Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890/Ο πρώτος και τελευταίος χορός

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1890
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Σκόκος
Ὁ πρῶτος καὶ τελευταῖος χορός


Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ
[Σελὶς ἐκ τοῦ καθ’ ἑκάστην βίου]
ΥΠΟ
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ

ΣΠΑΝΙΩΣ ἡ Λίνα ὑπῆρξε τόσον εὐτυχής, ἀλλὰ καὶ τόσον θελκτικὴ καὶ ἐπέραστος, ὅσον κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τοῦ Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν συμπληρώσασα τὰς τελευταίας λεπτομερείας τῆς κομμώσεώς της, καὶ διευθετήτασα πρὸ τοῦ κατόπτρου, διὰ χιλιοστὴν ἤδη φοράν, τὰ ἐπὶ τῆς πλουσίας ξανθῆς της κόμης συμπεπλεγμένα ἄνθη, τὰς ἀδαμαντίνους καρφίδας καὶ τὰς πρὸ τῶν στέρνων ἀφρώδεις παρυφὰς τῆς πολυτελοῦς ἐσθῆτος, ἀνέμενεν ἀπὸ πολλῆς ὥρας καὶ μετὰ παλμῶν γλυκείας ἀνυπομονησίας τὴν ἐπάνοδον τοῦ Κίμωνος. Ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ἑσπέραν διδόμενον χορὸν τοῦ ὁποίου ἡ λαμπρότης προεμηνύετο μοναδική, ὡς εἶχον ἤδη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν προαναγγείλῃ τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἔμελλε νὰ συναντηθῇ ὑπὸ τὴν μεθυστικὴν ἀτμοσφαῖραν τῶν φώτων, τῆς μουσικῆς καὶ τῶν εὐωδιῶν ὅ,τι ὡραῖον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὸ ἀφρόγαλα τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας, εἰς πλοῦτον, νεότητα, κάλλος.

Καὶ ἦτο τόσον εὐτυχὴς τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο ἡ Λίνα! Κῦμα ἀορίστων συγκινήσεων ἐπλημμύρει ἤδη τὴν καρδίαν της, ὡς νὰ ᾐσθάνετο ἀπὸ τοῦδε ὅλην τὴν γοητείαν καὶ τὴν ἡδυπαθῆ παραζάλην τοῦ χοροῦ κυλιομένην εἰς τὰς φλέβας της, ἀκτινοβολοῦσαν ἐν τῇ φαντασίᾳ της καὶ μαγεύουσαν τὰς αἰσθήσεις της.

Καὶ ἴσως δὲν εἶχεν ἄδικον. Διότι, τὸ πρῶτον τότε, ἀφ’ ἧς ἐνυμφεύθη περὶ ἑπτὰ μηνῶν, ἔμελλε νὰ ἐμφανισθῇ ἐπισήμως εἰς τὸν στιλπνὸν κόσμον τῶν αἰθουσῶν καὶ νὰ ἐπιδείξῃ εἰς τὰ ἄπληστα αὐτοῦ ὄμματα ἐπίφθονον πλοῦτον κάλλους, χάριτος, εὐφυΐας καὶ μορφώσεως. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι καὶ ἄλλοτε ἡ μήτηρ τῆς Λίνας ὡδήγει ἐνίοτε αὐτὴν εἰς τὰ ἐκλεκτὰ κέντρα τῶν χορῶν καὶ ἑσπερίδων. Ἀλλὰ τότε, κόρη εἰςέτι, ἐν τῇ παρθενικῇ της ἁγνείᾳ καὶ συστολῇ, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν αὐστηρᾶς οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς καὶ τὰ ἄγρυπνα μητρικὰ βλέμματα, οὔτε ἠδύνατο οὔτε ἐτόλμα ν’ ἀνοίξῃ τούς ὡραίους θησαυροὺς τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματός της εἰς τὸν πρὸ αὐτῆς παρελαύνοντα κομψὸν καὶ ἐράσμιον κόσμον τῶν αἰθουσῶν.

Ἀλλὰ τώρα ὅτε ἡ κοινωνική της θέσις εἶχεν ἀλλάξει, ὅτε στηριζομένη ἐπὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὸν βραχίονα λατρευτοῦ συζύγου ἠδύνατο νὰ βαδίσῃ ἀσφαλέστερον καὶ ἐγγύτερον πρὸς τὸν κόσμον καὶ τὰ θέλγητρα αὐτοῦ, ᾐσθάνετο ὅτι ἠνοίγοντο αὐτομάτως πρὸ αὐτῆς, ὡς δι’ ἀοράτου μαγικῆς χειρὸς, νέοι τώρα ἄγνωστοι καὶ εὐρύτεροι ὁρίζοντες ἀπολαύσεων, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἀπέκτα ἐφεξῆς μείζονα καὶ ἀναφαίρετα δικαιώματα. Δι’ αὐτὴν τὼρα πλέον ὁ κόσμος καὶ αἱ μαρμαίρουσαι πολυδαίδαλοι εἰκόνες αὐτοῦ δὲν διήρχοντο, ὡς ἄλλοτε ἐν τῇ δειλῇ της φαντασίᾳ, ὡςεὶ συγκεχυμένον καὶ ἡμίσβεστον ὄνειρον, ἐφ’ οὗ δὲν ἐτόλμα νὰ ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα καὶ ἐγγίσῃ αὐτὸν ἐν τῇ πραγματικότητι. Τοὐναντίον· ἀφ’ ὅτου ἐγένετο σύζυγος, ἀφ’ ὅτου ὑπὸ τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Κίμωνος συνῃσθάνθη ἐν ἑαυτῇ ἀναβλυζούσας πηγὰς νέων πόθων καὶ ὁρμῶν, ὁ κόσμος ἀπεκαλύπτετο καὶ διεκρυσταλλοῦτο ὁλονὲν ἐν τῇ διανοίᾳ της ἐναργέστερος, ἀληθέστερος, γλυκύτερος, πραγματικώτερος, προςλαμβάνων νέα τώρα ἐπαγωγὰ χρώματα, νέον κάλλος καὶ σκοπὸν καὶ θέλγητρον.

