Ευμενίδες (μετάφραση Γρυπάρη)

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ευμενίδες
Συγγραφέας: Αισχύλος
Μεταφραστής: Ιωάννης Γρυπάρης
Project Gutenberg, EText-No.: 39208


Εις τας Ευμενίδας, το τελευταίον δράμα της Ορεστείας, η σκηνή υπόκειται κατ' αρχάς μεν εις τον ναόν του Πυθίου Απόλλωνος εν Δελφοίς, όπου, υπό την προστασίαν του Θεού, ο μητροκτόνος Ορέστης ευρίσκει προσωρινόν άσυλον από την καταδίωξιν των Ερινύων. Ο ίδιος ο θεός αποκοιμίζει τας τιμωρούς θεάς και διευκολύνει την φυγήν του Ορέστου, όστις κατά συμβουλήν του καταφεύγει εις τας Αθήνας, ικέτης της Αθηνάς. Εις τας Αθήνας λοιπόν συνεχίζεται και τελειώνει η πράξις. Η Αθηνά δεχθείσα ικέτην τον Ορέστην, μη δυναμένη όμως αφ' ετέρου να παρίδη το δίκαιον των φοβερών Ερινύων, συνιστά εκ των πολιτών το μέγα και σεμνότατον εκείνο κριτήριον του Αρείου Πάγου, διά να αποφασίση περί της τύχης του υποδίκου. Η διαδικασία διεξάγεται καθ' όλους τους τύπους της ποινικής νομοθεσίας των Αθηναίων, και με την ψήφον της Αθηνάς, επελθούσης ισοψηφίας, ο Ορέστης κηρύσσεται ελεύθερος του φόνου. Αλλ' η τοιαύτη απόφασις εξεγείρει φοβεράν την οργήν των Ερινύων κατά της πόλεως των Αθηνών, την οποίαν μόλις και μετά βίας επί τέλους κατευνάζει η Αθηνά διά της πειθούς και των υποσχέσεών της. «Τοιουτοτρόπως η τέχνη του ποιητού τερματίζει την μακράν ταύτην σειράν τραγικών καταστροφών, την φοβεράν και αιματηράν ταύτην τριλογίαν, με την παρήγορον εικόνα μιας ιεράς τελετής, με τα ευσεβή εφύμνια τα αντηχούντα από της σκηνής και προς τα οποία ανταποκρίνονται εκ του αμφιθεάτρου αι θορυβώδεις και χαρμόσυνοι επευφημίαι των θεατών». (M. Patin). - Περιώνυμος έμεινεν εις το Αττικόν θέατρον, διά την πρωτοφανή κατάπληξιν την οποίαν επροξένησεν, η σκηνή εκείνη των Ευμενίδων, όπου το φάσμα της Κλυταιμνήστρας εξεγείρει εκ του ύπνου τας Ερινύας και τας παρορμά εις νέαν καταδίωξιν του φονέως της υιού της.



ΠΡΟΣΩΠΑ


ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ
ΑΠΟΛΛΩΝ
ΟΡΕΣΤΗΣ
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ
ΧΟΡΟΣ
ΑΘΗΝΑ
ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ



ΠΡΟΦΗΤΙΣΣΑ

Πρώτο δοξάζω απ τους θεούς στη δέησί μου
την πρωτομάντισσα τη Γη· και υμνώ κατόπι
τη Θέμιδα, που δεύτερη, καθώς το λέγουν,
σ' αυτό το μητρικό της κάθησε μαντείο·
και τρίτη στη σειρά, με θέλημά της κι όχι
από κανέν' αναγκασμένη, εκάθησε άλλη
θυγατέρα της Γης, η τιτανίδα η Φοίβη
και αυτή γενέθλιο τόδωκε δώρο στο Φοίβο,
πούχει της μάμης τόνομα παράνομα του.
Κι αυτός της Δήλου αφίνοντας λίμνη και ξέρες,
στους ήμερους γιαλούς άραξε της Παλλάδος
κ' ήρθ' από κει σ' αυτή του Παρνασού τη χώρα
και τον ξεπροβοδίζανε με πολύ σέβας
στρώνοντας δρόμο να διαβή οι γυιοί του Ηφαίστου
κ' ήμερη κάνοντας τη γη πούταν πριν άγρια.
Και με τιμές τον δέχτηκε ο λαός μεγάλες
κι ο βασιλιάς Δελφός της χώρας κυβερνήτης.
Κι ο Δίας στο νου του εμπνέοντας τη θεία την τέχνη
τον βάζει μάντη τέταρτο σ' αυτούς τους θρόνους,
κ' είναι του Δία πατέρα του ο Λοξίας προφήτης.

Απ τους θεούς αυτούς αρχίζω τις ευχές μου·
και την Προναία δοξολογώ Παλλάδα πρώτη
κ' υμνώ τις νύφες πόχουν το Κωρύκιον άντρον,
φώλιασμα των πουλιών και των θεών συχνάσμα
  - τον τόπον έχει ο Βρόμιος, δεν το ξεχάνω,
αφόντας ο θεός ωδήγησε τις Βάκχες
κ' έβαλε σα λαγό να σχίσουν τον Πενθέα· -
και τις πηγές του Πλείστου και του Ποσειδώνα
την δύναμιν υμνόντας και τον τέλειο Δία
έπειτα μάντισσα στον τρίποδα καθίζω.

Και τώρ' ας δώσουν από πριν πολύ πιο κάλλια
να μου συντύχη το έμπασα· και με τον κλήρο
όσοι είναι ας έρθουν Έλληνες, κατά το νόμο·
γιατ' όπως οδηγάει ο θεός και προφητεύω.

Ω, τρόμος ναν το πης και τρόμος ναντιβλέψης
μ' έδιωξεν όξω από τα σπίτια του Λοξία
που μήτε νόχω ανάκαρα, μουδ' όρθια στέκω,
και τρέχω με τα χέρια αντίς με τα κανιά μου
γιατί είναι τίποτα η γρηά σαν πάρη φόβο!
Μπαίνω λοιπόν στο πολυστέφανο το βάθος
όπου θωρώ κάποιο θεοκατάρατο άνδρα
πάνου στον ομφαλό να κάθουνταν ικέτης
κ' αίμα τα χέρια του έσταζαν και το σπαθί του
γυμνό κρατούσε κι' αψηλόν ελιάς κλωνάρι
με λήνον μεγαλώτατο σεμνά ζωσμένο,
μ' άσπρο μαλλί, για να σου δώσω να το νοιώσης·
και μπρος στον άντρ' αυτό φριχτό καρτέρι
κοιμάται γυναικών, σε θρόνους καθισμένες·
όχι γυναίκες μα Γοργόνες λέω πως νάναι,
μα ουδέ και με Γοργόνες πάλιν απεικάζω
γιατί τις έχω κάπου ιδή ζωγραφισμένες
ν' αρπάζουν του Φινέα το δείπνο· μ' αυτές όμως
φτερά δεν έχουν, μαύρες και σιχάμματα είναι
και ρεύγονται έτσι και φυσούνε που να φεύγης
και στάζουν απ τα μάτια τους μισητόν αίμα,
κ' είν' η στολή τους να μην πλησιάζουν ούτε
σε αγάλματα θεών ούτε σε ανθρώπων σπίτια·
ποτέ δεν είδα το σκαρί του συναφιού των
κι' ουδέ ποια γης καυχιέται νάθρεψε το γένος
άβλαβα αυτό, χωρίς τον κόπο της να κλάψη.

Μα για τα επίλοιπ' ας γνοιαστή ο ίδιος τώρα
του ναού τούτου ο κύριος Λοξίας ο μέγας,
που τέχνη του είναι οι μαντουδειές και γιατροσόφια
και να ξορκίζη τα κακά κι απ άλλων σπίτια.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Δε θενά σε προδώσω· πάντοτε φρουρός σου
κι αν πλάι σου παραστέκομαι κι αν μακράν είμαι
δεν θενά γίνω μαλακός για τους εχθρούς σου·
Πιάστηκαν βλέπεις τώρ' αυτές οι λυσσασμένες
σε ύπνο βαρύ παράδοτες, οι πομπιασμένες
οι γρηές οι κόρες της Νυχτός, που δεν τις σμίγει
κανείς θεός, ουδ' άνθρωπος, ούτε θηρίον·
κ' έγιναν μόνον για κακό κέχουν μονιά τους
το σκότος και του Τάρταρου τα καταχθόνια
απ τους θεούς κι απ τους ανθρώπους μισημένες.
Μα όμως να φεύγης και το θάρρος σου μη χάσης
γιατί θενά σε κυνηγήσουν κι αν περνόντας
την πατημένη τη στεριά πίσω σου αφήσης
και πάνω από τη θάλασσα κι απ τα νησιά της·
και μη αποκάμεις να περιβοσκίζης τούτα
τα πάθη κι άμα 'ρθής στην πόλι της Παλλάδος
κάθου κι αγκάλιασε το ξύλινο άγαλμά της·
και κει μ' αυτές θα βρούμε κρίσι και με λόγια
που να μαλάζουν τις καρδιές θα κάμω τρόπο
μια και καλή απ τα πάθη αυτά να σε γλυτώσω
αφού σ' έσπρωξα εγώ τη μάννα σου να σφάξης.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Άναξ Απόλλων, ξέρεις ναγαπάς το δίκιο
κι αφού το ξέρεις κάμε και να μη μ' αφίσης,
και η δύναμή σου εγγύησι πως θα με σώσης.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Θύμας το αυτό κι ας μη νικάη το νου σου ο φόβος
μα εσύ, αυτάδελφο αίμα κι απόνα πατέρα,
φύλαγέ τον, Ερμή· κιόπως και τόνομα έχεις
γίνε απ αλήθεια κι Οδηγός να συνοδεύης
τον ικέτη μου αυτόν· κι ο Δίας τιμά το σέβας
των κηρύκων, που για καλό του ανθρώπου εδόθη.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑΣ

Κοιμάσθε, ωιμέ! και σαν κοιμάσθε ποια σας χρεία;
Μα εγώ από σας σε τέτοιο τρόπο ατιμασμένη,
με διπλό πήχυ, για το φόνο που έχω κάμη
δε λέει να πάψη των νεκρών η καταφρόνια
κι άτιμη τριγυρνώ: γιατί έχω, ξέρετέ το
την πιο από μέρος τους μεγάλη κατηγόρια·
μα πόπαθα τέτοιο κακό απ τους πιο ζεστούς μου.
κανείς θεός δεν είπε να οργιστή για μένα,
που, μάννα, σφάχτηκα απ τα χέρια του παιδιού μου.
Και ιδέτε αυτές μου τις πληγές με την καρδιά σας.
γιατί φωτίζεται η ψυχή σαν κλειούν τα μάτια,
ενώ στο ξύπνο δε θωρεί καλά το πνεύμα.
Κι όμως πόσα δεν έχετε γευτή από μένα,
ακράσωτες χοές και προσφορές καθάριες
και δείπνα που θυσίαζα σεμνά τις νύκτες
σε ώρα που για κανέν' άλλο θεό δεν είναι!
μα όλα αυτά τώρα βλέπω κλωτσοπατημένα
και κείνος πάει και ξέφυγε σαν το ζαρκάδι
κ' έτσι αλαφρά καταμεσίς απ τα πλεμμάτια
με πολύ περιγέλοιο σας πηδάει και πάει.
Μ' ακούσετέ μου κ' είναι αυτά για τη ψυχή μου
όσα είπα· και ξυπνήστε, σκιές του κάτω κόσμου
που όνειρο τώρα κράζω σας, η Κλυταιμνήστρα!

ΧΟΡΟΣ

(Μούγκρισμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Μουγκρίζετε, μα εκείνος τώρα πήρε δρόμο
γιατί έχει φίλους που δε μοιάζουν τους δικούς μου.

ΧΟΡΟΣ

(Μούγκρισμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Βαθιά κοιμάσαι και δεν το ψυχοπονιέσαι
αυτό πόπαθα! φύγε ο φονιάς μου, ο γυιός μου!

ΧΟΡΟΣ

(Ούρλιασμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ούρλιαζε· κοίμου! μα δε λες και να ξυπνήσης
ποια δουλειάν έχεις παρά το κακό να κάνης;

ΧΟΡΟΣ

(Ούρλιασμα).

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Συμφώνησαν δυο δυνατοί, ο ύπνος κι ο κόπος
κι αδράνισαν της δράκισσας την άγριαν άφρη.

ΧΟΡΟΣ

(Διπλό δυνατό μούγκρισμα).
Πιάστο, πιάστο, πιάστο έχε το νου σου!

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Στόνειρο κυνηγάς αγρίμι κι αλυχταίνεις
σα σκύλλος που όλο της δουλειάς του έχει την έγνοια.
Τι κάνεις; Σήκω κι ας μη σε νικάη ο κόπος
τον ύπνο απόδιωξε να δης τι έχομε πάθη!
Ας σου πληγώσουν την καρδιά οι ονειδισμοί μου
που είναι για τους φιλότιμους σα φτερνιστήρια·
τρέχα και φύσα επάνω του θανάτου αγέρα
για να τον λυώση ο αχνός των σωθικών σου η φλόγα·
εμπρός! με δεύτερα κυνήγια μάρανέ τον.

ΧΟΡΟΣ

Ξύπνα, ξύπνα και συ αυτήν, και Γη εσένα.
Κοιμάσαι; Ξύπνα κι αποδιώχνοντας τον ύπνο
ας δούμε αν θάν' του κάκου αυτό το προοίμιό μας.

  - Όχου, αλλοί μου, αλλοί! Φίλες επάθαμε . . .

  - ω μου τα τόσα πόπαθα· κι όλα του κάκου!

  - επάθαμε κακό βαρύκλαυτο, πωπώ
αβάσταχτο κακό·
απ τα πλεμμάτια ξέμπλεξε και πάει ταγρίμι.

  - με νίκησ' ύπνος και την άγρη μου έχασα.

  - Ω, εσύ, του Δία ο γυιός, ο κλέφτης είσαι συ

  - και νέος εμάς, αρχαίες θεές, καββάλα επήρες·

  - και τίμησες αυτόν τον άντρα τον κακό
κι άθεο στους γονιούς,
και συ, θεός, τον μητροκτόνο επήες να σώσης

  - ποιος θενά πη πως είναι δίκια τάχ' αυτά;
Μα έφτασ' εμένα ονειδισμός μες στα όνειρά μου
και μου έζαψε σα διφρηλάτης μια
με μεσοβάσταχτο κεντρί
στα σωτικά, στο ψυχικό·
  - κ' έχω να πω της μάστιγας
του δήμιου του ανήμερου
βαρύ το σύγκρυο το βαρύ που μ' έκοψε.

Τέτοια κακά οι νεώτεροι θεοί μας κάνουν
που εξουσιάζουν το θρονί της Δίκης
αιματοκομποστάλαχτο
από τα πόδια ως την κορφή·
  - έχεις της γης τον ομφαλό
να δης, που πήρε επάνω του
κι αταίριαστο κρατάει αιμάτων μόλυσμα.

Και τους βωμούς του μαντικού του αδύτου
μόνος του πήε και μόλυνε
αυτόθελος κι αυτόκλητος
κ' ενάντια στους θεούς, για χάρι ενός θνητού
αφάνισε τις Μοίρες τις αρχαίες

Μόνου η κακία που τόμεινε, μα κείνος
και κάτω αν φύγη από τη γη
ποτέ δε θαύρη γλυτωμό
κι άλλον εκδικητή για το αίμα που χρωστεί
πάνω στην κεφαλή του θενά πάρη.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Έξω, προστάζω γρήγορα απ' αυτά τα σπίτια
ξεκουμπιστείτε, αδειάστε μας τ' άγια τα μέρη.
μήπως σου έρθει λευκόφτερο κανένα φίδι
απ το χρυσόδετο δοξάρι αμολημένο,
κι ο πόνος μαύρο αφρό σε κάμη να ξεράσης
απ τ' άντερά σου, βγάζοντας τα αίματα πούπιες.
Σ' αυτά τα σπίτια δεν σου πρέπει να ζυγώνης,
μα όπου σφαγές και δίκες κεφαλών κομμένων
ματιών βγαλμένων, και γι' αφανισμό του γένους
των παιδιών στίβουν τον αφρό κι ακρωτηριάζουν,
καταπετρώνουν και σπαραχτικά μουγκρίζουν
οι καρφωμένοι στα παλούκια· τάχ' ακούτε
γιατί σας αποστρέφονται οι θεοί, που τέτοια
στρέγετε πανηγύρια; κι όλος της μορφής σας
το δείχνει ο τρόπος, μέσα σε σπηλιά να ζήτε
πρέπει αιμοβόρου λεονταριού κι όχι σε τέτοια
λαμπρά μαντεία να τρίβετε το μόλυσμά σας·
σύρτε, δίχως βοσκό να περιβοσκηθήτε,
κανείς θεός δεν τ' αγαπά τέτοιο κοπάδι!

ΧΟΡΟΣ

Άναξ Απόλλων, άκουσέ με στη σειρά μου·
εσύ 'σαι, όχι συνένοχος να πης σε τούτα
μα όλως διόλου μόνου εσέ βαραίν' η αιτία.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Πώς δα; Δεν το ξηγάς και με πιότερα λόγια;

ΧΟΡΟΣ

Συ τούδωκες χρησμό τη μάννα του να σφάξη.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Να πάρη του πατρός του εκδίκησι· πώς όχι!

ΧΟΡΟΣ

Κ' αίμα νωπόν εδέχτηκες να προστατεύσης;

ΑΠΟΛΛΩΝ

Μάλιστα εδώ τον πρόσταξα να καταφύγη.

ΧΟΡΟΣ

Και μας λοιπόν, τη συνοδεία του, αποδιώχνεις;

ΑΠΟΛΛΩΝ

Γιατί σ' αυτό να μπήτε το ιερό δεν κάνει.

ΧΟΡΟΣ

Όμως αυτό το χρέος μου είναι διωρισμένο.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Και ποια είν' αυτή η ωραία τιμή που έτσι καυχιέσαι;

ΧΟΡΟΣ

Να διώχνουμε τους μητροκτόνους απ τα σπίτια.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Και τη γυναίκα που τον άντρα της σκοτώση;

ΧΟΡΟΣ
Δεν είναι το ίδιο κι όποιος χύση αίμα δικό του.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Δίχως αξία λοιπόν κι ούτε ωφελούν καθόλου
της τέλειας Ήρας και του Δία οι συμφωνίες,
και η Κύπρις, η πηγή κάθε χαράς του ανθρώπου,
δίχως τιμή ξεγράφηκε μ' αυτό το λόγο·
γιατί ο μοιραίος δεσμός του αντρόγυνου, που η Δίκη
τον γνοιάζεται, είναι ανώτερος κι από τον όρκο.
Αν λοιπόν είσ' αδιάφορη για όσους σκοτώνουν
τα ταίρια τους κι ακδίκητους άνοργη αφήνεις,
άδικα τότε κυνηγάς και τον Ορέστη,
αφού απ τη μια μεριά και πάρα τα θυμάσαι
ενώ για τάλλα αδιάφορη ούτε σε γνοιάζει.
Μα η Αθηνά θενά γνοιαστή γι αυτά το δίκιο.

