Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890/Ο σιδηρουργός Μάστρο-Κρόγιας

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1890
Συγγραφέας: Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίσσης
Ὁ σιδηρουργὸς Μάστρο-Κρόγιας
Στο κείμενο διατηρείται η αρχική ορθογραφία του η οποία διαφέρει από το πολυτονικό σύστημα που ακολουθούνταν εκείνη την εποχή, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο συγγραφέας στο κείμενο του Σταθεῖτε, μὴ τρέχωμεν! στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889


Ο ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΟΣ
ΜΑΣΤΡΟ-ΚΡΟΓΙΑΣ

Φίλε κύριε Σκόκε,

Σᾶς στέλλω δια το Ἡμερολόγιον τοῦ έτους 1890, αντι παντος άλλου πενιχροῦ αποκυήματος τῆς φαντασίας μου, ἕν χαριέστατον παραμύθι τῶν ἑλληνίδων την καταγωγην γυναικῶν τῶν Αρελάτων (Arles), πόλεως κειμένης εν τῇ γαλλικῇ επαρχίᾳ Προβηγκίᾳ (Provence), ένθα και ἡ πόλις τῆς Μασσαλίας, πάλαι αποικίας τῶν Φωκαέων, ὡς τοῦτο πασίγνωστον.

Πέποιθα ὅτι θ’ αναγνωσθῇ επιτερπῶς εις την δημώδη γλῶσσαν, ἥν γράφω μεν δυσκόλως, ώφειλα δε ταύτην να μεταχειρισθῶ, επειδη το εν λόγῳ παραμύθι και εν Γαλλίᾳ εις την δημώδη προβηγκιανὴν γλῶσσαν ακούεται.

Αν μ’ ερωτήσετε, εγω δεν το ήκουσα ιδίοις ωσίν, αλλα το εὕρηκα εντος τοῦ Ἡμερολογίου «Armana Prouvençaou pour lou bel an 1889», τουτέστιν εις καθαρεύουσαν γαλλικην γλῶσσαν «Almanac[1] Provençal pour le bel an 1889.»

Μηδε μ’ ερωτήσετε πῶς περιῆλθε το ἡμερολόγιον τοῦτο εις χεῖράς μου· σᾶς λέγω μόνον ὅτι, αφότου και ξένοι μέμφονται ἡμᾶς ὅτι προτιμῶμεν την καθαρεύουσαν τῆς ζώσης τοῦ λαοῦ, ερευνῶ μη δεν έπραξαν και εκεῖνοι ὡς ἡμεῖς, καθορίσαντες ολίγον κατ’ ολίγον την ιδίαν γλῶσσαν απο τῶν χυδαϊσμῶν τῶν παντοῖων αὐτῶν διαλέκτων.

Γάλλιος λόγιος, ὁ μεταφράσας τον κατωτέρω μῦθον απο τῆς προβηγκιανῆς εις την καθαρεύουσαν γαλλικήν, προτάττει τας ἑπομένας παρατηρήσεις·

«Οἱ όντως αριστουργοι συνθέται τῶν παραμυθίων τούτων καταδεικνύουν εις ἡμᾶς ὁπόσον δύναταί τις να καρπωθῇ εκ τοῦ γλαφυροῦ πεζοῦ λόγου τῶν Προβηγκιανῶν, λόγου ζῶντος, βρίθοντος εικονικῶν εκφράσεων, γονίμου απροόπτων σχημάτων, αξέστου και ἅμα διαφανοῦς, γαλατικωτάτου και ἅμα αφελεστάτου.»

