Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1889/Δεν πειράζει

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1889
Συγγραφέας: Δημήτριος Βικέλας
Δὲν πειράζει


Δεν Πειραζει[1]
ΥΠΟ
Δ. ΒΙΚΕΛΑ


Δ. Βικέλας
Η ἀληθὴς πληγὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ δὲν πειράζει, μοῦ ἔλεγε μίαν ἑσπέραν ὁ μακαρίτης Παλάσκας.

Ποσάκις κατὰ τὴν τελευταίαν ἐν Παρισίοις διαμονήν του, διήλθομεν ὥρας ὁλοκλήρους συνομιλοῦντες περὶ τῶν τῆς Ἑλλάδος! Καὶ εἰς τί ἄλλο περιστρέφεται συνήθως ἡ ὁμιλία τῶν εἰς τὰ ξένα συναντωμένων Ἑλλήνων; Τὸν ἤκουα δὲ μετὰ νέας πάντοτε τέρψεως. Ἡ ἁγνότης τοῦ πατριωτισμοῦ, ἡ ὀρθότης τῶν σκέψεων, ἡ μακρά του πεῖρα τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ἀνέκδοτα, διὰ τῶν ὁποίων ἐποίκιλλε τὴν ὁμιλίαν, ἡ χάρις τῆς ἐκφράσεως, μοῦ ἀπετέλουν τερπνοτάτην ἅμα καὶ διδακτικὴν τὴν συναναστροφὴν τοῦ ἀληθῶς χρηστοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου.

Δὲν εἴμεθα πάντοτε καὶ κατὰ πάντα σύμφωνοι περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς. Ἴσως ἡ ἐκ μέρους μου ἀσυμφωνία ἐπήγαζε μᾶλλον ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ τῷ δίδω ἀφορμὴν ὁμιλίας ἢ ἐκ πεποιθήσεως πάντοτε ἐναντίας. Ὁ Παλάσκας τὴν ἀπέδιδεν εἰς τὴν ὑπερβολὴν τῆς αἰσιοδοξίας, τὴν ὁποίαν μοὶ προσέτριβεν. Ἐγὼ δὲ, παίζων, ἐξήγουν τὰς πρὸς τὸ ἀπαισιόδοξον τάσεις του διὰ τῆς διαφορᾶς τῆς ἡλικίας, καὶ ἔλεγα — ὅπερ ἄλλως τε ἀληθὲς — ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὅπου λευκαὶ τρίχες ἐκεῖ καὶ μεμψιμοιρία, ὅσῳ δὲ λευκότεραι αἱ τρίχες τόσῳ μεγαλειτέρα ἡ μεμψιμοιρία.

Τοῦτο ἐφαρμόζεται ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. Αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς νεότητος, διατηροῦν ἰδιάζουσαν μέχρι τέλους χάριν ἐντὸς τῆς μνήμης τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνίοτε δὲ γηράσκοντες, ἀποδίδομεν εἰς τὰ πρὸ ἡμῶν ἀντικείμενα ἐλλείψεις, ἐνῷ μόνοι πταίουσιν οἱ μεταβληθέντες ὀφθαλμοί μας. Ἴσως ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουν πρόσθετοι ἀφορμαὶ δικαιοῦσαι καὶ ἄλλως τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ τὸ ἴσως μου τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι κατατάσσομαι ἤδη κ’ ἐγὼ εἰς τὴν σειρὰν τῶν δικαιώματι ἡλικίας μεμψιμοιρούντων.

Ὁπωσδήποτε, ὁ Παλάσκας παρεδέχετο ἐν μέρει τὴν ἔνστασίν μου ταύτην. Παρεδέχετο καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν ἱστορικῶν λόγων διὰ τῶν ὁποίων ἐξηγῶν τὰ κακῶς ἔχοντα, παρ’ ἡμῖν, ἀπεπειρώμην ν’ ἀναδείξω τὸ ἐφήμερον αὐτῶν καὶ νὰ μεταδώσω καὶ εἰς ἐκεῖνον τὰς περὶ βαθμιαίας διορθώσεώς των ἐλπίδας μου. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εὕρισκα ἐκ μέρους του ἀντίστασιν ἢ δυσκολίαν. Ὄχι! Ἡ πεποίθησίς του εἰς τὸ μέλλον ἦτο πλήρης καὶ ἀκράδαντος. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἐμπόδιζεν αὕτη ἀπὸ τοῦ νὰ βλέπῃ καὶ νὰ λέγῃ τὰς ἀσχημίας τοῦ παρόντος, τὰς ὁποίας κατὰ μέγιστον μέρος ἀπέδιδεν, ὡς ἔλεγεν, εἰς τὸ δὲν πειράζει.