ΧΟΡΟΣ

Κείνον εγώ ποτέ μου δεν θα τον αφήσω.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Κυνήγα τον λοιπόν, κόπο στον κόπο νάχης.

ΧΟΡΟΣ

Δεν είναι δα κι όσο τη λες μικρή η τιμή μου.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Τέτοια τιμή δε θάθελα και να την έχω.

ΧΟΡΟΣ

Γιατί λογιέσαι μέγας βέβαια πλάι στο Δία·
μα εγώ, της μάννας με τραβάει το αίμα, κ' έτσι
για να τον γδικηθώ τα ίχνη του ψάχω ναύρω.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Κ' εγώ βοηθός του τον ικέτη μου θα σώσω
γιατί είναι φοβερή και σε θεούς κι ανθρώπους

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω δέσποινα' Αθηνά, με πρόσταξε ο Λοξίας
κ' ήρθα, μα καλοδέξου με άθλιον πλανήτη
που πια δεν είμαι ακάθαρτος και μολυσμένος·
το κακό τώρα εστόμωσε που είμαι μπασμένος
και σ' άλλα σπίτια και σχετίστηκα μ' ανθρώπους
όταν στεριές και θάλασσες όμοια περνούσα
καταπώς πρόσταζ' ο χρησμός που μούπε ο Φοίβος·
κ' ήρθα στο σπίτι σου, ω θεά, και το άγαλμά σου
κρατόντας θα προσμένω εδώ τέλος της δίκης.

ΧΟΡΟΣ

1. Και βέβαια· να σημάδι φανερό του ανθρώπου
κι όπως σου δείχνει ο αμίλητος μηνυτής τράβα·
γιατί, καθώς ο σκύλος λαβωμένο ελάφι,
στάλα προς στάλα του αίματος τον ξετρυπώνω·
το στήθος μου λαχάνιασ' απ τους τόσους κόπους
που τόπο γης δεν άφησα να μην περάσω·
κι αφτέρωτη, πάνω από θάλασσες πετόντας
ήρθα χωρίς να μείνω πίσω απ το καράβι·
μα τώρα κάπου εδώ θε νάναι ζαρωμένος
γιατί αίμα ανθρωπινό τη μύτη μου χαϊδεύει.

2. Τα μάτια σου έχε τέσσερα, τήρ' απ' ολούθε
μη σου ξεφύγη απλέρωτος της μάννας του ο φονιάς.

3. Νά τον αυτός! και βρήκε πάλι στήριγμα·
στο άγαλμα της θεάς το άγιο περιπλεχτός
κρίσι ζητάει να βρει για το έγκλημά του.

4. Δε θα του γίνη αυτό· το αίμα της μητρός
δύσκολα πίσω παίρνεται, ωιμέ!
μια που χυθή κ' η μαύρη γης το πιή.

5. Μα πρέπει αντίς γι' αυτό να δώσης, ζωντανός,
κόκκινο γαίμ' απ το κορμί σου να ρουφώ·
και τέτοιο λαχταρώ από σε κακόπιοτο πιοτό!

6. Κι αφού σε λυώσω ζωντανό, θε να σε πάρω
κάτω, να βρης ταντίποινα του μητροσκοτωμού.

7. Και θενά δης κι αν κανείς άλλος άνθρωπος
ή σε θεόν ασέβησε ή σε ξένο
ή στους δικούς του αμάρτησε γονιούς,
νάχη ο καθένας άξιο το μισθό του.

8. Γιατί 'ναι ο μέγας των θνητών ο Άδης κριτής
κάτω στα τάρταρα της γης,
κι όλα τα πάντα στα χαρτιά φυλάει του νου του.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Εμένα οι τόσες συμφορές μου μόχουν μάθη
να ξέρω πότ' είν' ώρα να μιλώ και πότε
να σωπαίνω· μα στην περίστασί μου τούτη
μ' έβαλε δάσκαλος σοφός για να μιλήσω.
Το αίμ' απ τα χέρια μου μαραίνεται και σβύνει
και ξεπλυμένο της μητρός το μίασμα πάει,
γιατί όσο ακόμα είταν νοητό, τόχω ξορκίση
με χοιροσφάχτους καθαρμούς, στο βωμό επάνω
του Φοίβου· μα θα πήγαινε του μάκρου ο λόγος
αν ήθελα να πω απ' αρχής πόσους ανθρώπους
πλησίασα, χωρίς γι' αυτό κακό να πάθουν.
Και τώρ' αγνός μ' εύφημο στόμα επικαλούμαι
την Αθηναία, τη δέσποινα αυτής της χώρας,
νάρθη βοηθός μου· και χωρίς σπαθί θα πάρη
και μένα και τη χώρα μου και το λαό μου
πιστό για πάντα σύμμαχο και τιμημένο.
Μα είτε στα μέρη της λιβυστικής ηπείρου,
κατά του Τρίτωνος το ρέμα, όπου εγεννήθη,
πατά, είτε θεοφάνερη ή και σκεπασμένη,
βοηθόντας φίλους, είτε το Φλεγραίο τον κάμπο
σα στρατηγός, ανδρεία γιομάτος, κατοπτεύει,
ας έρθη! και μακρυάθε, σα θεός, ακούει -
για να μου γίνη λυτρωτής απ' όλα τούτα.

ΧΟΡΟΣ

Δε θα σε σώση ο Απόλλωνας ούτε το χέρι
της Αθηνάς, να μη χαθής παρατημένος
δίχως χαρά ποτέ στα στήθια σου να μάθης,
βόσκημα δίχως αίμα κ' ήσκιος μόνο ανθρώπου!
Δεν απαντάς, μον τάχα με αψηφάς που κρένω,
ενώ για μένα τάξιμο σ' έχουνε θρέψη;
κι όχι σφαγμένος σε βωμούς, μα θα μας γέψης
ζωντανός· μ' άκουε αυτό τον ύμνο που σε δένω.

  - Έλα εμπρός σε χορό ένα κύκλο ας δεθούμε
γιατί θέλομε τώρα
το φριχτό μας τραγούδι να πούμε.
Και να πούμε το πως στους ανθρώπους επάνω
την πάσα τους μοίραν εμείς κυβερνούμε.
Την ισιάδα εμείς και το δίκιο ζητούμε,
κι όποιος έχη τα χέρια
καθαρά χωρίς κρίμα,
δε γλυστράει κατ' αυτόν η οργή μας·
και περνάει, δίχως βλάβη, τη ζωή του ακέρια.
Μ' αν κανείς, σαν κι αυτόν, κριματίση
και τα χέρια αιματόβρεχτα κρύβη,
τότε εμείς, των νεκρών η βοήθεια,
μαρτυρώντας την πάσαν αλήθεια,
στον κακούργον εμπρός θα φανούμε
κι ως το τέλος το χρέος του φόνου ζητούμε.

Μάννα, ω μάννα Νύχτα, που μ' εγέννας
ζωντανών και πεθαμένων εκδικήτρα,
της Λητώς ζητάει ο γυιός - κι απάκουσέ μου,
να με βγάλη απ τις τιμές μου
κι απ τα χέρια μου να πάρη
το ψοφίμι αυτό, που πρέπει
της μητέρας του το φόνο να εξαγνίση.
Για τον κατάδικο μου αυτόν
τούτο μας το τραγούδι, ταραγμός
κι αντράλα του ξωφρενική,
των Ερινύων ο σκοπός,
χωρίς κιθάρα, αμπόδεμα
του νου και μαρασμός.

Γιατ' αυτός ο κλήρος μόχει λάχη
νάχω πάντ', απ την αλύγιστη τη Μοίρα,
όποιους τύχη ανθρώπους και βαραίνουν
κακουργήματα και φόνοι
να τους παίρνω καταπόδι· ώστε νάμπουν
μες στη γης· μα κι αν πεθάνουν
κ' έτσι πάλι όλως διόλου δε γλυτώνουν.
Για το σφαχτό που πάει έχει κοπή
τούτο μας το τραγούδι, ταραγμός
κι αντράλα του ξωφρενική,
των Ερινύων ο σκοπός
χωρίς κιθάρα, αμπόδεμα
του λογικού και μαρασμός.

Όταν γεννιόμαστ' αυτός μας εδόθηκ' ο κλήρος
χώρια απ τους άλλους θεούς τιμές νάχομε, κι ούτε
άδειπνος μου είναι κανείς των
και γιορτινούς άσπρους πέπλους γεννήθηκα να μη γνωρίζω.

Γιατί πήρα δουλειά μου να φέρνω
άνω κάτω τα σπίτια, που χύση
εχθρός σπιτικός αίμα φίλου,
και καταπάνου του ορμώντας
κι αν δυνατός λάχη νάναι
στο νέο τον πνίγομεν αίμα.
Σπεύδομ' εμείς ν' απαλλάξομε κάποιο από τούτες τις έγνοιες
κι από το βάρος αυτό τους θεούς ν' αλαφρώσω
για να μην έχουν αυτοί ανακρίσεις.
Της παρουσίας του άξιους ο Δίας δεν κρίνει κακούργους
που στάζουν τα χέρια τους αίμα,
[ - άνω κάτω τα σπίτια, που χύση
εχθρός σπιτικός φίλου αίμα,
και καταπάνω του ορμώντας
κι αν δυνατός λάχη νάναι
στο νέο τον πνίγομεν αίμα.]