Καὶ ἠδύνατο ἄρα καὶ ἐπεθύμει νὰ ἐρευνήσῃ ψηλαφητότερον τὸν μέχρι τοῦδε ἄγνωστον αὐτὸν κόσμον, νὰ συμφυρθῇ ἐν τῇ δίνῃ τῶν χορῶν καὶ τῇ μέθῃ τῶν ἀπολαύσεων, ν’ ἀφήσῃ ἀδέσμευτα τὰ χείλη της, τὸ πνεῦμά της, τὰ βλέμματά της, τὰς ἐντυπώσεις της, τὰς συγκινήσεις της, τὰς φιλοφρονήσεις καὶ τὰ μειδιάματά της, καὶ νὰ σκορπίσῃ περὶ αὐτὴν μαγείαν καὶ αἴγλην.

Καὶ ἦτο τόσον βεβαία ὅτι τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο ἤθελεν ἀνακηρυχθῇ ἡ βασίλισσα τῆς συναναστροφῆς, καὶ ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν θὰ συνήντα εἰς τὰ πρωϊνὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων τὸ ὄνομά της διαλάμπον διὰ φωτεινῶν γραμμῶν ἐν ταῖς περιγραφαῖς τοῦ χοροῦ καὶ παραδιδομένων εἰς τὸν κοινὸν θαυμασμόν!…

Ἀλλ’ αἱ στιγμαὶ παρήρχοντο βραδεῖαι καὶ ἀτελεύτητοι, καὶ ὁ Κίμων δὲν ἐνεφανίζετο.

— Περίεργον! πῶς νὰ μὴν ἔλθῃ ἀκόμα! τί νὰ τοῦ συνέβη ἆρά γε; Μήπως ἐλησμόνησε τάχα ὅτι τὸν περιμένω ἀπὸ μιᾶς ὥρας;…

Ἐμονολόγει βηματίζουσα κατὰ μῆκος τοῦ θαλάμου.

Καὶ αἴσθημα στενοχωρίας ἐπορφύρου τὰς ῥοδολεύκους παρειάς της. Ἔστρεφεν ἀδιαλείπτως τὸ βλέμμα ἐπὶ τοῦ ἀνηρτημένου εἰς τὸν τοῖχον ὡρολογίου· ἄλλοτε πάλιν ἐκάθητο μηχανικῶς πρὸ τοῦ κυμβάλου σκορπίζουσα τοὺς κρινώδεις καὶ λεπτοφυεῖς δακτύλους ἐπὶ τῶν πλήκτρων, ἐκτελοῦσα ἀσκόπως καὶ ἄνευ ἀλληλουχίας ἀσυνάρτητα τεμάχια μουσικῆς, ὅσα τῇ ἐπήρχοντο ἀπὸ μνήμης· ὁτὲ δὲ ἤνοιγε καὶ παρετήρει τὴν μικρὰν χρυσοποίκιλτον πινακίδα, ἐν ᾗ εἶχε σημειώσει τοὺς χορούς, καὶ ἄλλοτε ἀνηγείρετο μετά τινος ἀδημονίας καὶ ἐφυλλομέτρει τὰ ἐπὶ τῆς τραπέζης λευκώματα, θέλουσα οὕτω νὰ ἐπιταχύνῃ τὰς στιγμὰς ἐκείνας τῆς ἀτελευτήτου προσδοκίας. Ἐπλησίαζεν ἤδη ἡ δεκάτη ὥρα τῆς νυκτὸς καὶ ὁ Κίμων παραδόξως δὲν ἐπανήρχετο.

— Ἆ! μὰ αὐτὸ καταντᾷ ἀνυπόφορον! Ἀκοῦς ἐκεῖ, νὰ μὴ φανῇ ἀκόμα. Ὁ χορὸς θὰ ἔχει ἀρχίσει τώρα, καὶ αὐτὸς τίς οἶδε ποῦ νὰ ἐλησμόνησε τὸν ἑαυτόν του, ἐνῷ ἐγὼ ἐδῷ πνίγομαι ἀπὸ στενοχωρίαν. Ἆ! θέλω νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἰδῶ τί δικαιολογίας θὰ μοῦ ἐπινοήσῃ.

Κατάκοπος δὲ ἐκ τοῦ ἀγῶνος τῆς προςδοκίας ἐρρίφθη ἀσθμαίνουσα ἐπί τινος ἔδρας καὶ στηρίξασα ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς τὴν ἀγαλματώδη καὶ ἐκφραστικὴν αὐτῆς κεφαλήν, ἐνῷ διὰ τῆς ἄλλης ἀνεκίνει ἐλαφρῶς τὸ ῥιπίδιόν της, ἐβυθίσθη εἰς παρατεταμένας σκέψεις.

Καὶ προςεπάθει νὰ ἐξηγήσῃ τὴν παράδοξον ἀφάνειαν τοῦ Κίμωνος κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, συνδυάζουσα πρὸς αὐτήν, πρώτην τότε φοράν, τὰς ἐντυπώσεις ἃς τῇ παρεῖχεν ἀπό τινων ἡμερῶν ἡ ἀνεξήγητος ἀλλοίωσις τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ συζύγου της. Καὶ ἐν τῷ συνειρμῷ τῶν ἀφυπνιζομένων διαλογισμῶν της ἀνεύρισκεν ὅτι ὁ Κίμων δὲν ἦτο ὁ αὐτὸς οἷος πρὸ ἑπτὰ μηνῶν, ὅτε τὴν ἐνυμφεύθη, φαιδρός, εὔχαρις, εἰλικρινής, ὅλος ἐνθουσιασμὸς καὶ προςήλωσις πρὸς τὴν χρυσῆν του Λίναν, ὡς τὴν ἀπεκάλει. Ἡ ὀξυδέρκεια τῆς ψυχῆς της διέβλεπεν ὁμίχλην καὶ σύννεφα εἰς τὸ βάθος τῆς ἰδικῆς του. Ἀμυδρῶς πως ἀνεμιμνήσκετο ὅτι ὁ Κίμων τελευταῖον ἐφαίνετο ἀφῃρημένος, κἄπως ἔξαλλος καὶ ἀσυνάρτητος, ὡςὰν νὰ ἔκρυπτε κανὲν ἔνοχον μυστικὸν ἢ καμμίαν ἀλλόκοτον θύελλαν εἰς τὴν ψυχήν του.