— Βλέπεις τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον, ἔλεγα, καὶ διὰ τοῦτο μεγαλοποιεῖς τὸ κακόν. Ἂν ἐξετάσης τῆς ὡραιοτέρας χειρὸς τὸ δέρμα διὰ τοῦ μικροσκοπίου, θὰ ἀνακαλύψῃς ἐπ’ αὐτῆς ἀηδίας, τὰς ὁποίας ὁ ὀφθαλμὸς δὲν ὑποπτεύεται. Μὴ διὰ τοῦτο ἐλαττοῦται ἡ ὡραιότης τῆς χειρὸς, τὴν ὁποίαν θαυμάζει ὁ γυμνὸς ὀφθαλμός σου; Διὰ νὰ κρίνῃς ἀσφαλῶς, βλέπε τὰ πράγματα ἐξ ἀποστάσεως, ἐξ ἀποστάσεως ἱκανῆς ὅπως συγκρίνῃς τὰ ἐν Ἑλλάδι μὲ τὰ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα. Διότι ἐπὶ τέλους, μὴ δὲν εἶναι ἀνθρώπινα τὰ καθ’ ἡμᾶς; Καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὁ αὐτὸς περίπου πανταχοῦ καὶ πάντοτε;

— Ναὶ, ἀπεκρίνετο μειδιῶν ὁ Παλάσκας, ἀλλ’ ὁ Ἕλλην εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἄνθρωπος, ὥστε τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματά του προσλαμβάνουσι τύπον δυνατώτερον ἢ ἀλλαχοῦ τῆς γῆς.

— Ναὶ, ἐπανελάμβανε σπουδαιότερον· ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ αὐτὸς πανταχοῦ. Οἱ αὐτοὶ λόγοι προκαλοῦν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν κακιῶν καὶ τὴν διόρθωσίν των. Πανταχοῦ ὑπάρχει καὶ χρηστότης καὶ κακοήθεια. Βεβαίως δὲ, παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναλογία τῆς μὲν πρὸς τὴν δὲ δὲν εἷνε πρὸς ζημίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὄχι δόξα τῷ Θεῷ! Ἡ μόνη διαφορὰ εἶνε, ὅτι ἀλλαχοῦ ἡ διαφθορὰ στηλιτεύεται εὐκολώτερον ἢ παρ’ ἡμῖν. Ἐν Ἑλλάδι τὴν προστατεύει τὸ αἰώνιον δὲν πειράζει. Δὲν πειράζει τοῦτο, δὲν πειράζει ἐκεῖνο! Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Ἕλληνος εἷνε ἀπεριόριστος! Ἀνθρώπινον θὰ μοῦ εἴπῃς καὶ τοῦτο; Ἢ θὰ μοῦ φέρῃς τοὺς ἱστορικούς σου καὶ πάλιν λόγους πρὸς ἐξήγησίν του;

— Ἴσως, ὑπέλαβα, ἡ ὑπερβολικὴ αὕτη ἀνοχὴ εἷνε ἡ φυσικὴ καὶ ἀναγκαία ἀντίδρασις τῆς ὑπερβολικῆς πρὸς τὸ ψέγειν τάσεως τοῦ Ἕλληνος. Εἴμεθα τοσοῦτον φιλόψογοι, ἀνακαλύπτομεν μετὰ τοσαύτης εὐκολίας τὰ ἐπιλήψιμα καὶ ὅπου συχνάκις δὲν ὑπάρχουν, ὥστε συναισθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξουδετερώσωμεν κἄπως τὴν κακολογίαν καὶ νὰ παρηγορήσωμεν ἴσως ἑαυτοὺς διὰ τῆς παραβλέψεως, διὰ τῆς ἀνοχῆς, διὰ τοῦ δὲν πειράζει.