Και των ανθρώπων οι δόξες κι αν φτάνουν μεγάλες ως τάστρα
καταγής ρεύουν κι ατίμητες σβύνουν,
όταν στα μαύρα ντυμένες ορμούμε
και σ' άγριο βαλθούνε τα πόδια μας χορό.
Γιατί με φόρα πηδόντας
από ψηλά κατεβάζω
βαρύ το πόδι, όπου πέση
και πάρ' τον κατ' όπου τρέχει,
  - τρομάρα του! - να μου γλυτώση.

Πέφτει χωρίς να το νοιώθη, στου νου του τη μαύρην αντράλα.
Τέτοια μαυρίλα, το κρίμα, τριγύρω του απλώνει,
όπως στα σπίτια του πίσσα σκοτάδι,
η πολυστέναχτη ρίχτει φωνή του λαού.
Γιατί πηδόντας με φόρα
από ψηλά κατεβάζω
βαρύ το πόδι, όπου πέση
και πάρ' τον κάτ' όπου τρέχει.
  - τρομάρα του! - για να μας φύγη.

Έτσι είναι νάναι· πολυσόφιστες,
τελειωτικές, και δεν ξεχνούμε
ποτέ μας το κακό, βαριές
κι αλύγιστες σε παρακάλια.
το αξίωμά μας το άτιμο
και καταφρονεμένο κυβερνούμε
μακριά 'πο τους θεούς, σε μέρη ανήλιαγα
και δυσκολοσυντύχητα
και για όσοι βλέπουν κι όσοι φως δεν έχουν.

Και ποιος λοιπόν αυτά δε σέβεται
και δε φοβάται απ τους ανθρώπους,
ακούοντας τους νόμους μας
όπου μας ώρισαν οι Μοίρες
κ' επικυρώσαμε οι θεοί;
Η αρχαία τιμή μου μένει ακόμα
και δε γνωρίζω καταφρόνια,
αν κ' είναι κάτω από τη γης
η θέσι μου στανήλιαγα σκοτάδια.

ΑΘΗΝΑ

Άκουσα μια φωνή μακρυάθε να μου κράζη
από το Σκάμαντρο, ενώ έπερνα της χώρας
την κατοχή, που των Αργείων οι στρατηλάτες
από τη σκλαβωμένη γη τρανή μερίδα
μου ξεχώρισαν σύρριζη πάντα δική μου,
χάρισμα διαλεχτό στα τέκνα του Θησέα.
Κείθ' έβαλα τακούραστα πόδια σε δρόμο
δίχως φτερά τη φουσκωμένη αιγίδα σειόντας
τα γερά μέλη στρώνοντας σε τούτο το άρμα.
Μα βλέπω επίσκεψι παράξενη στη γη μου
που όχι φοβούμαι, μα μου ξάφνισε το μάτι.
ποιοι τάχα νάστε; για όλους σας το λέω στη μέση:
στο ξένο αυτό, που στο άγαλμα μου έχει προσπέση,
και σε σας, που δε μοιάζετε πλάσμα κανένα
κι ούτε σας είδαν θεοί ποτέ ανάμεσά τους
κι ούτε κι αντροφέρνετε πάλι καθόλου·
μα να βρίζη κανείς την ασχημιά ενός άλλου
είν' όξω από το δίκιο αυτό κι από το νόμο.

ΧΟΡΟΣ

Όλα τα πάντα σύντομα, θεά, θα μάθης·
εμείς της Νύχτας είμαστε οι φριχτές κόρες·
στα σπίτια μας, κάτ' απ τη γης, μας λεν Κατάρες.

ΑΘΗΝΑ

Ξέρω και τη γενιά και το παράνομά σας.

ΧΟΡΟΣ

Έτσι θα μάθης τώρα και τ' αξίωμά μας.

ΑΘΗΝΑ

Θε να το μάθω, αν ξάστερα μου το ξηγήσης.

ΧΟΡΟΣ

Έξω απ τα σπίτια τους φονιάδες κυνηγούμε.

ΑΘΗΝΑ

Και πού στο τέλος σταματά το φευγατιό τους;

ΧΟΡΟΣ

Εκεί που τι 'ναι ολότελα η χαρά δε ξέρουν.

ΑΘΗΝΑ

Τέτοια λοιπόν φευγιά κι αυτού του στριγγοκράζεις;

ΧΟΡΟΣ

Γιατί τη μάννα του έκρινε να πάη να σφάξη.

ΑΘΗΝΑ

Χωρίς άλλης ανάγκης φόβος να τον βιάζη;

ΧΟΡΟΣ

Σε τέτοιο κρίμα τι μπορεί ένα γυιό να σπρώξη;

ΑΘΗΝΑ

Απ τα δυο μέρη που είστ' εμπρός, τόνα γρικιέται.

ΧΟΡΟΣ

Μ' αυτός ούτ' όρκο δέχεται, ούτε μου βάζει.

ΑΘΗΝΑ

Πώς έχεις δίκιο θες νακούς, μα όχι και νάχης.

ΧΟΡΟΣ

Πώς λες; δεν το ξηγάς; σοφία δα δε σου λείπει.

ΑΘΗΝΑ

Να μη ζητάς τάδικο μ' όρκους να νικήσης.

ΧΟΡΟΣ

Μ' ανάκρινέ μας συ και δίκαζε ίσα πέρα.

ΑΘΗΝΑ

Τάχα σε μένα λες την κρίσι ναναθέσης;

ΧΟΡΟΣ

Πώς όχι; σε σεβόμαστε άξια κι απάξια.

ΑΘΗΝΑ

Τι έχεις σ' αυτά να πης, ω ξένε, στη σειρά σου;
Πες μας τη χώρα, τη γενιά, τις συμφορές σου
κ' έπειτ' αυτήν αντίκρουσε την κατηγόρια
αν στο δίκιο μπιστεύεσαι και τάγαλμά μου
κάθεσαι τούτο και κρατείς πλάι στο βωμό μου
ικέτης ταπεινός, στου Ιξίονα το σχήμα·
μια καθαρήν απόκρισι σ' όλ' αυτά δος μας.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω δέσποιν' Αθηνά, πρώτ' από τα στερνά σου
τα λόγια, θέλω βγάλη μια μεγάλην έγνοια·
δεν είμ' ακάθαρτος· και μόλυσμα στο χέρι
δεν είχα, σα σου πρόσπεσα στάγαλμα ικέτης·
και θα σου φέρω απόδειξι γι' αυτό μεγάλη·
νόμος προστάζει, αμίλητος ο φονιάς νάναι
ως που σφαχτού γαλαθηνού χυθεί το αίμα
πάνω στα χέρια του και τόνε καθαρίση·
είναι καιρός που αγιάστηκα μέσ' σ' άλλα σπίτια
έτσι με τρεξιμιά νερά και με σφαχτάρια.
Λοιπόν λέω να βγήκ' η έγνοια αυτή απ τη μέση·
τώρα και τη γενιά, πούθε κρατώ, θα μάθης:
Αργείτης είμαι, τον πατέρα μου καλά γνωρίζεις
τον Αγαμέμνονα, τον αρχηγό του στόλου,
που εσύ με κείνον έκαμες της Τροίας την πόλι
στάχτη· μα θάνατο κακόν έλαβ' εκείνος
στο γυρισμό του· γιατί η μάννα μου η κακούργα
τον σκότωσε, με ξομπλιαστά τυλίγοντάς τον
βρόχια, που του λουτρού το φόνο μαρτυρούσαν.
Και γω, ως τα τότε εξόριστος· σαν ήρθα πίσω
σκότωσα τη μητέρα μου, ναι, δεν ταρνιούμαι,
μ' αίμα, το αίμα του πατέρα μου εγδικόντας·
κ' είχα σ' αυτό συνένοχο και το Λοξία
που μούλεε πάθια αδήγητα πως θα με σχίσουν
αν στους αιτίους δεν έκανα ό,τι έχω κάνη,
κι αν δίκια ή όχι τόκανα, συ να το κρίνης·
γιατί από σένα ό,τι κι αν γίνη καλώς νάρθη.

ΑΘΗΝΑ

Αν κανείς τόχη δύσκολο το πράμα τούτο
άνθρωποι να δικάσουνε, μα όμως δεν πάει
κ' εγώ δίκες βαρυόργητες φόνου να κρίνω·
μάλιστ' αφού και συ, τέλεια ετοιμασμένος,
καθαρός κι άβλαβος μου πρόσπεσες ικέτης
και σε ντηριούμαι που άφταιγος στην πόλι μου είσαι·
μα ούτε κι αυτές εύκολον είναι ν' αποδιώξης,
κι αν τύχη και δεν πάρουνε την κερδισμένη,
στη χώρα μου φαρμάκι απ τα βρουχίσματά τους
θα στάξη καταγής, βαριά και μαύρη αρρώστεια.
Τέτοια 'ν' αυτά· κ' είτε τις στείλω κ' είτε μείνουν
δύσκολα και τα δυο, χωρίς να μας χολιάσουν
μα μια που ξέσπασεν εδώ το κακό τούτο,
θα βάλω δικαστές που σέβουνται τον νόμο
των όρκων, που θα κάνω εγώ αιώνιος νάναι·
και σεις καλέσετε μαρτύρια κι αποδείξεις
που βοηθούνε για να βγη στο φως η αλήθεια·
κι αφού διαλέξω απ τους πολίτες μου τους πρώτους
θα φέρω την υπόθεσι να ξεδιαλύνουν
σωστά, χωρίς όξ' απ το δίκιο να πατήσουν.