Ἐπὶ πολλὴν ὥραν εἶχε παραδοθῇ οὕτω ἡ Λίνα εἰς ἑαυτήν. Ἀλλ’ εἶτα ἀνηγέρθη, ὡςεὶ ἀπαλλαττομένη τοῦ βάρους ὀδυνηρᾶς σκέψεως, καὶ φέρουσα τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ συνοφρυωθέντος ἀλαβαστρίνου μετώπου της;

— Ἆ! ὄχι! ἀνεκραύγασε μετ’ ἀξιοπρεποῦς καὶ ἀγερώχου χειρονομίας. Ὄχι! εἶνε ἀδύνατον! Ὁ Κίμων εἶνε εὐγενὴς καὶ γενναῖος χαρακτήρ, καὶ μὲ ἀγαπᾷ, εἶμαι βεβαία. Ἀλλὰ πῶς δὲν ἐφάνη ἀκόμα!

Καὶ διηυθύνθη αὐτομάτως εἰς τὸ πρὸς τὴν ὁδὸν παράθυρον, καὶ εἰςδύσασα διὰ τῶν πυκνῶν παραπετασμάτων, ἤνοιξε τὸ ὑέλωμα αὐτοῦ, καὶ ἔκυψεν ἐκτὸς, ὑπὸ τὸ δριμὺ τῆς νυκτὸς ψύχος, μή που ἴδῃ ἐπανερχόμενον τὸν Κίμωνα.

Ἀλλ’ ἔξω εἰς τὰς ὁδοὺς ἐπεκράτει σιγὴ καὶ ἑρημία, μακρόθεν δὲ μόνον ἠκούετο σβεννύμενος ὁ κρότος ἁμάξης κυλιομένης εἰς τὸ βάθος τῆς λεωφόρου.

Ἀληθῶς ὁ Κίμων εἶχε μεταβληθῆ τελευταῖον. Ἀλλ’ ἡ Λίνα δὲν ἠδύνατο βεβαίως νὰ φαντασθῇ ὁποία θλιβερὰ ἱστορία ἐκρύπτετο ὑπὸ τὴν αἰφνιδίαν ἐκείνην μεταβολήν, καὶ ὅτ’ ἡ τύχη τῶν ἀνθρωπίνων εἶνε τόσον παλίμβουλος ἐνίοτε. Ἠγνόει, οὐδ’ ὑπωπτεύετο κἂν ὅτι τὸ εὐῶδες καὶ δροσερὸν εἰδύλλιον τῆς εὐτυχίας της, ἥτις τὴν ἐμέθυεν εἰς ὄνειρα ἡδέα, ἔληγεν ἶσα-ἶσα τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖ, ἔνθεν ἤλπιζεν ὅτι ἀνοίγεται πρὸ αὐτῆς ἔδαφος εὐρυτέρας κοινωνικῆς ζωῆς καὶ πόθων καὶ ἀπολαύσεων. Ἄλλως τε ὁ Κίμων ἦτο τόσον γαλήνιος καὶ φαιδρὸς πλησίον της πάντοτε. Καὶ ὅμως κατὰ τὰς δύο ἐκείνας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἡ Λίνα ἠσχολεῖτο περὶ τὴν προετοιμασίαν τῶν χορευτικῶν της ἀμφιέσεων καὶ διακόσμων, ὁ Κίμων εἶχε καταρρεύσει οἰκονομικῶς καὶ ἦτο ἤδη πτωχός, ἄθλιος, δυςτυχής!…

Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ὑποπτευθῇ ποτε ἡ Λίνα; Ἐκείνη ἐπίστευεν ὅτι ὁ Κίμων ἦτο καὶ ὤφειλε νὰ ἦνε εὐτυχής. Καὶ διατί ὄχι; Κάτοχος ἱκανῆς κτηματικῆς περιουσίας ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν εἶχε προςτεθῇ καὶ ἡ ἐξ ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν προὶξ τῆς Λίνας, νέος ἀκόμη, μόλις τριακονταπενταέτης, πλήρης ὑγείας καὶ δράσεως, μὲ τὸ δικηγορικόν του δίπλωμα, τὸ ἔντιμον οἰκογενειακόν του ὄνομα, τὰ ἠθικὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ κεφάλαιά του, μὲ τὸν εὔθυμον καὶ εἰλικρινῆ καὶ διαχυτικὸν χαρακτῆρά του, ἐπὶ πλέον δὲ μὲ τὴν ἀγάπην τῆς Λίνας του, ἥτις ἐφωτοβόλει ὡς θεότης εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἐπίφθονον Ἐδὲμ τῆς εὐτυχίας του, τί ἄλλο τάχα εἶχε νὰ ἐπιζητήσῃ εἰς τὸν κόσμον;

Καὶ ὅμως ὅλον αὐτὸ τὸ ὡραῖον οἰκοδόμημα εἶχον κρημνίσει εἰς ἐρείπια κατὰ τὰς τελευταίας ἐκείνας ἡμέρας ῥαγδαῖαι καὶ ἀπρόοπτοι οἰκονομικαὶ καταστροφαί. Ἡ μία ἀτυχία εἶχε διαδεχθῇ τὴν ἄλλην. Ἡ ἀπὸ τῶν κτημάτων του πρόςοδσς μόλις εἶχε καλύψει τὸ ἔτος τοῦτο τὰ ὑπέρογκα ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καθόσον μέγα μέρος τῆς συγκομισθείσης σταφίδος εἶχε πάθει ἐκ θεομηνιῶν ἡ δὲ ζήτησις αὐτῆς εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης ἦτο μετρία. Ἀλλὰ τὸν ἐντελῆ οἰκονομικὸν ὄλεθρον ἔμελλε νὰ ὑποστῇ ὑπό τινος συγγενοῦς του ἐν Ἀγγλίᾳ, μετερχομένου πρὸ ἐτῶν αὐτόθι τὸ ἐμπόριον τῆς σταφίδος. Ὑπείκων εἰς τὰς ζωηρὰς παροτρύνσεις του εἶχεν ἀπασχολήσει μετ’ αὐτοῦ εἰς παρατόλμους ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις οὐ μόνον τὴν προῖκα σχεδὸν τῆς Λίνας ὁλόκληρον, ἀλλὰ καὶ ξένα κεφάλαια διαφόρων πιστωτῶν. Ἀτυχῶς ὅμως ὅλα σχεδὸν τὰ φορτία, ὅσα εἶχεν ἀποστείλει εἰς Ἀγγλίαν ἐκ διαφόρων λιμένων τῆς Πελοποννήσου, ἔμενον σχολάζοντα καὶ ἀζήτητα εἰς ὑπερβολικὴν ὑποτίμησιν. Οἱ πιστωταί του τὸν ἐπίεζον καὶ τὸν ἐξηνάγκαζον εἰς ἀνανέωσιν τῶν ἐμπορικῶν του γραμματίων ὑπὸ βαρεῖς τόκους. Ἑνῶ δὲ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀνέμενεν ἐναγωνίως ἐνθαρρυντικὰς ἐξ Ἀγγλίας εἰδήσεις, αἴφνης, πρὸ τριῶν ἡμερῶν μανθάνει τὴν χρεωκοπίαν τοῦ αὐτόθι συγγενοῦς του, εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ὁποίου συμπαρεσύρετο καὶ αὐτός.

Τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν οἱ δανεισταί του εἶχεν ἐνεργήσει προσημείωσιν ἐπὶ τῶν κτημάτων του καὶ ἐπρόκειτο νὰ προβῶσιν εἰς κατάσχεσιν καὶ τῆς κινητῆς του περιουσίας, τῶν πολυτελῶν ἐπίπλων καὶ τῶν πολυτίμων παραφέρνων τῆς Λίνας, ἠπειλεῖτο δὲ καὶ ἡ προσωπική του ἐλευθερία συνεπείᾳ τῶν ἀπὸ τῆς προτεραίας διαμαρτυρηθέντων εἰς βάρος του συναλλαγματικῶν.

Ὁ Κίμων μόλις συνεκράτει τὰς διασαλευθείσας φρένας του ὅταν εὑρέθη αἴφνης πρὸ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ χάους, εἰς ὃ ἐκρημνίζετο ἀφεύκτως πλέον ἡ περιουσία του πᾶσα, ἡ κοινωνική του θέσις, ἡ ὑπόληψίς του, ἡ οἰκογενειακή του γαλήνη, ἡ εὐτυχία του, ὁ ἔρως του, ἡ Λίνα του, τὸ πᾶν!

Ἡ Λίνα ἀπερροφημένη τὴν ἡμέραν ἐκείνην περὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς χορευτικῆς της προετοιμασίας δὲν εὗρε καιρὸν νὰ ἀναγνώσῃ ἐπὶ τῆς ὠχρᾶς καὶ καταβεβλημένης φυσιογνωμίας τοῦ Κίμωνος τὸ ἐνδόμυχον μαρτύριον τῆς ψυχῆς του. Ἐνῷ δὲ εἶχεν ἐξέλθει οὗτος ἐνωρὶς παρὰ τὸ σύνηθες, ἐπέστρεψε πολὺ πέραν τῆς μεσημβρίας χωρὶς νὰ προγευματίσῃ, χωρὶς κἂν νὰ ἀναπαυθῇ, σύννους καὶ σιωπηλός. Ἀλλ’ ἡ Λίνα δὲν παρετήρησε τὴν ἀσυνήθη αὐτὴν ἀταξίαν. Πρὸς τὸ ἑσπέρας ἐπανῆλθεν οἴκαδε περίφροντις, καὶ παραλαβὼν ἐκ τοῦ γραφείου του ἔγγραφά τινα ἐξήρχετο ἐν σπουδῇ. Ὅταν δὲ ἡ Λίνα, πλήρης χάριτος καὶ τρυφερότητος, τῷ ὑπέμνησεν ὅτι τὴν ἐννάτην ὥραν δέον νὰ ὦσιν ἕτοιμοι διὰ τὸν χορόν, ὁ Κίμων κατένευσε μηχανικῶς καὶ ἀσυνειδήτως χωρὶς οὐδὲ νὰ ἐννοήσῃ κἂν τί τῷ ἔλεγεν ἐκείνη.

Ἀλλ’ ἐν τῇ συνεσκοτισμένῃ φαντασίᾳ τοῦ Κίμωνος αἱ συμφοραὶ αὗται ἐλάμβανον μείζονας ἔτι διαστάσεις καὶ ζοφερώτερα χρώματα, ὅταν πρὸ πάντων ἀνελογίζετο τὴν Λίναν, εἰς ἣν οὐδὲν εἶχεν ἀνακοινώσει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, διότι ἔτρεμε μὴ τὴν κεραυνώσῃ διὰ τῶν ἀποκαλύψεων τούτων.

Ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ τολμήσῃ, πόθεν ν’ ἀντλήσῃ τὴν δύναμιν καὶ τὸ θάρρος, νὰ τὴν ἀφυπνίσῃ ἀπὸ τὰ χρυσᾶ ἐκεῖνα ὄνειρα τῆς εὐτυχίας της εἰς τόσῳ τρομερὰν καὶ ἀπίστευτον πραγματικότητα; Πῶς νὰ τῇ ἀναγείλῃ ὅτι διέρρευσεν εἰς χεῖράς του ὅλη της ἡ προίξ, ὅτι προεξώφλησε τόσον ἀφρόνως τὸ μέλλον της καὶ ὅτι εἰς το ἑξῆς εἶνε καταδεδικασμένη εἰς βίον ἄσημον καὶ ἀφανῆ, μεστὸν ἐνδείας καὶ στερήσεων; Καὶ τί δικαίωμα εἶχε νὰ τὴν ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν γαλήνην καὶ τὰς ἀθώας συγκινήσεις τοῦ παρθενικοῦ της θαλάμου καὶ τῶν μητρικῶν κόλπων, διὰ νὰ τὴν καταστήσῃ συνυπεύθυνον τῆς ἀφροσύνης του; Καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἦτο ἆρά γε δυνατόν ποτε νὰ διατηρηθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ γλυκεῖα ἐκείνη ποίησίς τῆς ἀγάπης των;