Δηλαδη αυτα ταῦτα ἅτινα λέγονται και παρ’ ἡμῖν ὑπερ τῆς δημώδους γλώσσης. Καὶ ὅμως, δι’ ἤν αιτίαν οἱ Γάλλοι ὁμολογοῦν μεν τας χάριτας τῶν παντοίων δημωδῶν διαλέκτων τῆς γλώσσης των, προετίμησαν δε την καθαρεύουσαν αὐτῶν, εν ᾗ ευρίσκουν άλλα, ὡς φαίνεται, πλεονεκτήματα, δια την αυτην και ἡμεῖς προβαίνομεν εις καθαρισμον τῆς ἡμετέρας, καίτοι ὁμολογοῦντες τῶν δημωδῶν αυτῆς παντοίων διαλέκτων την ζωηρότητα.

Είπατε εις τους Γάλλους να επιστρέψωσιν εις τας δημώδεις διαλέκτους των παραιτοῦντες την γλῶσσαν τοῦ Κορνηλίου και τοῦ Ῥακίνα, τοῦ Βίκτορος Οὕγου και τοῦ Λαμαρτίνου των, ὡς άχρουν και αχάριτα. Και ὡσαύτως είπατε εις τον Κοραῆν να τρέψῃ την γλῶσσάν του εις την τοῦ Πτωχοπροδρόμου και την τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ερωτοκρίτου.

Εῖνε μάταιον· έλθετε δε μᾶλλον ν’ ἀκούσωμεν το παραμύθι τῶν Αρελάτων, εις γλῶσσαν ὅσον μ’ ῆτο δυνατον δημώδη.

Ι. Ισιδωριδησ Σκυλισσης.


«Κἄποτε, καθως γνωρίζετε, ὁ αυθέντης ὁ Χριστος καταβαίνει μαζῇ με τον Ἅγιο Πέτρα απο τον παράδεισο εις την γῆ, δια να ιδῇ πῶς πᾷν εδῶ κάτω τὰ πράγματα, καὶ ὅπου χρειάζεται να ὑψώσῃ τους ταπεινούς, και να ταπεινώσῃ τους ὑπερηφάνους.

Λοιπον μία τῶν ἡμερῶν, κυριακή, ῆλθαν να κάμουν ἕνα μικρο γύρο εις ταις Αρέλαταις και τα περίχωρα· επαράλαβαν δε και τον Ἅγιο Ηλία τον Λεμοβικιάνο (Limousin), καθο γέννημα τῆς Προβήγκιας και πολυ αγαπημένο απο τους κατοίκους τῶν Αρελάτων, ὅπου κάθε καλοκαῖρι περιφέρουν το φορτηγο ἁμαξάκι του.

Και πρῶτα, πρῶτα, αφοῦ κατέβηκαν, επῆγαν και σταγυολόγησαν ἕνα δεμάτι ψυχαις δια τον παράδεισο· ὕστερα ἦλθαν ν’ ακούσουν την θεία λειτουργία εις τον ναο τοῦ Ἁγίου Τρόφιμου. Μετα την ἀπόλυση, ενῷ ’στάθηκαν να ιδοῦν τον κόσμο ὅπου έβγαινε απο την εκκλησία και τους καλους χριστιανους τῆς πολιτείας (επειδη και εκεῖνον τον καιρο οἱ άνθρωποι εις ταις Αρέλαταις ῆταν ευλαβέστεροι παρ’ ὅ,τι σήμερα) καθως και ταις εξακουσμέναις δια την ευμορφιά τους Αρελατιναις γυναῖκαις, ὁ αυθέντης ὁ Χριστος γυρίζει έξαφνα και βλέπει τον Πέτρο συλλογισμένο.

— ’Ξεύρεις τίποτε, Πέτρε; τοῦ λέγει.

— Κύριε.

— Εγω λέγω να ’πανδρευθῇς.

— Εγώ… να πανδρευθῶ! Θεε και Κύριε, εῖπεν ὁ Πέτρος· μήπως και ’ξεύρεις να έκαμα καμμία ἁμαρτία βαρύτατη, ὥστε θέλεις να με καταδικάσῃς εις μία μετάνοια ὡσαν αυτή; Καθως βλέπεις, το κρανίο μου ὑαλίζει απο την φαλάκρα· απόμεινε γυμνο ’σαν το γόνατό μου. Παρατηρεῖς και τα γένεια μου.. Α! αν εῖχα δέκα έτη ολιγώτερα, δεν θα έλεγα το ενάντιο· αλλα τώρα πλειά…

— Αφες αυτά, άφες αυτά, απεκρίθη ὁ Κύριος· κάλλιο να ’πανδρεύεται ὁ άνθρωπος παρα να μένῃ ὁλομόναχος.

