Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889/Τα άβουλα των Αργείων

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1889
Συγγραφέας: Δημήτριος Βαρδουνιώτης
Τὰ ἄβουλα τῶν Ἀργείων


ΤΑ ΑΒΟΥΛΑ ΤΩΝ ΑΡΓΕΙΩΝ
ΥΠΟ
δημητριου κ. βαρδουνιωτη


Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης
Μεχρι πρὸ εἴκοσι περίπου ἐτῶν διεσώζοντο ἀκόμη τὰ ἴχνη παραδόξου τινὸς δημώδους πλάνης, καθ’ ἣν ἐνομίζετο, ὅτι δῆθεν ἦτο παράδοσις αἰώνων, ἀναγεγραμμένη ἐν ἀρχαίᾳ ἐπιγραφῇ καὶ τῆς ὁποίας τὸ κῦρος ἦτο συνεπῶς ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ Ἀργεῖοι εἶνε ἐντελῶς μωροί!

Θὰ σᾶς διηγηθῶ τὸ ἀνέκδοτον καὶ θὰ γελάσητε, ἐλπίζω, πολύ, ὅπως ἐγέλασαν καὶ πάντες, ὅσοι ἐγνώρισαν αὐτό, διότι εἶνε κωμικώτατον. Εἶνε δ’ ἐκ τῶν ἀλλοκότων ἐκείνων ἰδεῶν, ἃς παράγει ἐνίοτε παρὰ τῷ λαῷ ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ ἁπλότης καὶ τῶν ὁποίων ἡ προέλευσις καὶ αἱ τύχαι εἶνε ἄγνωστοι καὶ ἀκατανόητοι.

*

Μικρὸς κύκλος φίλων διήρχετο ἐνταῦθα ἡδέως ὥρας σχολῆς κατά τινα χρυσήλιον τοῦ χειμῶνος ἡμέραν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες καθιστῶσι θελκτικώτατον τόν, φύσει ὡραῖον, Ἀργολικὸν ὁρίζοντα. Εἰς τὴν συναναστροφὴν δὲ αὐτῶν προσῆλθεν ἀγαθός τις, ἀφελὴς ὅμως ὀλίγον καὶ ἀμαθής, γέρων, ὅστις καὶ ἀνεμίχθη εἰς τὴν συνδιάλεξιν νεοελληνικῷ τῷ τρόπῳ.

Ἐθαύμαζον διὰ μυριοστὴν φορὰν τὸ κάλλος καὶ τὸ γλυκύτατον θάλπος τοῦ ἡμετέρου ὁρίζοντος, πρὸς ὅν, λέγουν, δύνανται ν’ ἁμιλλῶνται μόνον ὁ τῆς Νικαίας ἢ ὁ τῆς Φλωρεντίας. Διαρρέων δὲ ὁ λόγος ἔφερεν εἰς τὴν ἀρχαίαν τῆς πόλεως εὔκλειαν καὶ ἀκμὴν καί, ὡς οἱ σημερινοὶ Ἰουδαῖοι τῆς Ἱερουσαλὴμ παρὰ τὰ ἐρείπια τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, ἐφαντάζοντο μετὰ πόνου τὰς ἀρχαίας λαμπρὰς καὶ ἐνδόξους αὐτῆς ἡμέρας……

— Καὶ ἐν τούτοις ὅλ’ αὐτὰ δὲν εἶνε τίποτε ἀπέναντι τοῦ κατηραμένου ἐκείνου στίγματος, τὸ ὁποῖον ὁ τόπος μας φέρει ἐπὶ τοῦ μετώπου του! διέκοψεν αἴφνης ὁ νέηλυς γέρων μετ’ ἄκρας ἀθυμίας.

Ὅλοι προσέβλεψαν αὐτὸν ἔκπληκτοι.

— Μάλιστα, ἐξηκολούθησε, μάλιστα. Εἶνε στίγμα, εἶνε ἐντροπή, εἶνε ὄνειδος τῆς πατρίδος μας καὶ δὲν τὸ ὑποφέρω. Μ’ αὐτὸν τὸν πόνον θ’ ἀποθάνω δυστυχής.

— Καλέ, τί ἔπαθες καὶ περὶ τίνος στίγματος ὁμιλεῖς; ἠρώτησεν αὐτὸν ὁ κ. Κ.

