδρας της έρχεται εις Αθήνας, πλην να γραφή τω Σακελλαρίω δια να δώση και τα αναγκαία έξοδα του δρόμου. Αυτήν την συμβουλήν εδυνήθην να δώσω αυτή τη γυναικί, και ουτωσί απήλθεν.

Ο γερμανικός χορός allemande
9 25 Φεβρουαρίου, Δευτέρα
...Ο βασιλεύς [Όθων] καί ἡ βασίλισσα ἦλθον περί τήν εννάτην ώραν, προπορευομένων πολλών των αὐλικών, περνόντες διά μέσου δύο σειρών ανθρώπων, ισταμένων εἰς γραμμήν, ἐν oις κἀγώ. Ποιούντες ένα γύρον εις την μεγάλην σάλαν, όπου εκάθοντο οι γυναίκες κατά σειράν, ἄλλαι με φέσι και δεστιμάλι δεμέναι, ἄλλαι με φέσι με φούνταις κρεμασμέναις , ως των ανδρῶν, ἄλλαις με καπέλλα και ευρωπαϊκά ἐνδύματα, ἄλλαις οὕτως· και άλλαις άλλως πώς μεταμορφωμένες, άρχισεν έπειτα ο χορός ο λεχικός λεγόμενος πολονέζ, τον οποίον ήνοιξεν η βασίλισσα με τον Άρμασπεργκ, συνακολουθούντων και άλλων ζευγαριών. Αφού έκαμαν δύο γύρους, έπαυσεν και άρχισεν ο γερμανικός χορός allemande καλούμενος, τον οποίο η βασίλισσα με τον Λαγγρινά, γαλλικόν μινίστρον, ήνοιξε· μετά ταύτα άρχισαν να παρρησιάζονται δούλοι με ασημένιους ταβάδες, φέροντες εις τους παρισταμένους καφέν, τζιάι, αμυγδολόγαλον και λεμονάδες καθώς και διάφορα ζαχαρικά και ζυμαρικά. Αυτού εγνώρισα δια συστάσεως του αουστριακού Μινίστρου και τον κόντε και ναύαρχον αουστριακόν Δάνδολον. Ο κύριος Άρμανσπεργκ, ο καταφορτωμένος με διαφόρους δεκαριτζιόνες [παράσημα της δεκάρας] όντες, βλέποντάς με επλησίασεν δια με ερωτήσει τα περί της υγείας, ὅντινα και ευχαρίστησα, δίδοντάς μοι τήν δεξιά του. Εσύστησα καγώ εἰς την μαδάμ Βάιτζ τον μπάνον Αργυρόπουλον και τον Κολοκοτρώνη εις τον Δάνδολον, ὅστις με όμμα υπεροπτικόν τον εθεωρούσε και ο Κολοκοτρώνης ως ανδράποδν έμπροσθέν του εφέρετο. Και εἰς αυτήν τήν περίστασιν ἐδοκίμαζεν ἡ ψυχή μου λύπην ἐνδόμυχον, βλέποντας τόν αυθέντην Καρατζιάν, εκείνον της Βλαχίας ηγεμόνα, ὅντινα όχι μόνον η Βλαχία και τα μέρη του Δουνάβεως έτρεμον, αλλά και πλείστοι πασιάδες και τούρκικα ρετζάλια εφοβούντο, να ίσταται εἰς τήν σειράν τόσων Γκέκηδων και απλουστάτων υπουργών ως ανδράποδον δι ἧ ο βασιλεύς και η Βασίλισσα έμελλε να περάσει. Επαρατήρησα ότι ἐντρέπετο, διότι έτυχα καί ἐγώ παρών και τον έβλεπα μεταξύ τούτων και με αφηφισίαν παρ΄ εκάστω μεταχειριζόμενον. Έ, αυθέντα Καρατζιά, έ κυρίαι μου δομνίτζαι και ἐκλαμπρόταται δάμαι. Τί μαντάτα τώρα, πόσον σας αρέσει η Ελλάς, το ουράνιον κλίμα, τα χρηστά ήθη και κυρίως η φιλοξενία, τούτο καί ἐκείνο της Ελλάδος; Που είναι αι φαρδειαί