ΧΟΡΟΣ

Τώρα ναι που 'ναι ο χαλασμός
μ' αυτούς τους νέους θεσμούς,
αν θα νικήση αυτού
του μητροκτόνου η δίκη·
τώρα το χέρι πιο εύκολο
θε νάχουν όλ' οι ανθρώποι,
τώρ' απ' εδώ και μπρος πολλά
στ' αλήθεια πάθη φονικά
προσμένουν τους γονιούς απ τα παιδιά.

Γιατί τις εκδικήτρες πια
τις Σκύλλες δεν θε να τραβά
οργή καμιά για τα έργα αυτά
κ' ελεύθερος θάν' ο φονιάς.
Κι ο ένας του άλλου ακούοντας
τις συμφορές θε να ζητά
για τις δικές του ελάφρωσι·
μα είναι κακή παρηγοριά
στο δυστυχή και δε φελά.

Κι ας μην κλαίγεται κανείς,
σαν τον δέρνη η συμφορά,
κράζοντας τα λόγια αυτά:
  - «Πού είσαι Δίκη;
πού των Ερινύων θρόνοι!»
τέτοια θα θρηνή ταχιά
κάποια μάννα ή πατέρας
σαν την πάθουνε· γιατί
πέφτει της Δίκης ο ναός.

Κάπου κι ο φόβος είν' καλός
και να μένη θρονιασμένος
πρέπει μες στο νου φρουρός·
και συμφέρει
η γνώσι και με το στανιό.
Και ποια πόλι ή ποιος θνητός
σα δε θρέφη στην καρδιά
κάποιο φόβο, θα τιμά
και τη δικαιοσύνη πια;

Μήτε με την αναρχία
μήτε πάλι στη σκλαβιά
να το στρέγης για να ζης·
πάντα στη μέση κρατάει το ζύγι ο θεός
και τιμά πότ' αυτό πότ' εκείνο·
σύμφωνα σου λέω μ' αυτά,
πως ο καρπός της ασέβειας είν' ο χαμός,
μα της καθαρής καρδιάς
η καλή και ποθητή
σ' όλους μας καλοτυχιά.

Σου το λέω μια και καλή,
σέβου της Δίκης το βωμό
και με πόδι άθεο
μην τον πατήσης ποτέ, για το κέρδος·
γιατί θε νάρθη η πληρωμή
κ' η ώρα της κρίσεως καρτερεί·
πρώτα κανείς του γονιού ας φυλάη το σέβας,
και τους φιλόξενους νόμους
μέσα στα σπίτια του πάντα
μ' ευλάβεια να κρατή.
Σαν είναι κανείς δίκαιος
με θέλησι του κι όχι απ' ανάγκη,
καλό να ιδή, μα σύρριζα ποτέ δε θα χαθή.
Ενώ ο αντίθεος, λέγω, ο ναύτης
που σέρνει ολούθε αδικομάζωχτο φορτίο,
θ' αναγκαστή με τον καιρό
να κατεβάση τα πανιά, σαν πέφτουν
σπασμένες του οι αντέννες.

Φωνάζει, μα κανείς δεν του γρικάει
μες στη φριχτήν ανεμοζάλη·
κι ο θεός γελά με τον απόκοτο άντρα
σαν παραδέρνη αβόηθος στη συμφορά
την ανεπάντεχη και δε ξεκεφαλώνει·
μα τα πολυκαιρνά τα πρώτα πλούτη
στης δίκης το ξερόβραχο συντρίβει
κι άκλαυτος πάει κι άφαντος.

ΑΘΗΝΑ

Κράξε κλητήρα, κ' ησυχία κάμε στο πλήθος
κ' η σάλπιγγα η Τυρρηνική η βροντοφωνούσα
μ' ανθρώπινο γιομάτη φύσημα, ας σημάνη
περίτρανο διαλάλημα σ' όλο το πλήθος·
γιατί πρέπει, τώρα που το κριτήριο τούτο
μαζεύεται, σιωπή να γίνη και να μάθη
τους νόμους μου εις πάντα τον αιώνα η πόλις
και όλοι αυτοί, για νάβγη απόφασι όπως πρέπει.

ΧΟΡΟΣ

Άναξ Απόλλων, να αφεντεύης στα δικά σου . . .
τι έχεις να κάμης και σ' αυτό το πράμα, πε μας;

ΑΠΟΛΛΩΝ

Ήρθα και για να μαρτυρήσω - γιατί μου είναι
ικέτης απ το νόμο αυτός και των σπιτιώ μου
πρόσφυγας και τονε καθάρισα απ το φόνο -
και για να δικαστώ και γω, γιατί έχω μέρος
στο φόνο της μητέρας του· μα συ, όπως ξέρεις,
της δίκης κάμε εισήγησι και δόσε τέλος.

ΑΘΗΝΑ

Έχετ' εσείς το λόγο και τη δίκη ανοίγω·
γιατί όταν ο κατήγορος μιλήση πρώτος
μπορεί το ζήτημα σωστά να μας φωτίση.

ΧΟΡΟΣ

Αν κ' είμαστε πολλές θάχομε λίγα λόγια
και στη σειρά σου εσύ ένα προς ένα απάντα.
Τη μάννα σου αν εσκότωσες λέγε μας πρώτα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τη σκότωσα· κι αυτό καθόλου δεν ταρνιούμαι.

ΧΟΡΟΣ

Από τα τρία παλαίματα πάει, νά, το πρώτο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Δεν είμαι ακόμα κατά γης να μου καυχιέσαι.

ΧΟΡΟΣ

Τώρα και πώς την σκότωσες να μας πης πρέπει.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Θα πω· με το σπαθί ν' έκοψα το λαιμό της.

ΧΟΡΟΣ

Και ποιος σε παρακίνησε; τίνος ορμήνειες;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Αυτού οι θείοι χρησμοί· και μάρτυρα τον έχω.

ΧΟΡΟΣ

Ο μάντις σ' έβαζε να γίνης μητροκτόνος;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κι ως τώρα δεν μετανοώ μ' ό,τι έχει γίνη . . .

ΧΟΡΟΣ

Σε λίγο άλλα θα λες, σαν θα σ' αρπάξη η ψήφος.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τα θάρρητά μου στου πατρός μου έχω τον τάφο!

ΧΟΡΟΣ

Της μάννας σου φονιάς, στους νεκρούς τώρα ελπίζεις

ΟΡΕΣΤΗΣ

Γιατί είχε πάρη διπλό κρίμα στο λαιμό της.

ΧΟΡΟΣ

Πώς τάχα; δεν ξηγάς σ' αυτούς που θα σε κρίνουν;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Σκότωσε τον πατέρα μου κι άντρα δικό της.

ΧΟΡΟΣ

Εκείνη πάει, σχωρέθηκε· συ, ζης ακόμα.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα όσο που ζούσε, πώς δεν τήνε κυνηγούσες;

ΧΟΡΟΣ

Δεν είταν με τον σκότωσεν από 'να αίμα . . .

ΟΡΕΣΤΗΣ

Κ' εγώ απ της μάννας μου λοιπόν ήμουν το αίμα;

ΧΟΡΟΣ

Και τότε πώς στα σπλάχνα της σ' έθρεψε μέσα,
κακούργε; της μητέρας σου το αίμ' απαρνιέσαι;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τώρα μαρτύρησέ μου εσύ κ' εξήγησέ μου,
Απόλλων, αν τη σκότωσα μ' όλα τα δίκια·
γιατί πως τόκαμα, όπως κ' είναι, δεν ταρνιούμαι·
μα πες μου εσύ αν σου φαίνομαι πως δίκια ή όχι
το αίμα της έχυσα, ν' αποκριθώ σε τούτους.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Σε σας, πόστησ' η Αθηνά κριτήριο μέγα,
σας λέω πως δίκαια τόκαμε· κι ως μάντις πούμαι
ψέμα δε ξέρω· κι απ το μαντικό μου θρόνο
ποτέ ούτε γι' άντρα ούτε γυναίκα ούτε για πόλι
άλλο απ του Δία τις προσταγές δεν είπ' ακόμη·
μάθε λοιπόν πόσο βαραίνει αυτό το δίκιο,
και του πατρός μου τη βουλή, σας λέω, ακλουθήστε,
γιατί απ το Δία πιο δύναμι δεν έχει ουδ' ο όρκος.

ΧΟΡΟΣ

Ο Δίας, κατά πως λες, σούδωκε το χρησμό του,
που είπες του Ορέστη αυτού, να εκδικηθή το φόνο
του πατρός του, χωρίς να λογαριάση μάννα;

ΑΠΟΛΛΩΝ

Γιατί δεν είναι τόμοιο αν σκοτωθή ένας άντρας
πόχει πλήθιες τιμές και θεϊκιά εξουσία,
κι από γυναίκα μάλιστα· κι όχι με βέλη
πολεμικά, που από μακριά ρίχνει Αμαζόνα,
μα όπως θακούσης, Αθηνά, κι όλοι όσ' είστε
που η ψήφος σας θα ξεδιαλύνη αυτή τη δίκη·
γυρνόντας δηλαδή απ τον πόλεμο, αφού είχε
τα πιότερα δεξά κυβερνημένα, - εκείνη
χαρούμενη τον δέχτηκε . . . . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

μα όταν στο τέλος έξω απ το λουτρό περνούσε
τον τουλούπιασε ολόγυρα κ' έτσι πιασμένον
σ' άβγαλτον πέπλο κεντητό, τονέ σκοτώνει·
τέτοιος καθώς τακούσετε χάρος τον βρήκε
τον παντοσέβαστο τον αρχηγό του στόλου·
κ' έτσι κι αυτήν παράστησα, ναγαναχτήσουν
αυτοί που ωρίστηκαν τη δίκη να δικάσουν.