— Και… ποίαν θέλεις εγω να ’πάρω;

— Την πρώτη, ὅποια και αν ᾖνε, ὅπου θα τύχῃ εις τον δρόμο μας.

— Κύριέ μου, τί να σοῦ ειπῶ; Ας γίνῃ λοιπον κατα το θέλημά σου. Φθάνει να ῇνε, αυτη ὅπου θ’ ἀπαντήσωμε, κἄπως…

— Πέτρε, Πέτρε! δεν σοῦ επιτρέπεται να εῖσαι δύσκολος.

Ὁ Ἅγιος Ηλίας τους ήκουε, κ’ εγελοῦσε ὑποκάτω απο την γενειάδα του.

Επῆραν τότε καὶ οἱ τρεῗς σιωπῶντας τον ανήφορο και ’τράβιξαν κατα το μέρος τοῦ Σταυροῦ (Croix de la Major).

Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και ὁ Κύριος, — Αυτη να ’πάρῃς, Πέτρε.

Ἡ γυναῖκα ὅπου τοῦ έδειξε ῆταν μία γρῃα ὅπου μόλις έσαιρνε τα κουρελοφούστανά της με τα ἑξῆντα, ἑβδομῆντα έτη ὅπου ’σήκωνε εις την ῥάχη της κοῦτσα μιά, και κοῦτσα δυό, καὶ καθάρια επάνω της… ’σαν το ξύλο ὅπου αναιβαίνουν και κουρνιάζουν αἱ κότταις.

— Δια τους οικτιρμούς σου, Κύριε! κράζει ὁ Πέτρος σκεπάζωντας με τα δύο του χέρια τα ’μάτια του. Μεγάλη ἡ χάρις σου, αλλα ποτέ, ουδέποτε θα κάμω ’ταῖρί μου ἕνα πλάσμα ὡσαν αὐτό.

— Πέτρε!…

— Αλλα, Θεέ μου! προτιμῶ να μείνω χηρευμένος καθως εῖμαι. Σε καθικετεύω…

— Πολυ καλά, απεκρίθη ὁ Κύριος χαμογελῶντας, αφοῦ αυτο σοῦ φαίνεται τόσο μεγάλο κακό, και με ἱκετεύεις τόσο, ας ῇνε· σε σπλαγχνίζομαι. Να ιδοῦμε το λοιπον την άλλην ὅπου θα μᾶς τύχῃ… Νά την και ὅλα δι’ αυτήν, νομίζω, δεν έχεις τίποτε να ειπῇς.

— Δι’ αυτη την πυγμαία, ὅπου δεν εῖνε ὐψηλότερη απο μία φροκαλιά; Α! όχι· σπλαγχνίσου με, Κύριέ μου, σπλαγχνίσου με!

— Πρᾶγμα απίστευτο, εἶπε τότε ὁ Ἅγιος Ἠλίας, να ’βρίσκουνται εις ταις Αρέλαταις τόσο κακοκαμωμέναις γυναῖκες! Αί, Πέτρε; άφανταις το λοιπον ’γίνηκαν εκείναις ὅπου είδαμε να ’βγαίνουν απο την εκκλησία προ ολίγου; Επαρατήρησες;… εκείνη μάλιστα την μελαχροινη νέα, ὅπου κατέβαινε με αγγέλου τῳόντι σχῆμα τα σκαλοπάτια τοῦ νάρθηκα!…