Περὶ ἑαυτοῦ δὲν ἀπεθαρρύνετο. Ἦτο ἐκ τῶν κραταιῶν χαρακτήρων οἵτινες γνωρίζουν νὰ ἐγκαρτερῶσιν εἰς τὰς ἐναντιώσεις τῆς κοινωνικῆς ἀνεμοζάλης. Εἶχε καὶ θέλησιν χαλυβδίνην καὶ φρόνημα ὑπέροχον, καὶ ἠδύνατο, περισυλλέγων τὰ λείψανα τῆς περιουσίας του καὶ τὰς κλονισθείσας ψυχικάς του δυνάμεις, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπτόητος τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, νὰ ἐργασθῇ, νὰ ἀνακτήσῃ βαθμηδὸν ὅ,τι ἀπώλεσε, νὰ ζήσῃ ἐπὶ τέλους ἀφανής, ἔστω, ἄνευ κόμπου καὶ ἐπιδείξεων, ἀλλ’ εὐδαίμων πάντοτε εἰς τὸ μικρόν του ἄσυλον, παρὰ τὸ πλευρὸν καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Λίνας του.

Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐλπίζῃ τώρα πλέον ὅτι ὑπεράνω ὅλης αὐτῆς τῆς καταιγίδος θὰ ὑπέλαμπε κἂν εἷς ἀστὴρ παρήγορος, καὶ ὅτι ἐκ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης θὰ διέσωζε ἕνα κἄν, τὸν ὡραιότερον καὶ τιμαλφέστερον θησαυρόν του — τὴν ἀγάπην τῆς Λίνας του;

Οὕτω συντετριμμένος καὶ ἄπελπις ἐπέστρεφε βραδέως οἴκαδε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην.

Ἡ Λίνα ἔδραμε νὰ τὸν ὑποδεχθῇ μετὰ πικρῶν παραπόνων·

— Εὖγε, Κίμων! ὡραῖα μοῦ τὰ ’κατάφερες ἀπόψε! Καλέ, τί ἕγεινες; Τί ὥρα εἶν’ αὐτή; Τὰ μεσάνυχτα θὰ ’πᾶμε εἰς τὸν χορόν;

— Εἰς τὸν χορόν! ποῖον χορόν; Ἆ!… οὔφ! ἔχεις δίκαιον· εἶδες; ὅλως διόλου τὸ ἐλησμόνησα…

— Τὸ ἐλησμόνησες! ὡραῖα, νὰ σοῦ ’πῶ, θαυμάσια! Καὶ τὸ λέγεις μὲ τόσην ἀπάθειαν. Καλέ, τί ἔπαθες, Κίμων; Ἀστεΐζεσαι ἢ ἐτρελλάθης;

— Πίστευσε, Λίνα μου… κἄτι μοῦ συνέβη… ἕνα ἀπρόβλεπτον ἐμπόδιον.. ἔπειτα ἔχομεν ἀκόμη καιρόν…

— Ἔχομεν ἀκόμη καιρὸν; ’Ξεύρεις ποῦ εἶσαι νόστιμος ἀπόψε! Καὶ πότε θὰ ἑτοιμασθῇς σύ; Ἔφερες τὸ ἁμάξι μαζῆ σου; Εἶνε κάτω; Μᾶς περιμένει; Ἔλα λοιπόν, κάμε γρήγωρα, ἑτοιμάσου…

— Ἆ! ναί· τὸ ἁμάξι… ὤ! διάβολε!… Εἶδες νὰ ξεχάσω νὰ εἰδοποιήσω τὸν ἁμαξᾶ…

— Τὸ ἐξέχασες; ἀνεκραύγασεν ἡ Λίνα διανοίγουσα ἐν ἀπορίᾳ τοὺς μεγάλους καὶ ἐκφραστικούς αὑτῆς ὀφθαλμοὺς καὶ κρατοῦσα ἐν ἀπελπισμῷ τὰς παλάμας. Τὸ ἐξέχασες! Ἄλλο πάλιν αὐτό! Δὲν μοῦ λὲς τί κωμῳδίαις εἷνε αὐταίς, Κίμων; Θέλεις νὰ παίξῃς μαζῆ μου ἢ ἐννοεῖς νὰ γίνω γελοία εἰς τὸν κόσμον; Ὁρίστε, τώρα!

— Μά, Λίνα μου, τὰ ἐμπόδια εἶνε διὰ τοὺς ἀνθρώπους…

— Καλὲ τί θὰ ’πῇ αὐτό! ’Ξεύρεις ὅτι ἔχω ὑποσχεθῇ πρὸ τόσων ἡμερῶν ὅλους τοὺς χοροὺς καὶ οἱ καβαλιέροι μου θά με περιμένουν εἰς μάτην; Καὶ ὁ χορὸς τώρα ἔχει ἀρχίσει πρὸ δύο ὡρῶν!.. Ἄχ! Θεέ! Θεέ μου!… αὐτὸ εἶνε ἀπελπισία!…

Καὶ κατέπεσεν ὀλιγοδρανὴς ἐπὶ τῆς ἔδρας ἕτοιμος νὰ ἐκραγῇ εἰς δάκρυα στενοχωρίας.

— Λίνα μου — ἔσπευσε νὰ τὴν πραΰνῃ ὁ Κίμων — ἂν ἤξευρες, Λίνα μου…

— Οὔφ! ἄφησέ με, σὲ παρακαλῶ· δὲν θέλω νὰ ’ξεύρω τίποτε, διέκοψεν ἐκείνη. ’Ξεύρω μόνον πῶς δὲν σ’ ἐννοῶ διόλου. Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἐμπόδια! Τί εἴδους ἐμπόδια εἶνε αὐτὰ παρακαλῶ, ποῦ σοῦ τυχαίνουν νύχτα, μεσάνυχτα; Τί σπουδαῖα μυστικὰ νὰ εἶνε αὐτὰ τάχα, τὰ ὁποῖα κρατεῖς κρυφὰ ἀπὸ μένα;…

— Λίνα, σὲ βεβαιῶ, εἶσαι ἄδικος…

— Βέβαια! νομίζεις ὅτι δὲν τὸ βλέπω ἐγὼ τόσαις ἡμέραις τώρα πῶς ἔγινες διαφορετικός. Φαίνεται, σὲ ἐκούρασεν ἡ εὐτυχία ποῦ εὕρισκες μαζῆ μου, καὶ τώρα τρέχεις νὰ τὴν ζητῇς ἔξω…

Ὁ Κίμων μόλις συνεκράτει ἑαυτὸν δι’ ὑπερτάτου ἠθικοῦ ἀγῶνος.