— Καὶ πῶς! δὲν γνωρίζετε σεῖς τὴν ἀναθεματισμένην πέτραν, ποῦ ἔχει τὴν φοβερὰν ἐκείνην ὕβριν διὰ τοὺς Ἀργείους; ὑπέλαβε μετ’ ἐμφάσεως ὁ γέρων.

— Πέτραν!… ὕβριν!… τί λέγει!… ἐτονθόρυσαν ὅλοι, θεωροῦντες ἀλλήλους μετ’ ἐντεταμένης περιεργείας καὶ ἀτενίζοντες αὐτὸν μετ’ οἴκτου, μὴ παρακρούῃ. Ἐκεῖνος δ’ ἐπανέλαβεν:

— Αὐτὸ, ποῦ σᾶς λέγω ἐγώ. Εἶνε μία πέτρα ἐδῶ, ποῦ ἔχει γράμματα σκαλιστὰ καὶ λέγουν.... — ἄμποτε νὰ ἐκόπτετο τὸ χέρι ἐκείνου τοῦ σκύλου, ποῦ τὰ ἔγραψε! καὶ διεκόπη ὁ ἀγαθὸς γέρων, ὑποστενάζων.

— Καὶ τί λέγουν τέλος πάντων;

— Νά· λέγουν, ὅτι οἱ Ἀργεῖοι εἶνε κουτοί, δὲν ἔχουν διόλου μυαλό!

— Πῶς; Πῶς; Πῶς;

Καὶ οὐδαμῶς! προσέθηκε μετὰ βαρείας ἐμφάσεως. Τὸ λέγει ῥητῶς ἡ πέτρα, μ’ αὐτὴν τὴν λέξιν μάλιστα.

— Καὶ..... ἐκεῖ ἐξύπνησες! ἐφώνησεν ὁ κ. Κ. ὅστις εἶχεν ὑπερβῇ τὴν μέσην ἡλικίαν καὶ εἶχε πλειότερον θάρρος· ὅλοι δ’ ἐξερράγησαν εἰς γέλωτα διὰ τὸ ἀλλόκοτον αὐτὸ ἐπεισόδιον.

Ὁ γέρων ἤρξατο νὰ ἐξάπτηται.

— Γελᾶτε, μὰ πολὺ ἄσχημα γελᾶτε καὶ σᾶς λυποῦμαι, ἐπανέλαβε ζωηρῶς καὶ ὑψῶν ἀγερώχως τὴν κεφαλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ οὔτε κοιμῶμαι, οὔτε ὄνειρον ἔβλεπα. Εἶνε παλαιὰ ἱστορία. Σεῖς οἱ νέοι δὲν ξεύρετε ἀκόμη τὸν κόσμον. Δὲν τ’ ἄσπρισα ἐγὼ στὸν μύλο τὰ γένεια μου, ὄχι! Χάνομαι ἀπὸ τὴν ἐντροπή μου καὶ νὰ τὸ συλλογίζωμαι ἀκόμη. Ἔχω πάθει ἱστορίαις ἐγώ, τὸ ξεύρετε; Καὶ μιὰ φορὰ — ὁ Θεὸς μ’ ἐφύλαξεν ἀπὸ τὴν κακὴ ὥρα! — ὀλίγον ἔλειψε νὰ σκοτώσω ἕνα ξένον ἔμπορον, ποῦ μοῦ τὸ ἔλεγε καὶ μ’ ἐχλεύαζε. Καὶ ὅλ’ αὐτὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν πέτρα! Ἀκοῦς ἐκεῖ, μιὰ παλῃόπετρα νὰ μᾶς ὑβρίζῃ τόσῳ σκληρὰ τὴν πατρίδα μας καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἕως τώρα ἕνας φιλότιμος Ἀργεῖος νὰ τὴν κάμῃ χίλια κομμάτια καὶ σωθῶμεν ἀπὸ τὸ στίγμα. Ἔπειτα, νὰ ἔρχωνται καὶ οἱ ξένοι νὰ τὴν βλέπουν καὶ νὰ γελοῦν μὲ ’μᾶς, τί δυστυχία καὶ τί κακό! Ἀλλά, τί νὰ γίνῃ!… ἂς ἔχῃ χάριν τοῦ ἁγίου Πέτρου,

Ὁ τόνος καὶ ὁ πόνος, μεθ’ ὧν ὁ γέρων ἔλεγε ταῦτα, ἔπεισε πάντας ἤδη, ὅτι δὲν παρελήρει καὶ ἐμάντευον πλέον, ὅτι προέκειτο περὶ ἀρχαίας τινὸς ἐπιγραφῆς. Ὁ γέλως ἔπαυσε καὶ ἡ περιέργεια ἀνεχρωμάτιζε ζωηρῶς πάντων τὰς ὄψεις.