Ἡ παρένθεσίς μου αὕτη ἦτο ἀντίφασις πρὸς τὴν θεωρίαν μου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἷνε πανταχοῦ ὁ αὐτὸς, τὰ δὲ καθ’ ἡμᾶς ἁπλῶς ἀνθρώπινα· διότι παρεδεχόμην ὅτι, ὡς πρὸς τὸ φιλόψογον τοὐλάχιστον, ἐξέχει ὁ Ἕλλην. Ἀλλ’ ὁ Παλάσκας δὲν ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας ὅπως μοῦ προσάψῃ τὸ ἀνακόλουθον τῶν παρατηρήσεών μου. Ἐγερθεὶς ἐπεριπάτει κατὰ τὴν συνήθειάν του ἐντὸς τοῦ δωματίου, ψιθυρίζων κατ’ ἀρχὰς μετὰ πικρᾶς εἰρωνείας: δὲν πειράζει, δὲν πειράζει! Ἔπειτα ἐσιώπησε καὶ ἐφαίνετο ἀναπολῶν παρελθόντα πράγματα.

Ἐγὼ δ’ ἐσκεπτόμην κατ’ ἐμαυτὸν ὅτι δύναται ἴσως καὶ ἄλλως νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ἑλληνικὴ ἀνοχή. Διὰ τοῦ ὑπερβάλλοντος καὶ ἀμβλυωποῦντος πατριωτισμοῦ. Ποσάκις ἤκουσα ὅτι πρέπει νὰ συγκαλύπτωμεν τὰς ἀσχημίας ἡμῶν διὰ νὰ μὴ τὰς ἴδωσι δῆθεν οἱ ξένοι. Ὡσεὶ ἐπερίμενον οἱ ξένοι νὰ τὰς ἀποκαλύψωμεν ἡμεῖς διὰ νὰ τὰς ἴδωσι! Λησμονοῦν οἱ οὕτω σκεπτόμενοι, ὅτι ἡ συγκάλυψις εἷνε μᾶλλον ἀξιόμεμπτος ἢ ἡ ἀσχημία αὐτή. Ἐμφοροῦνται ἴσως τοῦ αἰσθήματος τοῦ διατυπουμένου ἐν τῷ γαλλικῷ ρητῷ, ὅτι πρέπει νὰ πλύνωμεν κατ’ ἰδίαν τὰ ἄπλυτά μας. Ἀλλ’ ἡ παροιμία δὲν λέγει ὅτι πρέπει καὶ νὰ μένωσιν ἄπλυτα.

Αἴφνης ὁ Παλάσκας διακόψας τὸν περίπατόν του ἐστάθη ἐνώπιον μου.

— Ἠξεύρεις τί μοῦ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν;

— Λέγε, ἀπεκρίθην.

— Πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτε τὸ Καφενεῖον τῆς Ὡραίας Ἑλλάδος ἦτο εἰς τὴν ἀκμήν του καὶ ἐχρησίμευεν ὡς γενικὸν τῶν Ἀθηναίων συνεντευκτήριον, ἐπλήρονα θερινήν τινα ἑσπέραν τὸν καφέν μου καὶ ἡτοιμαζόμην νὰ ἀναχωρήσω, ὅτε ἔμπροσθεν τοῦ καφενείου διῆλθεν ἄνθρωπος μεσόκοπος, ταξειδιώτης μόλις ἀφιχθεὶς κατὰ τὸ φαινόμενον. Ἐφόρει κασκέτον πεπαλαιωμένον, τὸν ἠκολούθει δὲ Μελιταῖος ἀχθοφόρος βαστάζων τὰ ὀλίγα πράγματά του. Ἐπέσυρεν ὁ ἄνθρωπος τὴν προσοχήν μου διότι δύο ἢ τρεῖς ἐκ τῶν πρὸ τοῦ καφενείου καθημένων ἠγέρθησαν μετὰ σπουδῆς ἅμα τὸν εἶδον διὰ νὰ τὸν χαιρετίσωσι διὰ τοῦ φιλικωτέρου Καλῶς ὥρισες. Ἐξηκολούθησεν ἐκεῖνος τὸν δρόμον του ἀναβαίνων τὴν ὁδὸν Αἰόλου, μὲ τὸν ἀχθοφόρον κατόπιν του. Ἐγὼ δὲ ἐγερθεὶς ἠκολούθουν εἰς ὀλίγην ἀπόστασιν τὴν αὐτὴν ὁδὸν, χωρὶς νὰ βιάζωμαι, διότι ἦτο θερμὴ ἡ ἑσπέρα. Ἐν τούτοις οἱ πλεῖστοι τῶν πρὸς ἡμᾶς ἐρχομένων ἐδεξιοῦντο τὸν προπορευόμενον ξένον· τινὲς τὸν ἠσπάζοντο, ἄλλοι ἔσφιγγον τὴν χεῖρά του. Ἡ ὑποδεξίωσις ἦτο γενικὴ καὶ ἐγκάρδιος καὶ ἐμαρτύρει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἦτο ἄγνωστος, οὐδὲ ὁ τυχών. Ἡ περιέργειά μου ἠρεθίσθη. Τίς εἶνε ἆρά γε; Πῶς νὰ μὴ τὸν γνωρίζω;