— Ἄκουσε, Λίνα· τῇ εἶπε μετὰ φωνῆς ὑγρᾶς ἐκ τοῦ πόνου καὶ τῆς βαθείας συγκινήσεως. Ἀπόψε εἶσαι ταραγμένη… δὲν θά με ἐννοήσης ὅ,τι καὶ ἂν σοῦ ’πῶ! Ἔλα, σήκω τώρα νὰ πᾶμε εἰς τὸν χορὸν καὶ αὔριον ὅταν μάθῃς τί τρομερὰ πράγματα μοῦ συνέβησαν…

— Ὄχι, ὄχι· εἶμαι περίεργη νὰ μάθω τώρα αὐτὰ τὰ τρομερὰ πράγματα! Μή σε μέλῃ! Θὰ σὲ ἐννοήσω δά, ὅσον καὶ ἂν προςπαθήσῃς νὰ μὴ τὸ κατορθώσω!.. Ἐμπρός, λέγε!

Καὶ ἐκάρφωσεν ἐπ’ αὐτοῦ βλέμμα δυςπιστίας καὶ λεπτοῦ σαρκασμοῦ.

Ἡ ψυχικὴ ἀγωνία τοῦ Κίμωνος ἐξεχείλιζε πλέον. Αἱ στιγμαὶ ἦσαν κρίσιμοι. Διεκύβευεν ἤδη τὸ πᾶν, τὴν τελευταίαν ἐλπίδα. Μία στιγμὴ ἀκόμα, ἓν ἔτι βῆμα καὶ θὰ παρεφρόνει.

Συνεκέντρωσεν ὅσην δύναμιν παρέχει ὁ ἀγὼν τῆς ἐσχάτης ἀπελπισίας εἰς τὸν καταποντιζόμενον ναυαγόν, ἐπλησίασεν ἐγγύτερον πρὸς τὴν Λίναν, ἔλαβε τὰς χεῖράς της, τὴν περιέβαλε διὰ τρυφεροῦ καὶ διαπύρου βλέμματος, καὶ θλίβων αὐτὰς εἰς τὰς ἰδικάς του:

— ’Πές μου, Λίνα, τῇ εἶπεν. Πιστεύεις ὅτι σὲ ἀγαπῶ; Πιστεύεις ὅτι ἂν ἔχῃ δι’ ἐμὲ ἀξίαν τινὰ καὶ σκοπὸν ἡ ζωή, ὁ κόσμος, ἡ φύσις ὅλη, εἶνε μόνον καὶ μόνον διότι βλέπω τὴν ζωὴν αὐτὴν ὡραίαν καὶ ἀκτινοβόλον ὑπὸ τὸ μαγικὸν πρῖσμα τῆς ἀγάπης σου;

Ἡ Λίνα τὸν παρετήρει ἐπί τινας στιγμὰς ἄφωνος καὶ μετά τινος συμπαθοῦς ἐκπλήξεως.

— Αἴ, Λίνα· ’πές μου. Ἑπτὰ μῆνας διαρκῶς ἐμελέτησες καὶ ἀνέλυσες τὴν ψυχήν μου. Ἀμφιβάλλεις τάχα ὅτι εἰς τὰς φλέβας μου, εἰς τὸν νοῦν μου, μία μόνη κυκλοφορεῖ ἰδέα, ἓν μόνον αἴσθημα, μία ἐπιθυμία ἄσβεστος, ἡ ἰδική σου εὐτυχία, Λίνα μου; Ἐρώτησε τὴν συνείδησίν σου. Δὲν σοῦ λέγει τάχα αὐτή, ὅτι τίποτε προςφιλέστερον δὲν ἔχω, δὲν πιστεύω, δὲν θέλω νὰ γνωρίζω ἄλλο εἰς τὸν κόσμον, παρὰ σέ, σὲ μόνον, ἀκριβή μου Λίνα;

Ῥῖγος συγκινήσεως διέδραμε τὸ σῶμα τῆς Λίνας. Ὁ Κίμων ἀναντιρρήτως ἔλεγεν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐκείνη ᾐσθάνετο ἔτι βαθύτερον. Καὶ ἀπέπνεε τόσην εἰλικρίνειαν καὶ τρυφερότητα καὶ πάθος ἡ ἀναπαλλομένη φωνή του, ὥςτε ἡ Λίνα συνῃσθάνθη αὐτὴν δονήσασαν, ὡς ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα, τὴν καρδίαν της ὅλην. ᾘσθάνθη τὴν χεῖρα του φλεγομένην καὶ τρέμουσαν ὑπὸ τὴν ἰδικήν της. Ἀνεκινήθη αὐτομάτως ἐκ τῆς τέως νωχελοῦς θέσεώς της, τὸν προςέβλεψε ἀτενῶς εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, ὡςεὶ διαγνοῦσα ἤδη εἰς τὸ θολὸν βλέμμα του τὴν ἐπικειμένην νὰ ἐκραγῇ ψυχικήν του καταιγίδα, καὶ ἔντρομος σχεδόν:

— Τί ἔχεις. Κίμων; ἐκραύγασε. Τί εἶνε λοιπόν; Τί συμβαίνει. Μὲ κάμνεις νὰ τρέμω…

— Ἄκουσε, Λίνα· ὁ βίος ἠξεύρεις, εἶνε πλήρης ἀκανθῶν καὶ ῥόδων. Εἰς τὸ φοβερὸν καὶ ἀλλόκοτον συμβόλαιον τῆς ζωῆς ἡ μοῖρα ἔχει θέσει φρικτοὺς ὄρους. Ἓν μειδίαμα καὶ ἑκατὸν σπαραγμούς. Μίαν χαρὰν καὶ ἑκατὸν δοκιμασίας. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀναλογία. Καὶ ἐνῶ ἀφ’ ἑσπέρας ὀνειρευόμεθα ὅτι ἐντρυφῶμεν εἰς ἀτελεύτητον παράδεισον εὐδαιμονίας, αἴφνης το πρωῒ ἐξυπνῶμεν εἰς κόλασιν συμφορῶν καὶ μαρτυρίου… Πές μου, Λίνα ἂν αὔριον—μεθαύριον, τώρα αἴφνης, ἐμάνθανες ὅτι δὲν εἶσαι πλέον εὐτυχής, ὅτι…

Καὶ διεκόπη ὑπὸ λυγμῶν μὴ δυνάμενος νὰ ἐξακολουθήσῃ.

