Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890/Μια κηδεία

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1890
Συγγραφέας: Δημήτριος Καλαποθάκης
Μία κηδεία


ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ

Ο φίλος μου Μαστορίδης ἦτο λαμπρὸς ἄνθρωπος. Τὰ προτερήματά του ἦσαν πάμπολλα. Ὅλοι τὸν ἠγάπων, ὅλοι τὸν ὑπελήπτοντο· καὶ ἐὰν δὲν ἐγένετο ποτὲ βουλευτὴς ὑποθέτω ὅτι τὸ ἔπαθε διότι δὲν ἐξέθηκε ποτέ του κάλπην. Μεταξὺ ὅμως τῶν διαφόρων προτερημάτων του εἶχε καὶ ἓν παράδοξον ἐλάττωμα τοῦ νὰ λυπῆται αἰωνίως διὰ τὰ ξένα δεινά. Μεταξὺ ἐχθρῶν καὶ φίλων ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν ἔκαμνε καμμίαν διάκρισιν. Καὶ τὸ δυστύχημα τοῦ ἑνὸς καὶ τὸ πάθημα τοῦ ἄλλου καὶ ἡ ἀσθένεια τοῦ πατρὸς καὶ τὸ ὀλίσθημα τῆς κόρης, ἦσαν δι’ αὐτὸν ἀνεξάντλητοι πηγαὶ δακρύων. Ὁπόταν δὲ ἡ εὐαισθησία του δὲν εὕρισκεν ἀφορμὴν ἐκδηλώσεως ἐν τῷ πραγματικῷ βίῳ, κατέφευγε μετὰ πάθους εἰς τὰ βιβλία. Δὲν ὑπῆρξεν ἥρως τὸν ὁποῖον νὰ μὴν εἶχε κλαύσῃ, δὲν εὑρίσκετο μάρτυς τὸν ὁποῖον νὰ μὴ εἶχε θρηνήσῃ. Ἀπὸ τοῦ Ἄβελ τὸν ὁποῖον ἐφόνευσεν ὁ ἀδελφός του μέχρι τοῦ Ναβουχοδονόσορος ὁ ὁποῖος συνέζησε μὲ τὰ ἄγρια θηρία καὶ ἀπὸ τοῦ Αἰσώπου, τὸν ὁποῖον οἱ Δελφοὶ ἐκρήμνισαν ἀπὸ τοῦ βράχου, μέχρι τοῦ Σωκράτους τὸν ὁποῖον οἱ Ἀθηναῖοι ἐπότισαν τὸ κώνειον, ὅλοι εἶχον λάβει τὴν ἀνάλογον μερίδα τῶν δακρύων του. Ὑποθέτω δὲ ὅτι, κατ’ ἀναλογίαν, διὰ τὰ νήπια τὰ σφαγέντα ἐν τῇ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας θὰ εἶχε χύσει ποταμοὺς δακρύων. Ἡ προθυμία μεθ’ ἧς ἐλυπεῖτο διὰ τὰ ξένα δεινὰ καὶ ἡ εὐαισθησία μεθ’ ἧς ἔχυνε τὰ δάκρυα ἦτο ἀπαραδειγμάτιστος. Ἔκλαιε διὰ τὴν χήραν, ἔκλαιε διὰ τὸ ὀρφανόν, ἔκλαιε διὰ τὸν τυφλόν, ἔκλαιε διὰ τὴν ἁμαρτωλήν, ἔκλαιε διὰ τοὺς ζωντανούς, ἔκλαιε διὰ τοὺς ἀποθαμμένους, ἔκλαιε τέλος πάντων δι’ ὅλον τὸν κόσμον. Ὁ τρόπος οὗτος ἦτο δι’ αὐτὸν ἓν εἶδος ἁβροφροσύνης μεθ’ ἧς ἔσπευδε νὰ συμμερισθῇ τὴν θλίψιν τὴν ὁποίαν ἠθέλετε τῷ ἀνακοινώσει. Εἰς τὰς πρώτας λέξεις διὰ τῶν ὁποίων θὰ τῷ ἠγγέλλετε τὸ δυστύχημά σας, ἐρρίπτετο εἰς τὸν λαιμόν σας καὶ μετ’ ὀλίγα λεπτὰ οἱ ὀλοφυρμοί του σᾶς ἔκαμνον νὰ λησμονήσητε πᾶσαν ἄλλην λύπην διὰ νὰ παρηγορήσητε τὴν τρωθεῖσαν εὐαισθησίαν του. Ἦτο ἀμίμητος εἰς τὸ νὰ ὑποκαθιστᾷ τὸν πάσχοντα. Σᾶς ἐπάτει τὸν πόδα; ἐξέφερεν ἀνθ’ ὑμῶν ἀναφώνησιν πόνου. Σᾶς ἔκαμνον ἐγχείρησιν ἐπὶ πάσχοντος μέλους; Αἱ κραυγαὶ τῆς ὀδύνης του ἠμπόδιζον ν’ ἀκουσθῶσιν αἱ ἰδικαί σας καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι δὲν ἐκοιμήθη διὰ λογαριασμόν μου τρία ὁλόκληρα ἡμερονύκτια, διότι εἶχεν ἀποθάνει μία τρίτη ἐξαδέλφη μου, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλοῦ εἶχον λησμόνησει ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον.