— Καὶ τί θέλει εἰς τὸ μέσον ὁ ἅγιος Πέτρος; ἠρώτησέ τις.

— Τί λόγος! ἀπεκρίθη ἤρεμος ὁ ἀγαθὸς γέρων. Ἡ πέτρα, ποῦ σᾶς λέγω, εἶνε κτισμένη ἐκεῖ ὀπίσω, εἰς τὴν μικρὰν θύραν τοῦ ἱεροῦ καὶ πῶς νὰ βάλῃς χέρι σὲ Ἐκκλησία, παρακαλῶ;

— Ἔχεις δίκαιον, προσέθηκεν ὁ ἐρωτήσας. Ἀλλ’ εἶδες ὁ ἴδιος τὴν πέτραν ἢ ἄλλος σοῦ τὸ εἶπε;

— Τὴν εἶδα ὁ ἴδιος, παιδί μου, καὶ μὲ τὰ μάτια μου! ἀπεκρίθη, ἀνατείνων τοὺς ὀφθαλμοὺς διὰ νὰ δώσῃ μείζονα ἔκφρασιν εἰς τὴν πληροφορίαν του.

— Καὶ ἐνθυμεῖσαι καλῶς τί λέγει;

— Ἂν ἦτο καὶ πρᾶγμα νὰ τὸ λησμονήσῃ κανεὶς! ἀπήντησε, κινῶν τὴν κεφαλὴν καὶ συστέλλων τὰ χείλη. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ. Λέγει «Τῶν Ἀργείων οἱ βουλαὶ ἄβουλαι καὶ οὐδαμῶς!».... μ’ ἄλλους λόγους, τὰ μυαλὰ τῶν Ἀργείων εἷνε τιποτένια, κούφια, εἶνε οὐδαμῶς!.....

— Ὤ, διάβολε! ἐψιθύρισεν ἄλλος, συνοφρυούμενος καὶ μειδιῶν.

— Μά, τί λοιπόν, ἀστειευόμεθα;

— Καὶ φαίνονται τὰ γράμματα τόρα, διακρίνονται;

— Εἶνε ὀλίγον φθαρμένα, ἄλλα διαβάζονται.

— Τότε, νὰ τὰ ἰδῶμεν λοιπόν, εἶπον δύο ἄλλοι.

— Ἀμέσως, εἰς τὴν στιγμήν, ἂν θέλετε, προσέθηκεν ὁ γέρων.

Καὶ ἠγέρθησαν ἅπαντες, πρόθυμοι καὶ περίεργοι σφόδρα, διὰ νὰ λύσωσι τὸ μυστήριον τοῦ στίγματος τῆς πόλεως.

*
Ἐπὶ τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ ἐν Ἄργει μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Πέτρου ἔχει τὸ ἱερὸν αὐτοῦ μικρὰν εἴσοδον. Εἰς αὐτὴν ἀνέρχεταί τις διὰ τριῶν λιθίνων βαθμίδων, εἴς τινα τῶν ὁποίων εἶχε κτισθῇ ἡ πολύκροτος πέτρα.

Μόλις ἔφθασαν ἐκεῖ, δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἐρευνήσωσι.

Νά την! ἐφώνησε, προλαβών, ὁ γέρων, περίλυπος καὶ ἀγανακτῶν· δεικνύων δὲ αὐτὴν εἰς τοὺς ἄλλους:

— Πλησιάσατε, κύριοι λογιώτατοι, νὰ ἰδῆτε, προσέθηκε μετ’ εἰρωνίας καὶ θριάμβου. Τὰ βλέπετε; Ἄβουλα καὶ οὐδαμῶς τῶν Ἀργείων: Κουκοῦτσι μυαλὸ δὲν ἔχουν οἱ Ἀργεῖοι! Νά, χάλια! Εἶνε νὰ τὸ ὑποφέρῃ κανείς; Τί αἶσχος καὶ τί καταδίκη! Ὁρίστε τόρα καὶ μὴ ἐντρέπεσθε, μὴ κοκκινίζετε, μὴ ἀγανακτῆτε, ἂν μπορῆτε! Δὲν σᾶς τὰ ἔλεγα ἐγώ;

....................................................................................................................................................................................................................................................

....................................................................................................................................................................................................................................................