— Ἀλλὰ πρὸς τί ὅλα αὐτά, Κίμων μου; Λέγε! μᾶς συμβαίνει λοιπὸν κανὲν τρομερὸν δυςτύχημα; ἐκραύγασεν ἡ Λίνα, ἧς ἡ ἀνησυχία ἐκορυφοῦτο βαθμηδόν.

Καὶ ὁ Κίμων ἤρξατο νὰ τῇ διηγῆται τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἐπιχειρήσεων του, τὰς ἀπροόπτους οἰκονομικάς του περιπετείας καὶ τὰ θλιβερὰ γεγονότα τῆς ἡμέρας ἐκείνης.

Ἡ Λίνα ἔμενεν ὡς ἀπολιθωθεῖσα, ὡς νὰ διετέλει ἐν παραισθησίᾳ. Τὸν ἤκουεν ἀσθμαίνουσα, ἐξαρτωμένη ἐκ τῶν χειλέων του, μεταπίπτουσα ἀπὸ ἐκπλήξεως εἰς ἔκπληξιν, ἀπὸ τῆς μιᾶς ἐντυπώσεως εἰς ἄλλην ὀδυνηροτέραν. Καὶ οἱ λόγοι του ἐξερρήγνυντο ὡς κεραυνοὶ εἰς τα ὦτα της καὶ συνέτριβον τὴν ψυχήν της καὶ συνεσκότιζον ὁλονὲν εἰς μαύρας εἰκόνας τὴν τέως ἀνέφελον φαντασίαν της, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρὸ μικροῦ ἀκόμη ἡ ζωὴ καὶ ὁ κόσμος ἠκτινοβόλει διὰ τῶν γλυκυτέρων χρωμάτων διαφανής, εὐώδης, ἔμπλεως φωτός, γαλήνης, χαρᾶς, ἁρμονίας.

Ὅταν ὁ Κίμων ἐπέρανε τὴν ἐξομολόγησίν του, ἐπεκράτησαν στιγμαί τινες ἐπισήμου σιγῆς, ἣν καθίστων ἐπιβλητικωτέραν οἱ μονότονοι κρότοι τοῦ ἐκκρεμοῦς. Ἡ Λίνα ἔφερε κατ’ ἀρχὰς τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ φλεγομένου μετώπου της, οἱονεὶ συγκρατοῦσα τὴν ἐκρηγνυμένην αὑτῆς κεφαλήν, ἐνῶ διὰ τῆς ἑτέρας ἀπέμασσε δύω μεγάλα δάκρυα καταλειβόμενα βραδέως ἐπὶ τῶν ῥαδινῶν της παρειῶν.

Εἶτα, ὡς νὰ συνεκέντρωσε διὰ μιᾶς ὅλον τὸ ἠθικὸν κάλλος τῆς ψυχῆς της καὶ τὴν δύναμιν τοῦ διαυγοῦς της πνεύματος, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων ἀκόμη στιγμῶν ἐσκίαζον νέφη ματαιοφροσύνης καὶ καπνοὶ κενοδόξων σχεδίων, ἠγέρθη γλυκεῖα, συμπαθής, ἀξιοπρεπὴς ἅμα καὶ ἀγέρωχος, ὡς ἡγεμονὶς, ἐνῷ θεία τις αἴγλη κατηύγαζε συγχρόνως τὴν ἀγγελικήν της μορφὴν καὶ οὐράνιον μειδίαμα ἀνέλαμψεν ἐπὶ τῶν χειλέων της.

Ἤνοιξε τὰς ἀγκάλας της εἰς τὸν Κίμωνα, καὶ μετὰ φωνῆς μελῳδικῆς ἐκ τρυφερότητος καὶ στοργῆς:

— Αἴ! καὶ τώρα; τῷ εἶπεν. Αὐτὴ ἦτον ὅλη ἡ θλιβερὰ ἱστορία καὶ μ’ ἐτρόμαξες ἄδικα; Καϋμένε, Κίμων! Κ’ ἐγὼ ἐφοβήθηκα μήπως διέπραξες κανὲν φοβερὸν κακούργημα, μήπως… ἔπαυσες αἴφνης νά με ἀγαπᾷς. Ἔλα, σήκω, λάβε θάρρος. Ἆ! κρῖμα! ποτέ μου δὲν σὲ ἐπίστευα τόσον μικρόψυχον καὶ δειλόν.

Ὁ Κίμων δὲν ἐτόλμα ἀκόμη νὰ πιστεύσῃ εἰς ὅ,τι ἤκουεν. Ἐνόμιζεν ὅτι ἐπλανᾶτο ἐν ὀνείρῳ.

— Ἀλλὰ Λίνα μου, ἐψέλλισε, μόνον διὰ σὲ τρέμω, μὲ ἐννοεῖς; Μόνον διὰ σὲ φοβοῦμαι…

— Δι’ ἐμὲ; Ἆ! τί ἄδικος ποῦ εἶσαι. Καὶ μὲ ὑποθέτεις λοιπὸν τόσῳ μικράν; Ὄχι, Κίμων· ἀπατᾶσαι. Σοῦ ὁρκίζομαι ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ διαμοιρασθῶ μαζῆ σου πᾶσαν πικρίαν καὶ στέρησιν. Τί τάχα; μόνον λοιπὸν τὰς εὐτυχεῖς ἡμέρας ἔπρεπε νὰ συμμερίζωμαι μαζῆ σου; Ὄχι, ὄχι. Ἂν ἔχασες τὰ πάντα, σοῦ μένει ἀκεραία ἡ ἀγάπη μου. Δὲν σοῦ ἀρκεῖ;

— Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖς Λίνα, ὅτι εἵμεθα πτωχοὶ τώρα, ὅτι θὰ ὑποφέρῃς…

— Πτωχοί; ποῖος σοῦ τὸ εἶπε; Ἐξ ἐναντίας θὰ εἴμεθα βαθύπλουτοι πάντοτε μὲ τοὺς θησαυροὺς τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης μας.