καί πλατείαι λέξεις του κυρίου Βρετών και άλλων τόσων λογιωτάτων, οι παρακινούντες σας να τζαλαπατίσετε αὐθεντείας και οφφίκια Βλαχίας κατά έτος 1817 και πίστιν δεν εθελήσατε νά δόσητε εἰς τους ιερούς λόγους μου περί του εἰς Ευρώπην βίου. Μη λυπείσθε λοιπόν τώρα κύριοι και κυρίαι μου, διότι όπερ εζητήσατε με το φανάρι στό χέρι, το ηύρετε υπερεκπερισσού, τουτέστι απλούστερα: ζητηθέντα και παθέντα, διό και υποφερτέον. Ουδένα έτερον ελυπήθην τόσο, όσον τον σεβάσμιον γέροντα αυθέντην Καρατζιάν, τον τιμώμενον παρ΄Ελλήνων με το κύριε Ιωάννη και κύριον Ιωάννην Καρατζιά. Επειδή αύριον τρώγω με την εταιρείαν της φυσικής ιστορίας, και λόγου συμπίπτωντας μετά του Λευκία ιατρού, παρόντος και του κυρίου Βλαχούτζη Κωνσταντίνου, εκφώνησα εγώ την λέξιβ εταιρείαν εν απλότητι, ο Βλαχούτζης ακούων την λέξιν εταιρείαν, μοί λέγει να μην εκφωνήσω εις το εξής αυτήν την λέξιν εταιρείαν· τω απεκρίθην λοιπόν, διατί κύριε όχι, δεν πρέπει να σας πειράζει αυτή η αξιολάτρευτος λέξις κατά την ακοήν σας, διότι αυτή η καλότυχος λέξις σας έφερεν και εσύναξεν όλους εδώ.

Επιστροφή στη Βιέννη
10 4 Μαρτίου 1837, Παρασκευή
Όλοι λοιπόν συναχθέντες εἰς αυτήν τήν κάμαραν επροσμέναμεν τόν βασιλέα και την βασίλισσαν. Μετά μισήν ώραν ιδού ανοίγονται οι θύρες της σάλας εἰς την οποίαν ετοιμασμένη ήτο η τράπεζα και εμβαίνει ο βασιλεύς και η βασίλισσα συντροφευόμενοι από οφφικάλους και την πρώτη δάμαν του Παλατίου. Ημείς εστεκόμεθα όρθιοι κατά γραμμήν, η δάμα δεξιά και οι άνδρες αριστερά. Επειδή εγώ κατά περίστασιν εστεκόμην πλησίον της θύρας, διυθύνθη η μεγαλειότης του πρώτον προς εμένα, λέγοντάς με ότι με θεωρούσε μισευόμενον και ότι ελυπείτο διότι δεν με ξαναείδε και ότι δια τας αξίας προσφοράς μοι έδωσε τον χρυσούν σταυρόν του ιππέως και ότι έχει μεγάλην ευχαρίστησιν περί τούτου και άλλας πολλάς παρομοίας γλυκείς λέξεις. Με ερώτησε μετά ταύτα περί του ταξιδίου μου και δια ποίας ευκαιρίας, τω είπον ότι το ταξίδι μου γίνεται δια Σμύρνης, Κωνσταντινουπόλεως, Βλαχίας κτ. ότι με αυστριακόν πολεμικόν πλοίον θέλω μισεύσει και ότι μόλις κατά την πρώτην Σεπτεμβρίου ελευσομένου θέλει φθάσω εἰς Βιένναν, όπου 45 χρόνους κατοικώ. Ερωτώντας με αν είναι πολύς καιρός αφ΄ότου έφυγα από την πατρίδα μου Μακεδονίαν, τω είπον ότι οι γονείς μου εξ αιτίας του τυραννικού ζυγού του τουρκικού έπρεπε βιαζόμενοι να εγκαταλείψουν και πατρίδα και κτήματα και περιουσίαν και να εύρουν άσυλον εἰς ξένας γαίας και εἰς ξένα μέρη.