Ἡμέραν τινὰ διερχόμενος τὴν ὁδὸν Σταδίου εἶδον κηδείαν παρελαύνουσαν πρὸ ἐμοῦ μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιβλητικότητος τοῦ μεγαλείου καὶ τοῦ πένθους. Ἔστην ἀποκαλυφθεὶς μετὰ σεβασμοῦ καὶ παρετήρησα· τὰ ἐξαπτέρυγα ἐπροχώρουν μεγαλοπρεπῶς, οἱ ἱερεῖς ἔψαλλον καὶ οἱ ψάλται ἐπεκαλοῦντο ἐν διατόροις κραυγαῖς τὴν συγχώρησιν τοῦ Ὑψίστου. Ἔκαμα ὀλίγα βήματα ὅπως ἀπομακρυνθῶ, ὅτε παρετήρησα τὸν περίεργον τοῦτον φίλον μου ὀλοφυρόμενον τοσοῦτον γοερῶς ὄπισθεν τοῦ φερέτρου μεταξὺ τῶν συγγενῶν τοῦ νεκροῦ ὥστε ἐπροχώρησα πρὸς αὐτὸν συγκεκινημένος, ἀγνοῶν ἐὰν ἔπρεπε δι’ ἀκαίρων συλλυπητηρίων νὰ κορυφώσω τὴν ὀδύνην του. Μόλις μὲ εἶδεν ἔλαβε τὴν χεῖρα μου, τὴν ἔθλιψε μετὰ συγκινήσεως καὶ μὲ παρέσυρε λεληθότως εἰς τὸ νεκροταφεῖον.

Τὸν ἠκολούθησα σιωπῶν. Ἡ ὀδύνη του διετηρεῖτο τοσοῦτον βαθεῖα ὥστε δὲν ἐτόλμων νὰ τὸν διακόψω. Ἔφθασα εἰς τὸ νεκροταφεῖον, ἤκουσα τὰς τελευταίας ψαλμωδίας, ἠκροάσθην τοὺς ἐπιταφίους ρήτορας καὶ ἡ ἀπάθεια μου ἐκλονίσθη ἐκ τῶν ἀλγεινῶν κραυγῶν τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ φίλος μου τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ νεκρὸς κατεβιβάζετο εἰς τὸν τάφον. Τέλος ἀφοῦ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ νεκροθάπται ἐτελείωσαν τὸ ἔργον των καὶ τὸ πλῆθος ἀπεσύρετο, ἐλάβομεν μίαν ἅμαξαν καὶ διηυθύνθημεν πάλιν εἰς τὴν πόλιν. Ἐπὶ πολὺν ὥραν ἐτηροῦμεν ἀμφότεροι ἄκραν σιωπὴν καὶ δὲν ἠκούετο ἄλλο τι ἀπὸ τὸν μελαγχολικὸν κρότον τῶν τροχῶν τῆς ἁμάξης, κυλιομένων ἐπὶ τῆς λεωφόρου τῶν κυπαρίσσων.

Δὲν λησμονεῖται κανὲν πρᾶγμα εὐκολώτερον εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ὅσον ὁ θάνατος ἑνὸς ταφέντος, καὶ μεταξὺ ἐκείνων οἵτινες ἐπιστρέφουσιν ἐκ τοῦ νεκροταφείου δὲν ὑπῆρξε κανεὶς ὅστις νὰ ὡμίλησε ποτὲ καθ’ ὁδὸν περὶ τοῦ νεκροῦ τὸν ὁποῖον ἔθαψε πρὸ ὀλίγου.

Εἴχομεν προχωρήσει ἀρκετά. Ἡ ἅμαξά μας ἀναμιχθεῖσα μεταξὺ τοῦ πλήθους τῶν περιπατητῶν μὲ ἔκαμε ν’ ἁποβάλω ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰς πενθίμους σκέψεις. Ἐστράφην πρὸς τὸν φίλον μου καὶ τότε μόλις ἐτόλμησα νὰ τὸν ἐρωτήσω περὶ τοῦ νεκροῦ:

— Ἦτο θεῖος σας;

— Ὄχι, μοὶ ἀπεκρίθη.

— Ἐξάδελφός σας;

— Οὔτε.

— Φίλος σας λοιπόν;

— Δὲν τὸν γνωρίζω, μοὶ ἀπεκρίθη ἀφελῶς ὁ παράδοξος φίλος μου.

Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ᾐσθάνθην τὴν ἀνάγκην νὰ κλαύσω καὶ ἐγὼ διὰ λογαριασμὸν ἄλλου.

Ἀθῆναι, 10 Σεπτεμβρίου 1889

Δ. Οἰκ. Καλαποθάκης