— Εσύ, Ἠλία, καλα θα κάμῃς να βάλῃς φυλακη εις το στόμα σου, εῖπεν ὁ αυθέντης ὁ Χριστος εις τον Ἅγιο Ἠλία. Ὕστερα γυρίζει και λέγει εις τον Ἅγιο Πέτρο, ὅπου έπλεε μέσα εις τον ἱδρῶτα και μόλις έστεκε εις τα πόδια του, — Ας ῇνε λοιπόν, Πέτρε ὑπομονη και αυτη την φορά. Τοῦτο ὅμως ὅπου κάμνω δια σέ, γνώρισε πῶς δια κανέναν άλλο δεν θα το έκαμνα. Αλλα τώρα, ὅποια και αν τύχῃ ἡ τρίτη, θα εῖνε αυτη αναπόφευκτα. Μάθε τοῦτο απο τα τώρα, κ’ εμπρός· ας προχωρήσωμε.

Ολίγο παρέκει, — Λάβε, Πέτρε, εῖπεν εις τον μαθητή του ὁ αυθέντης ὁ Χριστὸς· αυτη θα εῖνε ἡ γυναῖκά σου…

Και τώρα θα έχετε περιέργεια να μάθετε ’σαν ποια ῆταν αυτη ἡ τρίτη. Ηταν μία κόρη καλη και τίμια απο την Ταρασκόνα, πτωχη ὑπηρέτρια, αλλα ἡ κακομοίρα (pécaïre) ἕνα φόβητρο απο την ασχημιά της. Δι’ αυτην έλεγαν οἱ συντοπῖταί της, πῶς καλα θα έκαμνε νὰ στέκῃ εις τα χωράφια την ὥρα ὁποῦ κιτρινίζουν τα στάχυα, δια να σκιάζωνται ἅμα την βλέπουν και να φεύγουν τα πουλιά. Μία ξεσκονίστρα μακρυα ὡς εκεῖ ’πάνω, και ξερη δια τον διάβολο…

Ὁ Ἅγιος Ηλίας δεν ημπόρεσε να κρατήσῃ τα γέλοια· αν ειπῇς ’δια τον Ἅγιο Πέτρο, μόλις εσήκωσε τα ’μάτια του προς εκεῖνο το ελεεινο γύναιο, και έγινε ἡ όψη του ’σαν τοῦ νεκροῦ. Τί να κάμῃ ὅμως; Έκλινε την κεφαλή του και εῖπε, «Θεε καὶ Κύριε! αφοῦ πλειο δ’ εμπορῶ να σοῦ ειπῶ το όχι, γενηθήτω το θέλημά σου ὡς εν ουρανῷ και επι τῆς γῆς

— Και τώρα λοιπόν, φίλοι μου, εῖπεν ὁ Κύριος, εδῶ κοντα εῖνε ὁ ναος τοῦ Ἁγίου Γαβριήλ· ελᾶτε εκεῖ να πᾶμε, επειδη εις εκεῖνον τον δρόμο έχομε και κἄτι ἄλλο να κάμωμε, πρᾶγμα σπουδαῖο πολύ.

Έτσι επῆραν τον δρόμο και οἱ τέσσαρες, — ήγουν τέσσαρες μαζῇ με τὴν Ταρασκονέζα, — καὶ μιά, καὶ δυό, πᾷν κατα την εκκλησία τοῦ Ἁγίου Γαβριήλ. Ὁ Πέτρος, έλεγες πως εσύρνετο, και όχι πῶς επροπατοῦσε.

Οχι μακρυα απο την εκκλησία τοῦ Ἁγίου Γαβριηλ ειχε το εργαστήρι του ἕνας σιδηρουργος εξακουσμένος· το σφυρί του ἠκούετο απο μακρυα να κουδουνίζῃ επάνω εις τον άκμονα. Αυτος ὁ σιδερᾶς ωνομάζετο Μαστρο-Κρόγιας. ῀Ηταν ἕνας άνθρωπος μαῦρος εις την όψη, βαρύς, σωματώδης, και γεμάτος απο έπαρση· έλεγε πῶς κἀνένας δεν τοῦ εβγαζε πλώρη, ήγουν επάνω εἰς την τέχνη του, και πῶς ῆταν ὁ μάστορας τῶν μαστόρων σιδεράδων, όχι μόνο μέσα εις ταις Αρέλαταις, αλλα και έξω, εις απόσταση σαράντα ὡρῶν.