ΧΟΡΟΣ

Ο Δίας κατά το λέγει σου απ' όλα κάλλιο
κρίνει το αίμα του πατέρα· ενώ κι ο ίδιος
έδεσε τον πατέρα του, το γέρο Κρόνο·
πώς συμβιβάζονται μ' αυτά όσα μας είπες;
και σας, σας θέλω μάρτυρες γι' αυτά πακούτε.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Κνώδαλα παντομίσητα, του θεού κατάρες,
οι αλυσίδες να λυθούν μπορεί, κ' υπάρχει
γιατρειά σ' αυτό κι άπειροι τρόποι να γλυτώσης·
μα μια που ένας σκοτωθή και πιεί το χώμα
το αίμα του, ναναστηθή δεν είναι τρόπος·
σ' αυτό αντιφάρμακο δεν έκαμε κανένα
ο πατέρας μου, που όλα τάλλα άνω και κάτω
στρέφοντας φέρνει, δίχως κόπο όπως του αρέσει.

ΧΟΡΟΣ

Κοίτα πώς την αθώωσί του υποστηρίζεις!
αφού της μάννας του το αίμα, αίμα δικό του,
έχυσε καταγής, πώς θα καθήση στο Άργος
στα πατρικά του ανάκτορα; ποιους δημοσίους
θάχη βωμούς να θυσιάζη; ποια φατρία
θα τον δεχτή να λάβη μέρος στις γιορτές της;

ΑΠΟΛΛΩΝ

Κι αυτό θ' αποκριθώ, και πόσο ορθά στοχάσου:
δεν είναι η μάννα που γεννά αυτό που λένε
παιδί της· θρέφει μοναχά το νέο το σπέρμα·
γονιός είν' ό που τόσπειρε· ξένη ενός ξένου
το φύτρο σώζει αυτή - κι αν ο θεός ταφήση·
και θα σου φέρω απόδειξι σ' αυτό που λέω:
πατέρας γίνεται να υπάρξη δίχως μάννα·
μάρτυρας, νά! κοντά του Ολύμπιου Δία η κόρη,
που μέσα σε κοιλιάς δε θράφηκε σκοτάδια,

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

και όμοιο κανείς θεός βλαστάρι δε θα εγέννα.
Μα εγώ, κι απ τάλλο, θενά κάμω, όπως γνωρίζω,
την πόλι σου, Αθηνά, και το λαό μεγάλους,
κι αυτόν ικέτη σούστειλα στα δώματά σου
για να γενή πιστός εις πάντα τον αιώνα
και ναποκτήσης σύμμαχον, θεά, και τούτον
και τα παιδιά του κ' έτσι να κρατάει για πάντα
να στρέγουν κ' οι απογόνοι τους αυτή την πίστι.

ΑΘΗΝΑ

Όσα 'παμε αρκετά· προσκαλώ τώρα τούτους
δίκια με την πεποίθησί τους να ψηφίσουν.

ΧΟΡΟΣ

Αλήθεια εμάς σωθήκανε όλα μας τα βέλη,
μένει νακούσω πώς θενά κριθή ο αγώνας.

ΑΘΗΝΑ

Και σεις; τι πρέπει, για να μην παραπονιέστε;

ΑΠΟΛΛΩΝ

Ακούσατε όσ' ακούσατε, και στην καρδιά σας,
ψηφίζοντας, τον όρκο σεβαστήτε, ξένοι.

ΑΘΗΝΑ

Ακούετε τώρα τον θεσμόν μου, ω Αθηναίοι,
που πρώτες δίκες κρίνετε για αίμα χυμένο·
κι αυτό των βουλευτών το δικαστήριο, πάντα
θα μένη και στο εξής στην πόλι του Αιγέως
και θα συνεδριάζη εδώ σ' αυτό το βράχο,
που στήσανε τις τέντες των οι Αμαζόνες,
σαν ήρθαν με στρατόν, από έχθρα του Θησέως,
και μπρος στο κάστρο επύργωσαν αυτό το νέο
ψηλόπυργο και κάμανε θυσίες στον Άρη
(που αυτό πήρε τόνομα: Άρειος πάγος).
Σ' αυτόν επάνω ο Σεβασμός κι ο αδερφός Φόβος
θα συγκρατούν μέρα και νύχτα τους κατοίκους
να μη αδικούν· φτάνει να μην αλλάζουν μόνοι
τους νόμους· σαν μολύνης το νερό με λάσπες
και βρωμερά αποχύματα, πιο δεν θε νάβρης
πιοτό καθάριο· συμβουλεύω το λαό μου
να μη δεχτή να σέβεται μήτε αναρχία
μήτε δεσποτισμό και μη εξορίση κάθε
φόβο απ την πόλι· γιατί ποιος απ τους ανθρώπους
σαν δεν φοβάται τίποτε θε νάναι δίκιος;
τέτοιο αν τιμάτε ίδρυμα, καθώς του αξίζει,
προπύργιον θενάχετε να σας γλυτώνη
τη χώρα και την πόλι σας, που άλλοι δε θάχουν
ούτε στου Πέλοπος τα μέρη ούτε στους Σκύθες·
αδιάφθορο και σεβαστό με αψιά τη γνώμη
ορίζω το κριτήριο αυτό μέσα στη χώρα
άγρυπνος νάναι φύλακας για όταν κοιμούνται.
Εμάκρυνα τις συμβουλές που είχα να δώσω
για το μέλλον στην πόλι μου· τώρα εσείς πρέπει
να σηκωθήτε να ψηφίσετε και μ' όλο
το σέβας του όρκου σας να κρίνετε τη δίκη.

ΧΟΡΟΣ

Μα εγώ, τη βαρειά παρουσία μας στη χώρα
να μην την ατιμάσετε σας συμβουλεύω.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Σας λέω και γω χρησμούς δικούς μου και του Δία
μην κάμετε αδιαφόρετους, μα ευλαβηθήτε.

ΧΟΡΟΣ

Μα δεν σου παν τα φονικά, νάχης να κάμης
κι αγνά δεν θάχης πια μαντεία να προφητεύης.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Λες κι ο πατέρας μου νάσφαλε στη βουλή του
όταν του πρόσπεσε ο πρωτοφονιάς ο Ιξίων;

ΧΟΡΟΣ

Τα ίδια και στου Φέρητα έκαμες τα σπίτια:
να τον κάμουν αθάνατο έπεισες τις Μοίρες.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Έναν, που σε τιμά, δεν είναι λοιπόν δίκιο
να ευεργετής, αν τύχη μάλιστα σε ανάγκη;

ΧΟΡΟΣ

Συ 'σαι, που τα παλιά μας χάλασες μοιράδια
και τις αρχαίες με το κρασί ξεγέλασες θεές.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Συ 'σαι, που παίρνοντας σέ λίγο τη χαμένη,
τάβλαβο στους εχθρούς σου θα ξερνάς φαρμάκι.

ΧΟΡΟΣ

Εσύ το λες· μα εγώ τη δίκη αν δεν κερδίσω,
θέλει το νοιώση η χώρα αυτή πόσο βαρύνω.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Εσύ και μες στους πιο παλιούς και μες στους νέους
θεούς τιμή δεν έχεις· και θα σε νικήσω.

ΧΟΡΟΣ

Μ' αφού εσύ νέος ποδοπατής τα γερατειά μου,
θα περιμένω ως που νακούσω μια τη δίκη,
γιατί είμαι δίβουλη της χώρας να θυμώσω.

ΑΘΗΝΑ

Σε μένα πέφτει το στερνό να πω το λόγο,
και θα δώσω τη ψήφο μου για τον Ορέστη·
γιατί δεν μ' έχει εμένα μάννα γεννημένη
και προτιμώ σ' όλα τον άντρα - όξω από γάμο -
μ' όλη μου την καρδιά και παίρνω του πατέρα
το μέρος· κ' έτσι δεν θα δώσω σημασία
σε μια γυναίκα, που τον άντρα τον προστάτη
του σπιτιού της εσκότωσε· λοιπόν ο Ορέστης
νικά, κι αν βγουν ακόμη μερασμένοι οι ψήφοι.
Εμπρός, τώρα τους ψήφους βγάλετ' απ τις κάλπες
οι δικασταί, που έχετε οριστή για τούτο.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω Φοίβε Απόλλων, ποια θε νάναι τάχα η κρίσι;

ΧΟΡΟΣ

Ω μαύρη Νύχτα, μάννα μου, τα βλέπεις τούτα;

ΟΡΕΣΤΗΣ

Τώρα εδώ κρίνεται η ζωή κι ο θάνατός μου.

ΧΟΡΟΣ

Για μας, αν θα χαθούν ή αν μείνουν οι τιμές μας.

ΑΠΟΛΛΩΝ

Σωστά τους ψήφους όσους βγάζετε μετράτε
μήπως γίνη στο χώρισμα καμιά αδικία·
ένας να λείψη, γίνουνται κακά μεγάλα,
και μ' ένα ψήφο πιότερο, γλυτώνει σπίτι.