— Καὶ δὲν σκέπτεσαι ὅτι θὰ στερηθῇς τὰ θέατρα, τοὺς χορούς, τὰς ἑσπερίδας, τὰς διασκεδάσεις, τὸν κόσμον;…

— Δὲν βαρύνεσαι! τί νὰ τὸν κάμω τὸν κόσμον; Πίστευσέ με, αἰσθάνομαι πλῆξιν μέσα εἰς τὸν θόρυβον καὶ τὴν ψεύτικη ζωὴ τοῦ κόσμου.

— Καὶ σὺ πρὸ ὀλίγον ἀκόμα…

— Ἆ! ναί! ἤμουν ἀνόητη· παρεξηγοῦσα τὸν ἑαυτόν μου. Τώρα ὅμως αἰσθάνομαι ὅτι θέλω καὶ πρέπει νὰ ζήσω μόνον διὰ σὲ καὶ ὄχι διὰ τὸν κόσμον.

— Καὶ ἂν ἀναγκασθῶμεν, Λίνα, νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας διὰ τὴν ἐπαρχίαν, νὰ ζήσωμεν δύω-τρία ἔτη λόγῳ οἰκονομίας εἰς τὴν ἐξοχὴν, εἰς τὴν μοναξιάν, εἰς τὸ μικρὸν ἐκεῖνο κτῆμα…

— Τόσῳ τὸ καλλίτερον! Σὲ βεβαιῶ, μὲ τρελλαίνει ἡ ἐξοχή. Καὶ τί ὡραιότερον; Ἐκεῖ μοῦ φαίνεται πῶς θὰ εἶμαι πλησιέστερον τῆς ψυχῆς σου καὶ τῆς ἀγάπης σου.

— Ναί, ἀλλὰ μόνη ἐκεῖ εἰς τὴν ἐρημίαν θὰ ἀναγκάζεσαι ἴσως νὰ κοπιάζῃς κἄποτε…

— Μόνη! Πῶς μόνη, ἀφοῦ θὰ εἶμαι πλησίον σου; Ἔπειτα νὰ σοῦ πῶ, μ’ ἀρέσει ἡ ἐργασία. Ἡ ἐργασία θά μου δίδῃ ὑγείαν εἰς τὸ σῶμα καὶ γαλήνην εἰς τὴν ψυχήν. Μή σε μέλῃ! Νὰ ἰδῇς τί καλή νοικοκυροῦλα θὰ σοῦ γείνω ἐγώ…

— Πτωχὴ Λίνα! πόσον εἶσαι ἄπειρος ἀκόμη τοῦ κόσμου. Μὰ δὲν συλλογίζεσαι διόλου ὅτι τίποτε δὲν μᾶς μένει; Ξεύρεις ὅτι κανὲν ἄλλο ἐφόδιον πλέον δὲν ἔχω διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, παρὰ τὴν προσωπικήν μου ἐργασίαν;

— Δὲν ἔχεις; ἀπατᾶσαι! Ἔχεις τὴν ὑγείαν σου, τὴν νεότητά σου, τὸ ἰσχυρὸν πνεῦμα σου, τὴν καλή σου καρδιά, τὴν ὑπόληψίν σου καὶ ἐπὶ τέλους τὴν ἀγάπην μου. Τί ἄλλο θέλεις; Αἴ, κακὲ καὶ ἀχάριστε;… Ἆ! ἀλήθεια· στάσου μία στιγμή… κἄτι ἐσυλλογίσθηκα…

Καὶ ἐλαφρά, ταχεῖα, ὑπόπτερος, ὡς μυθική τις νύμφη θεσπεσία, ἔδραμεν εἰς τὸν παρακείμενον θάλαμον, ἐξ οὗ μετά τινας στιγμὰς ἐπεφάνη πετῶσα περιχαρὴς καὶ τρυφερὰ πρὸς τὸν Κίμωνα, κρατοῦσα εἰς χεῖρας ἠνεῳγμένην μικρὰν περίκοσμον πυξίδα, διακέντητον ἐκ χρυσοῦ καὶ ἐλέφαντος.

— Νά, Κίμων! ἐδῶ ἔχω ὅλα μου τὰ νυμφικὰ δῶρα, τοὺς ἀδάμαντάς μου καὶ τὰ χρυσᾶ κοσμήματα. Δὲν λέγω πῶς εἶνε σπουδαῖα πράγματα. Ἀλλὰ μ’ αὐτὰ θὰ εἰμπορέσῃς προσωρινῶς νὰ οἰκονομήσῃς τὸν δανειστήν σου ἐκεῖνον ποῦ σοῦ ἀπειλεῖ τὴν προσωπικήν σου ἐλευθερίαν… ὤ! νὰ τὸν χαρῶ τὸν ἔξυπνον!…

Ὁ Κίμων ἐπνίγετο ἤδη ἐκ συγκινήσεως. Δὲν ἐκρατήθη πλέον.

— Λίνα μου! ἐφώνησεν εἶσαι ἄγγελος, εἶσαι ἡ θεία Πρόνοια…

Καὶ ἐρρίφθη εἰς τὰς ἀγκάλας της, τὴν ἔθλιψεν ἐπὶ τοῦ ἀναπαλλομένου στήθους του, τὴν κατέκλυσε δι’ ἀσπασμῶν καὶ ἀφῆκε νὰ ῥεύσωσιν ἀκράτητα τὰ δάκρυά του.

Ἡ Λίνα ἔκλαιεν ἐπίσης καὶ ἐκείνη.

Ἦσαν τὰ πρῶτα δάκρυα τῆς εὐτυχίας των.

Ὁ Κίμων, ἀπὸ τοῦ βάθους ἐκείνου τῆς κοινωνικῆς του πτώσεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς, ἦτο ἐν τούτοις ὁ εὐτυχέστερος τῶν θνητῶν…

Ἀθῆναι, 17 Φεβρουαρίου 1888

Κωνστ. Φ. Σκόκος