Τέτοιαν οίηση την εῖχεν ὁ Μαστρο-Κρόγιας.

Προχωροῦν, προχωροῦν, φθάνουν εις το εργαστήρι του, καὶ πρῶτος απο ὅλους εμβαίνει μέσα ὁ Ἅγιος Ηλὶας. — καθο σιδηρουργος και αυτος ἕναν καιρό. ῀Ηταν ὅλος χαρά, ὅπου ’ξανάβλεπε τὰ πράγματα τῆς παλῃᾶς του τέχνης. Ὁ αὐθέντης ὁ Χριστός, ὁ Πέτρος και ἡ αρραβωνιστική του εμβῆκαν και αυτοι κατόπι του.

Τώρα, καθως καταλαβαίνετε, ὁ αυθέντης ὁ Χριστος δεν εἶνε χρεία ν’ ακούσῃ τον καθένα τί λέγει, δια να μάθῃ τί έχει μέσα εις τον νοῦ του. — Ηλία, σκύβει και λέγει εις το αυτι τοῦ Ἁγίου Ηλία παίρνωντας το σφυρι απο τα χέρια του, άφες με εγω ν’ αποστομώσω αυτον τον άνθρωπο, και συ φύσα μόνο την φωτιά.

— Καλῶς τα κάμνεις, μάστορα! εῖπεν ὁ Κύριος εις τον μάστορα τῶν μαστόρων σιδεράδων. Δεν μοῦ κάμνεις την χάρη να με αφήσῃς μία στιγμή, αν αυτο δεν σε πειράζῃ, να σφυρηλατήσω κἄτι τι επάνω εις τον άκμονά σου, αφοῦ, καθως βλέπω, εσχόλασες και ακόμη δεν έσβυσε ἡ φωτιά; Κἄπως κ’ εγω έχω κάμει εις αυτη την δουλειά, και μάλιστα, αν ηρχόμασθε πλειο ’νωρίς, ημποροῦσα και να σοῦ έδινα κἀνένα χέρι.

Εῖπε με τον νοῦ του ὁ σιδερᾶς, πῶς ὁ αυθέντης ὁ Χριστος θα ῆταν κἀνένας επιτήδειος μαθητής, ίσως ὁ υἱος κἀνενος καλοῦ μαστόρου, η και κἀνενα αρχοντόπουλο ὅπου ήθελε τάχατες να διασκεδάσῃ.

— Ὅπως αγαπᾷς, τοῦ αποκρίνεται· έπαρε και δοκίμασε. Ὅμως ήθελα προτήτερα να μοῦ ειπῇς, δεν φοβᾶσαι, ξανθούλη μου, μη μαυρίσῃς αυτά σου τα κάτασπρα χέρια, η μη καύσῃς τον μανδύα σου και λερώσῃς και τα εύμορφά σου τα μάγουλα;

— Δεν βλάφτει· αν ολίγο λερωθῶ, το πηγάδι σου εῖνε παρέκει· ’πάγω ὕστερα καὶ πλύνομαι.

— Ὅρισε λοιπόν, παλληκάρι μου. Νά, την ποδιά μου· έπαρέ την και κούμβωσέ την επάνω σου. Να ιδῶ τί εῖσαι καλος να κάμῃς. Σ’ επῆρα απο καλο ’μάτι, και ημπορούσαμεν να συμφωνήσωμεν, να ελθῇς εις την δουλεψή μου. Λέγω πῶς να γίνῃς άνθρωπος, αν κἄπως εργάσθηκες κοντα εις μαστόρους καλούς.