ΑΘΗΝΑ

Αθώος βγήκε αυτός απ το έγκλημα του φόνου
γιατ' ήρθανε στο μέτρημα ίσα ίσα οι ψήφοι.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Ω εσύ Παλλάδα που έσωσες το σπιτικό μου!
συ 'σαι που την πατρίδα μου, που πια δεν είχα,
μου ξαναδίνεις· και θα λένε στην Ελλάδα·
«Αργείτης πάλι εγένηκε και νοικοκύρης
στο βιος το πατρικό του, χάρις στην Παλλάδα
και στο Λοξία, και σ' αυτόν τέλος π' όλα ορίζει
τον Δία σωτήρα, που ευλαβήθηκε το αίμα
του πατρός μου και μ' έσωσε απ' αυτών τα νύχια».
Και τώρα εγώ στη χώρα αυτή και στο λαό σου,
πριν γύρω στην πατρίδα μου, όρκο θα κάμω
για δω και μπρος και για όλο τον καιρό αιώνια:
Κανείς απ τ' Άργος κυβερνήτης τ' άρματά του
μην ξεκινήση καταδώ ταντρειωμένα·
γιατί μες απ τον τάφο μου που θάμαι τότε,
όποιος αυτούς τους όρκους μου θενά πατήση,
με αλόγιστες κακοτυχιές θα τον ταράξω
και θάναι ο δρόμος του άκαρδος και θα σηκώσω
στο διάβα κακοσημαδιές, να μετανοιώση.
Μ' αν τους φυλάγουν, κι αν την πόλι της Παλλάδος
τιμούνε πάντα και βοηθούν με τ' άρματά τους,
έτσι θα μ' έχουν πάντοτε και πιο δικό τους.
Χαίρε λοιπόν, θεά, και συ λαέ της χώρας,
που εχθρός ποτέ στο πάλεμα μη σου γλυτώνη
και τ' άρματά σου νακλουθά για πάντα η νίκη.


ΧΟΡΟΣ

Α, θεοί, νέοι θεοί, τους νόμους τους παλιούς μου
ποδοπατάτε κι απ τα χέρια παίρνετέ μου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

και καταφρονεμένη και βαρυογομισμένη
η μαύρη εγώ, στη χώρα τούτη, αλλοί!
θα στάξω φθορά,
θα χύσω φαρμάκι, θα χύσω,
τάχτι να βγάλω απ την καρδιά
κι απ το φαρμάκι θ' απλώση στη γης
στα φύλλα και στάνθη παντού φυλλοξέρα
  - ω εκδίκησ' εκδίκησι - ναφήση εδώ πέρα.
περνόντας θανάτου φθορά.
Στενάζω· τι κάνω;
βαρειά στους ανθρώπους θα πέσω·
αλλοί μας! πολύ μαυρομοίρες
με το άτιμο πένθος,
αλλοίμονο, κόρες της Νύχτας!

ΑΘΗΝΑ

Ακούτ' εμένα και μην παίρνετε το πράμα
κατάκαρδα· γιατί δεν έχετ' εσείς χάση.
Οι ψήφοι μεραστήκανε κ' εκρίθηκε έτσι
η δίκη κι όχι για δική σας καταφρόνια·
γιατί ήρθε μαρτυρία ξάστερη απ το Δία
και την έφερ' ο ίδιος που είπε στον Ορέστη
πως τίποτε δεν είχε, αν τόκανε, να πάθη.
Λοιπόν μη ξεθυμάνετε πάνω στη χώρα
τη μάνητα σας, μη θυμώνετε και στέρφα
μην την κάνετε, ρίχνοντας τα καυτά βέλη
της αψιάς άφρης σας που κάθε σπέρμα φθείρει.
Γιατί σας τάζω εγώ πως θάχετε, απ' αλήθεια,
σε γη αφιερωμένη σας άδυτα κ' έδρες,
που θρονιασμένες μπρος στους λιπαρούς βωμούς σας
μεγάλες θάχετε τιμές απ το λαό μου.

ΧΟΡΟΣ

Α, θεοί νέοι θεοί, τους νόμους τους παλιούς μου
ποδοπατάτε κι απ τα χέρια παίρνετέ μου

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

και καταφρονεμένη και βαρυογομισμένη
η μαύρη εγώ, στη χώρα τούτη, αλλοί!
θα στάξω φθορά
θα χύσω φαρμάκι, θα χύσω.
τάχτι να βγάλω απ την καρδιά
κι απ το φαρμάκι θ' απλώση στη γης
στα φύλλα και στάνθη παντού φυλλοξέρα.
  - ω εκδίκησ' εκδίκησι - ναφήση εδώ πέρα
περνόντας θανάτου φθορά.
Στενάζω· τι κάνω;
βαρειά στους ανθρώπους θα πέσω·
αλλοί μας! πολύ μαυρομοίρες
με το άτιμο πένθος,
αλλοίμονο, κόρες της Νύχτας!

ΑΘΗΝΑ

Καμιά δεν σας εγένηκε ατιμία! μην πάρα
το παίρνετε κι αμάχη στήνετε με ανθρώπους.
Έχω και γω τα θάρρη μου στο Δία! τι τάχα;
κ εγώ μονάχ' απ τους θεούς τα κλειδιά ξέρω
του μέρους πουν' ταστροπελέκια σφραγισμένα·
αλλά δεν μας χρειάζουνται· μόνου άκουέ μου
και μην καταραστής του κάκου τέτοια λόγια
που θάχουνε καρπό τη δυστυχία της χώρας·
κοίμησε την πικρή χολή του αναβρασμού σου
σαν πολυοτίμητη μαζί μου εδώ που θάσαι,
και θάχης πια στη χώρα ταύτη τη μεγάλη
πρωτόλουβες θυσίες στις γέννες και στους γάμους
που να θυμάσαι πάντα αυτή τη συμβουλή μου.

ΧΟΡΟΣ

Εγώ να πάθω αυτά, καϋμός!
κ' εγώ η πρωτινή να σέρνομαι στη γης
σύχαμα καταφρονεμένο!
λυσσάω απ την οργή, λυσσάω απ το κακό,
ω γης κι ουρανέ!
ποιος σφάχτης στα πλευρά, ποιος σφάχτης με περνά;
άκουσε το θυμό μου, μάννα Νύχτα!
απ τις αρχαίες μου τις τιμές, μ' άνομες πονηριές
με βγάλανε θεοί - κ' είμαι τίποτα πια!

ΑΘΗΝΑ

'Στό συγχωρώ, γιατί είσαι γεροντότερή μου
κι όσο γι' αυτό πολύ αξιώτερη από μένα·
μα έδωκε και σε μας ο Δίας κάποια γνώσι.
Αν φύγετε σε χώρα αλλόφυλη να πάτε
θα θυμηθήτε αυτή τη γης, σας το προλέγω·
γιατί τα χρόνια πούναι για ναρθούν, θα κάμουν
πολύ ενδοξότερη την πόλι μου, και τότε
στην τιμημένη γειτονιά, που θάχης πλάι
στα σπίτια του Ερεχθέα, τόσες τιμές θα λάβης
απ' άντρες και γυναίκες, όσες πουθεν' άλλου.
[Και συ μη σπείρης στους δικούς μου αυτούς τους τόπους
ζιζάνια φονικά, που βλάβουνε τα σπλάχνα
των νέων και με χωρίς κρασί τους ξεφρενώνουν,
μηδέ κορώνης τις καρδιές, σαν των κοκόρων,
κι αμάχη στήνης σπιτικιά μες στο λαό μου
να πολεμούν απόκοτα συναπατοί τους·
με άλλους ας είναι ο πόλεμος, που έφθασε, να τον
και που της δόξας την τρανή θε νάχη αγάπη.
κι όχι σαν του σπιτίσιου του ορνιθιού τις μάχες!]
Τέτοια μπορείς, αν θες, να λάχης από μένα:
καλό να δης, καλό ναβρής, καλό να κάμης.
σ' αυτήν που μαζί θάχομε την άγια πόλι.

ΧΟΡΟΣ

Εγώ να πάθω αυτά, καϋμός!
κ' εγώ η πρωτινή να σέρνομαι στη γης
σύχαμα καταφρονεμένο!
λυσσάω απ την οργή, λυσσάω απ το κακό,
ω γης κι ουρανέ!
ποιος σφάχτης στα πλευρά, ποιος σφάχτης με περνά;
άκουσε το θυμό μου, μάννα Νύχτα!
απ τις αρχαίες μου τις τιμές, μ' άνομες πονηριές
με βγάλανε θεοί - κ' είμαι τίποτα πια!

ΑΘΗΝΑ

Δεν θαποκάμω να σου λέω τα καλά σου,
για να μην πης ποτέ πως απ τη νιώτερή σου
θεάν εμένα κι απ της πόλεως τους ανθρώπους
διώχτηκες άτιμη κι απόξενη αποδώθε.
Μα αν όμως την Πειθώ μ' αγνή καρδιά ευλαβιέσαι,
της γλώσσας μου το γήτεμα ας σε μαλάξη,
και μείν' εδώ· μα αν πάλι και δε θες να μείνης
δεν θάχης δίκιο καν στην πόλι αυτή να ρίξης
οργή κ' εκδίκησιν ή βλάβη στο λαό μου·
ενώ μπορεί στη νόμιμη εξουσία σου νάναι
η χώρα αυτή, και σ' όλα νάχης τις τιμές σου.

ΧΟΡΟΣ

Και δέσποινα Αθηνά, ποιάν έδρα λες πως θάχω;

ΑΘΗΝΑ

Απίκραντη από κάθε θλίψι, μόνου δέξου.

ΧΟΡΟΣ

Δέχτηκα. Ποιες λοιπόν τιμές με περιμένουν;

ΑΘΗΝΑ

Να μην προκόβη δίχως σε κανένα σπίτι.

ΧΟΡΟΣ

Συ θα το κάμης τέτοια δύναμι να πάρω;

ΑΘΗΝΑ

Γιατί όποιος σε τιμά δεξά θα του τα φέρνω.