Φαιδρότης ἀπερίγραπτος καὶ γέλως θορυβώδης, σπασμωδικώτερος δέ καὶ ἐκείνου, ὅστις κατέλαβε τοὺς ἀρχαίους Τιρυνθίους, ὅτε ἀπέτυχον νὰ θύσωσι ταῦρον τῷ Ποσειδῶνι ἀγελαστί, κατὰ τὸν χρησμὸν τοῦ μαντείου, ἅμα τῇ ἀναγνώσει τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης ἐπιγραφῆς, ἐκυρίευσε πάντας, πλὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἐκείνου γέροντος ὅστις οὐδὲν ἐνόει καὶ εἰς ἄκρον ἐξεπλήττετο πρῶτον, εἶτα δ’ ἐξωργίζετο διὰ τὸ παράδοξον καὶ ἀπροσδόκητον τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης αὐτῶν.

Ἡ πολυθρύλητος πέτρα ἦτο λίθος, φαιός, ὀρθογώνιος, ὕψους 0, 84. πλάτους 0, 45. φέρων ἀρχαίαν ἐπιγραφήν, ἐκ στίχων ἑπτά, ἐν Δωρικῇ διαλέκτῳ, κεφαλαίοις δὲ καὶ συναπτοῖς γραμμασι τήνδε·

ΑΒΟΥΛΑΚΑΙ
ΟΔΑΜΟΣΤΩΝ
ΑΡΓΕΙΩΝΤΙΒ.
ΚΛΑΥΔΙΟΝΓΑΙ
ΟΝΦΛΑΟΥΙΑ
ΝΟΝΑΡΕΤΑΣ
ENEKA

Ἤτοι· «Ἁ Βουλὰ καὶ ὁ Δᾶμος τῶν Ἀργείων Τιβ. (Τιβέριον) Κλαύδιον Γάϊον Φλαουϊανόν, ἀρετᾶς ἕνεκα.»

Ἐχάρησαν πάντες ἐπὶ τῷ πολυτίμῳ εὑρήματι τούτῳ τοῦ ἀρχαίου ψηφίσματος τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Δήμου τῶν Ἀργείων, θεσπισθέντος τῷ ἐξόχως τιμηθέντι Ῥωμαίῳ ἐκείνῳ ἕνεκα τῆς ἀρετῆς αὐτοῦ. Ἐγέλασαν δ’ ἐπὶ πολὺ καὶ διὰ τήν, ἐξ ἀμαθείας πηγάσασαν, ἀφελεστάτην περὶ τῶν Ἀργείων πλάνην, σκοτεινοῦ ἄλλοτε καιροῦ. Ηὐχαρίστησαν ἐν τούτοις τῷ ἁγίῳ Πέτρῳ, παρὰ τῷ ἱερῷ τοῦ ὁποίου εὗρεν ἄσυλον τὸ ἀρχαῖον αὐτὸ μνημεῖον, ηὐχαρίστησαν δὲ καὶ τῷ ἀγαθῷ γέροντι, διότι ἐγένετο ἡ ἀφορμὴ τῆς ἀνακαλύψεως αὐτοῦ καὶ τὸν ὁποῖον, ἀφοῦ διεφώτισαν περὶ τῆς ἀληθείας, ἐξηγήσαντες τὴν ἐπιγραφήν, εἶδον ν’ ἀναπνέῃ πλέον φαιδρὸς καὶ ἥσυχος, ν’ ἀνομολογῇ δέ, ὅτι θ’ ἀποθάνῃ πλέον ηὐχαριστημένος καὶ μὲ ἀναπεπαυμένην φιλοτιμίαν καὶ συνείδησιν.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΝ.

Τὸ παράδοξον αὐτὸ καὶ πρὸ εἰκοσαετίας περίπου συμβὰν ἀνέκδοτον ἔσχεν ἐν τούτοις καὶ κρείτονα συνέπειαν. Κοινοποιηθέν, ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα περὶ τοῦ ἐνεπιγράφου λίθου ἐπιμέλεια καὶ φροντίς. Μετ’ οὐ πολὺ ἀπεσπάσθη ἐκ τῆς βαθμίδος τοῦ ναοῦ καὶ κατετέθη τότε μὲν ἐν τῷ δημαρχείῳ, μετά τινα δ’ ἔτη ὕστερον εἰς τὸ καταρτισθὲν ἀρχαιολογικὸν μουσεῖον τῆς ἡμετέρας πόλεως.

Ἄργος 1888.