Ὁ Ἅγιος Ηλίας εφλέγουνταν απο την επιθυμία να ’πάρῃ αυτος το σφυρί, δια να δείξῃ την τέχνη του.

— Αν ήθελες εγω να σε βοηθήσω, σκύφτει και λέγει εις τον αυθέντη τον Χριστό.

— Όχι, ὁχι, Ηλία· αλλα καθως σοῦ εῖπα, εσύ μονο να φυσᾷς, απεκρίθηκε ὁ Κύριος.

Εις αυτα επάνω, αφίνει ὁ αυθέντης ὁ Χριστος τον γαλάζιο του μανδύα, ανασύρει τοῦ ῥούχου τα μανίκια, περιζώνεται την δερμάτινη ποδιά, και… — Εσύ, Πέτρε, έπαρε αυτο το σφυρί.

Πιάνει τότε μ’ ἕνα εύμορφο τρόπο την κόρη ὅπου εῖχαν φέρει μαζῇ τους, καὶ ζούφ! την καθίζει επάνω εις τὴν φλόγα και τον καπνο τῆς φωτιᾶς. Ήκουες «Άϊ! άϊ! άϊ!» ἡ Ταρασκονέζα. Και ὕστερα ζούφ! την ίδια επάνω εις τον άκμονα. Και πάτα! τάτα! πάτα! τάτα! Κτύπα μόνο, Πέτρε, κ’ έγνοια σου.

Ο Πέτρος το ’πῆρε με τα σωστά του· ανέβαζε και κατέβαζε εκεῖνο το σφυρί, ὡς να ’κτυποῦσε καθαυτο πυρο σίδερο.

Ὁ καπνος ὅπου ανέβαινε απο το καμίνι τοῦ σιδερᾶ εμοσχοβολοῦσε. Ὁ κακομοίρης ὁ Μαστρο-Κρόγιας εκύτταζε αυτα ὅλα ’σαν παραλογισμένος. Τοῦ ’φαίνουνταν πῶς εις τ’ όνειρό του τα έβλεπε.

Να μην τα πολυλογῶ, αφοῦ καλα ανέβηκαν και κατέβηκαν τα σφυριά, τινάζοντα κάθε φορα ταις σπίθαις εις ὅλο το εργαστήρι, και αφοῦ ὅλη ἡ δουλεια ετελείωσε, — και θεϊκα μάλιστα, ειμπορῶ νά σᾶς ειπῶ, — ὁ αυθέντης ὁ Χριστος ένδυσεν αμέσως την νύφη· αυτη δέ, καθο κουρασμένη, επειδη κ’ επέρασε τρεῖς φοραις απο την κόλασι εις το καθαρτήριο τοῦ σφυριοῦ, εκάθησε επάνω εις τον άκμονα και έτριψε τα μάτια της, ’σαν να ξύπνησε εκείνη την στιγμή. Τί να ιδῇς! απο μακρυα ὅπου ῆταν ’σαν κονταρόξυλο, εῖχε γίνει ούτε ὑψηλή, ούτε κοντή· ευμορφοκαμωμένη, παχουλη ’σαν να την έβγαλες απο τον τόρνο… τόσο ποῦ ὁ Πέτρος έχασε το νοῦ απο την χαρά του, να βλέπῃ, ῶ τοῦ θαύματος! εκείνη την αρραβωνιστική του λευκη ’σαν τον κρῖνο, με τριανταφυλλένια μάγουλα, μία νέα παρθένα ’σαν το κρύο νερό· και να τον βλέπῃ, και να τοῦ χαμογελᾷ γλυκά, γλυκά.

— Αί, φίλε, γυρίζει τότε και λέγει ὁ Ἅγιος Ηλίας εις τον Μαστρο-Κρόγια· πῶς την βλέπεις αυτη την εργασία; Σοῦ φαίνεται πῶς να επέτυχε;

— Μ!… κἄμποσο καλά, δια ἕνα παιδί ὅπου δεν εῖνε αυτη ἡ καθαυτο δουλειὰ του· — αποκρίνεται ὁ σιδερᾶς μ’ ἕνα στρυφνο χαμόγελο· — κίτρινος ὅμως σαν το κυδῶνι το ὥριμο.