ΧΟΡΟΣ

Και για όλο τον καιρό εγγύησι θα μου δώσης;

ΑΘΗΝΑ

Ξέρω, πράμα που δεν θα κάμω να μην τάζω.

ΧΟΡΟΣ

Μ' εμάγεψες θαρρώ και την οργή μου αφήνω.

ΑΘΗΝΑ

Ευλόγησε λοιπόν τους φίλους που θα κάμης.

ΧΟΡΟΣ

Και τι ευλογίες μου λες στη χώρ' αυτή να ψάλω;

ΑΘΗΝΑ

Που σε κακιές συνερισιές να μη αποβλέπουν·
και τέτοιες κι απ τη γης κι απ τις θαλάσσιες αύρες
και από τον ουρανό κι απ τις πνοές του ανέμου
στη χώρα με καλόβολους να πέφτουν ήλιους·
και καρπός άφθονος και γης και βοσκημάτων
να μη αποκάνη να φτουρά χρόνο με χρόνο·
γλύτωνε απ το κακό τανθρώπινα τα φύτρα,
μα των ανόμων η σπορά ριξιμιά νάναι.
Γιατί, σαν φυτουργός, δεν στρέγω των δικαίων
το γένος απ' αυτούς βλάβη καμιά να πάθη.
Τέτοια από σένα· κι όσο για τους ματοβρέχτους
και δοξαστούς πολέμους, δεν θα το βαστάξω
καμιά άλλη πόλις τα πρωτεία νάχη της νίκης.

ΧΟΡΟΣ

Θέλω να ζω μαζί με την Παλλάδα,
πια δεν καταφρονώ την πόλι,
που ο Δίας ο παντοδύναμος κι ο Άρης
την κάνουν κάστρο των θεών,
καμαρωμένη απαντοχή
των βωμών όλης της Ελλάδος·
γι' αυτήν καλόγνωμες κ' εγώ
ευχές σκορπώ κι ορίζω:
πλούσιες καλοσοδειές κι άφθονο βιος
απ τη γη μέσα ναναδίνη
του νήλιου το φαιδρό το φως.

ΑΘΗΝΑ

Έτσι γνοιάζομαι 'γώ για την πόλι μου αυτή,
οι μεγάλες με δύσκολη γνώμη θεές,
το κατάφερα εγώ, να καθήσουν εδώ·
γιατί ωρίστηκε, μες στους ανθρώπους αυτές
κυβερνούνε τα πάντα,
κι όποιον λάχη με μάτι καλό και δε δουν,
πούθε τούρχεται ο χτύπος δε ξέρει·
γιατί και των γονιών οι αμαρτίες, εμπρός
τον τραβούνε σ' αυτές, και βουβή η συμφορά,
όσο νάχη μεγάλη φωνή,
μ' αγριώτατη οργή τον ξεκάνει.

ΧΟΡΟΣ

Κακοί άνεμοι βλάβη μη φέρουν
στα δέντρ' - αυτή 'ναι η ευχή μου -
των φύτρων να μην καίη τα μάτια η κάψα
και δεν πετάγουνε οι βλαστοί,
μηδ' ας απλώνεται η κακιά
που φθείρη τον καρπόν αρρώστεια·
τα πρόβατ' ας προκόβη ο Παν
και με διπλή τη γέννα
να τρέφη, στο ταχτό καιρό·
κι ο πλούτος, που απ της γης τα σπλάχνα βγαίνει,
των θεών τα δώρα ας μαρτυρά.

ΑΘΗΝΑ

Και τακούτε λοιπόν, της χώρας φρουροί,
ταγαθά που η σεμνή σας ορίζει Ερινύς;
γιατί και στους θεούς πούναι κάτω απ τη γη
δύναμι έχει μεγάλη και για τους θνητούς,
όπου ζούνε στο φως, τέλειαν έχει εξουσία·
σ' άλλους δίνει τραγούδια και σ' άλλους ζωή
μες στο μαύρο το δάκρυ πνιγμένη.

ΧΟΡΟΣ

Τις κακές ώρες, που θερίζουν
πάρωρα νιάτα, τις ξορκίζω·
και στις χαριτωμένες νιές
άντρα του βίου των σύντροφο δίνετε,
σεις που στο χέρι σας είναι,
και σεις μητραδερφές μου,
Μοίρες, που δίκια μοιράζετε,
που κάθε σπίτι επισκέπτεσθε,
και πάσαν ώρα το δίκιο βάρος
της παρουσίας σας να νοιώθουν κάνετε,
ω πολυοτίμητες σ' όλα θεές.

ΑΘΗΝΑ

Για τη χώρα μου τέτοια ν' ακούω, που αυτές
τόσο πρόθυμα ορίζουν,
μου ξανοίγει η καρδιά, και τη χάρι ευλογώ
της Πειθώς, που τη γλώσσα μου ωδήγα
ναντικρύσω το άγριο των πείσμα.
Μα ενίκησε ο Δίας, του λόγου ο θεός,
κι απ' αυτή μεταξύ μας τη συνερισιά
στο καλό, βγαίνω εγώ κερδημένη.

ΧΟΡΟΣ

Της κακοαχόρταγης Διχόνοιας
εύχομαι, μες στην πόλη αυτή,
το βρουχητό να μη ακουστή·
μηδέ να πιή πολιτών αίμα το χώμα,
που να ζητάη μ' οργή
άλλη ναρπάξη απ την πόλι
εκδίκησι πίσω με φόνους.
Αλλά χαρές μεταξύ τους
να περνοδίνουν, μ' αγάπη αμοιβαία
και να μισούν με μια γνώμη·
γιατ' αυτό σε πολλά, στους ανθρώπους, γιατρειά ναι.

ΑΘΗΝΑ

Της καλής λοιπόν γλώσσας το δρόμο
βρίσκουν όσοι έχουν γνώσι;
απ την τρομερή των την όψιν εγώ
βλέπω κέρδος μεγάλο γι' αυτόν το λαό·
γιατί αν, πρόθυμες, πρόθυμα πάντα και σεις
τις τιμάτε πολύ, δίχως άλλο τη γη
και την πόλι σας θάχετε πάντα σωστή
δικαιοσύνης καθέδρα.

ΧΟΡΟΣ

Χαίρετε, χαίρετε μες στις αγκάλες του πλούτου,
χαίρε λαέ της Αττικής,
που κάθεσαι στο Δία κοντά,
φίλε της φίλης παρθένας
με τιμή πάντα και γνώσι·
όσοι κάτω απ τη σκέπη ζουν της Παλλάδος
κι ο πατέρας της σέβεται αυτούς.

ΑΘΗΝΑ

Και σεις χαίρετε· τώρα περνώ εγώ μπρος,
με το φως το ιερόν αυτής της συνοδειάς,
στους ναούς, που θε νάχετ' εδώ, να σας φέρω.
Προχωρείτε και κάτω απ τα φέγγη ταγνά
μες στη γη που θα μπήτε, καθετί βλαβερό
απ τη χώρα μακριά να κρατήτε,
και να στέλλετε μόνου ό,τ' είν' για καλό
και για δόξα της χώρας.
Και σεις, πούναι δική σας η πόλις αυτή
παιδιά του Κραναού, προβοδάτε τις ξένες σας·
και είθε πάντα ο θεός στο καλό
να φωτίζη τη γνώμη σας!

ΧΟΡΟΣ

Χαίρετε, χαίρετε - και τις ευχές δευτερώνω,
όλοι εδώ στην πόλι αυτή
άνθρωποί της και θεοί,
που την πόλι της Παλλάδος
χαίρεσθε· κι αν με τιμάτε
ξένη εμέ συγκάτοική σας
θάναι ζηλευτή η ζωή σας.

ΑΘΗΝΑ

Με χαρά δέχομαι κι αυτές τις ευλογίες
και σας ξεπροβοδώ με φωτερές λαμπάδες
κάτω στης γης τους τύπους και τα καταχθόνια
μ' αυτές μου τις ιέρειες, που τάγαλμά μου
φυλάγουν - με το δίκιο, γιατί θέλει γίνη
καμάρι αυτής της γης ο δοξαστός σας λόχος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Παιδιά, γυναίκες, συνοδειά, γερόντισσες
με πορφυροβαμμένα ρούχα στολισμένες,
προβαίνετε, κι ας λάμψουν της φωτιάς τα φέγγη,
για να γνωρίζεται για πάντα η παρουσία των
στη χώρ' αυτή, με τάνθισμα γενεάς αντρείας!

ΠΡΟΠΟΜΠΟΙ

Πηγαίνετε στα σπίτια σας, μεγάλες, σεβαστές
παρθένες, κόρες της Νυχτός, που πρόθυμα σας προβοδούν
  - και μ' άγια συνοχή ας ψάλλη η πόλις όλη! -
μες στα παμπάλαια σπήλαια της γης, όπου τιμές
και προσφορές, θυσίες σεμνές, σας καρτερούν.
  - Και μ' άγια συνοχή ας ψάλλη η πόλη όλη! -
Καλόβουλες και σπλαχνικές στη χώρ' αυτή,
ελάτε, θέαινες σεβαστές κ' η φωτερή
στο δρόμο σας λαμπάδ' ας σας ευφραίνη
  - και σεις τώρ' αλλαλάζετε τραγουδιστά! -
Δε θαπολείπουν οι σπονδές στα σπίτια σας ποτέ,
απ της Παλλάδος τον λαόν ο Δίας ο δυνατός
κ' η Μοίρα τόχουν έτσι αποφασίση·
  - και σεις τώρ' αλλαλάζετε τραγουδιστά! -