— Λοιπον έχε ’γειά, εῖπεν ὁ Ἅγιος Ηλίας, και καλή σου φώτιση, μάστορα τῶν μαστόρων σιδεράδων· καλή σου φώτιση!

Και νά σου ὁ καλός σου ὁ Ἅγιος Πέτρος κλίνει και προσφέρει εις την αρραβωνιστική του τον αγκῶνά του· αυτη κοκκινίζει και στηρίζεται ’πάνω του, και κατ’ αυτον τον τρόπο βαστούμενοι και οἱ δυό τους, νύφη και γαμβρός, παίρνουν τον δρόμο αργά, αργά, κατα την εκκλησία.

Μόλις ὁ αυθέντης ὁ Χριστος επάτησε το κατόφλι τοῦ ναοῦ, και ὁ κώδωνας ήρχησε μόνος του να σημαίνῃ ἑορτάσιμα, και οἱ πολυέλαιοι αμέσως ήναψαν ὅλοι αφ’ ἑαυτοῦ τους. Εκεῖ, εμπρος εις το ἅγιο βῆμα, εγονάτισαν ὁ γαμβρος και ἡ νύφη, και ὁ αυθέντης ὁ Κύριος τους έδοσε την ευλογία του.

Ας έλθωμε τὼρα εις τον Μαστρο-Κρόγια.

Αφοῦ ’βγῆκαν οἱ ἅγιοι απο το εργαστήρι του, πράσινος αυτος απο την ζήλεια του, — Ά, εῖπε με τον νοῦ του· τώρα θα ιδοῦν αν δεν εῖμαι κ’ εγω επιτήδειος να κάμω αυτο το ίδιο ποῦ έκαμε. Θέλω κ’ εγω να έχω μία γυναῖκα εύμορφη και ’σαν το κυπαρίσι λυγερή. — Βρε Ζαμπετώ![2] λέγει εις την γυναῖκα τσυ ἅμα την εῖδε και ῆλθε (επειδη κ’ έλειπε αυτη απο το εργαστήρι την ὥρα ὅπου ὁ αὐθέντης ὁ Χριστος εῖχε κάμει το θαῦμά του)· βρέ γυναῖκα! να ιδῇς τί έχω τώρα να κάμω· μόνο συ καθόλου να μη φοβηθῇς.

Και ὁ μασκαρᾶς, αλήθεια κ’ αλήθεια, ἁρπάζει ὡς να ’πῄς άψε, σβύσε την γυναῖκά του, μία γυναῖκα μεσόκοπη, καμποῦρα ὅμως και στραβοσκέλα. και ζούφ! την καθίζει μέσα εις το καμίνι του!

Βάλλει ταις φωναις ἡ κατακακομοίρα· «Βρε άνδρα τί κάμνεις; Έλεος! έλεος!» ὡς ὅπου ὁ καπνος τῆς έκοψε την αναπνοη κ’ εκατάπνιξε ταις φωναίς της. Και ζούφ! αυτος την ’παίρνει μέσ’ απο την φωτια και την ῥίχνει εις τον άκμονα. Και δός του, δός του ταις βαρειαις σφυρειαις επάνω ’ςτο σῶμά της.

Ναί! κάθου περίμενε· ούτε μία σπίθα δεν έβγαινε. Αμ’ βγαίνει ποτε σπίθα απ’ ἕνα σακκι γεμάτο κοπριά; Εκεῖνος έλεγε πῶς θα τοῦ γίνουνταν μία κόρη εύμορφη ’σαν τον ἥλιο, και αντι εκεῖνο ποῦ ’περίμενε, τί να ιδῇ ’πάνω ’ςτον άκμονά του; ἕνα φρικτο σωρο απο κρέας και κόκκαλα· και μαῦρο ’σαν την πίσσα.

— Γυναικοῦλά μου, γυναικοῦλά μου!

— Ναί, γυναικοῦλά σου! περίμενε πῶς θα σοῦ αποκριθῇ! Αφοῦ βλέπεις ποῦ την έκαμες κουρκοῦτι.

Εκείνη ἡ δυσωδία τοῦ καπνοῦ ποῦ ’χύθηκε παντοῦ τριγύρω ῆταν να κρατῇ κἀνεις την μύτη του και να φεύγῃ μία ὥρα μακρυά.

Αί! τώρα, Μαστρο-Κρόγια; Τί σκοπο τον έχομε, ὕστερ’ απ’ αυτη την συμφορά;

Πέφτει το σφυρι απο τα χέρια του· ὅλο το αἷμά του εκόπηκε εις την καρδιά του. Αφίνει το εργαστήρι του, και τρέχει ’σαν παλαβος ίσα τον δρόμο ποῦ εῖχε πάρει και το ξανθο εκεῖνο παλληκάρι, στοχαζόμενος πῶς αυτο και μόνο ημποροῦσε να διορθώσῃ το μέγα κακο ποῦ έπιασε ὁ ξεμυαλισμένος κ’ έκαμε.

Καθως τον ήκουσε ὁ αυθέντης ὁ Χριστος να έρχεται εξοπίσω του, στέκει και γυρίζει να τον κυττάξῃ.

— Αυθέντη, αυθέντη μου! εῖμαι ἕνας ανάξιος. Κράζει και τοῦ λέγει ὁ σιδερᾶς λαφασμένος. Ἥμαρτον, και να με σπλαγχνισθῇς. ῀Ηλθα να σοῦ ειπῶ....

— Ξεύρω τί ηκολούθησε, — τοῦ αποκρίνεται ὁ αυθέντης ὁ Χριστός. Ὅμως δι’ αυτή σου την μετάνοια σε σπλαγχνίζομαι και σε συγχωρῶ. Γύρισε εις το εργαστήρι σου, και ὅλα πᾷν καλά. Αλλα πρόσεξε, άλλη φορα να μην έχῃς την οίηση πῶς εἶσαι μάστορας τῶν μαστόρων. Αυτο κἀνεις να μην το ειπῇ.

Ὁσάκις διηγεῖτο το παραμύθι τοῦτο ἡ μάμμη, εσταυροκοπεῖτο προσθέτουσα·

«Και τότε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Ἅγιος Ηλίας, ὁ Ἅγιος Πέτρος και ἡ ταπεινη εκείνη ὑπηρέτρια έγιναν αέρας μέσα εἰς την εκκλησία και εχάθηκαν εις τα ουράνια. Ὁ σιδερᾶς απο το άλλο μέρος έφυγε τρέχωντας ταχύτερα παρα καθως ὅπου ῆλθε, και τι να ιδῇ εις το κατόφλι τῆς θύρας τοῦ εργαστηριοῦ του; την γυναῖκά του να τον προσμένῃ ἥσυχη, ὡσαν τίποτε να μην τῆς ηκολούθησε. Έπλεκε την κάλτσα της.

Σᾶς αφίνω να στοχασθῆτε με τί χαρα την επῆρε και την ασπάσθηκε.

Και νά, με ποῖο τρόπο, σαν ὁ Θεος ευδοκήσῃ, σηκόνει τους ταπεινους απο τα κάτω, και ταπεινόνει τους ὑπερήφανους.»


  1. Αξιοπαρατήρητον εἶνε, ὅτι και τῶν προβηγκιανῶν ἡ διάλεκτος, καθως ἡ καθ’ ἡμᾶς δημώδης, τρέπει προ τοῦ μ το λ εἰς ρ, armana λέγουσα, αντι almana. Και παρ’ ἡμῖν ὁμοίως ἅρμη προφέρεται η ἅλμη και ἁρμυρο το ἁλμυρόν.
  2. Gibeto