Ἐκεῖ βλέπω μακρόθεν τὸν.... Δὲν σοῦ λέγω τὸ ὄνομά του. Τὸν γνωρίζεις καὶ τὸν τιμᾷς, καθὼς κ’ ἐγὼ τὸν ἐκτιμῶ ὡς ἕνα τῶν χρηστοτέρων συμπολιτῶν μας, κατέχοντα θέσιν ὑψηλὴν καὶ ἀνεξάρτητον, καὶ ἀπολαύοντα τῆς γενικῆς ὑπολήψεως. Ἅμα ἐπλησίασε καὶ ἀνεγνώρισε τὸν κασκετοφόρον μου ξένον, τὸν προϋπήντησε καὶ αὐτὸς μὲ ἓν ἐγκάρδιον Καλῶς ὤρισες, καὶ σταθεὶς τὸν ἠσπάσθη καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης παρειᾶς. Ἐστάθην καὶ ἐπερίμενα τὸν φίλον. Ἐπὶ τέλους θὰ ἱκανοποιήσω τὴν κορυφωθεῖσαν ἤδη περιέργειάν μου.

— Δὲν μοῦ λέγεις, τὸν ἠρώτησα, ἅμα ἐπλησίασε, ποῖος εἶνε τοῦ λόγου του;

— Οὔφ, ἀδελφέ! ἐψιθύρισε μετὰ προφανοῦς ἀηδίας, φυσῶν διὰ τῶν χειλέων καὶ σείων βιαίως τὰ δάκτυλα τῆς δεξιᾶς του, ὡσεὶ προσεπάθει νὰ ἀποπτύσῃ τὸν δοθέντα διπλοῦν ἀσπασμὸν καὶ ν’ ἀποτινάξῃ τὸν ῥύπον τῆς χειραψίας ἐκείνης.

Ἠπόρησα καὶ ἐπανέλαβα τὴν ἐρώτησιν μου. Μοῦ εἶπε τὸ ὄνομα. Δὲν ἐγνώριζα τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ μοῦ ἦτο γνωστὸν τὸ ὄνομά του καὶ τὸ ἐνθυμήθην ἀμέσως, διότι εἶχεν ἀντηχήσει πρό τινων ἐτῶν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅτε ἐδικάζετο ἐπὶ πλαστογραφίᾳ! Ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, κατεδικάσθη δὲ εἰς πολυετῆ δεσμά. Ἡ ποινή του ἔληξεν καὶ ἐπέστρεφεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς εἰς τὸ φρούριον Παλαμηδίου διαμονῆς του. Καὶ ἰδοὺ πῶς τὸν ὑπεδέχοντο οἱ ἀνεκτικοὶ συμπολῖταί του, καὶ σὺν τοῖς ἄλλοις ὁ ἀκέραιος ἀνώνυμός μου. Διότι εἶναι βαθεῖαι αἱ ρίζαι τοῦ δὲν πειράζει εἰς τὴν κοινωνίαν μας.

— Τί ἀπέγεινεν ὁ πλαστογράφος; ἠρώτησα.

— Ἀγνοῶ. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ κατέχῃ καὶ πάλιν θέσιν καλὴν ἐν τῇ δημοσία ὑπηρεσίᾳ. Τὸ παρελθόν του δὲν εἶναι σύστασις δι’ αὐτὸν, ἀλλὰ δὲν πειράζει! Ἐὰν τὸν ὑποστηρίζη ὁ βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας του, πῶς ὁ ὑπουργὸς νὰ τῷ ἀρνηθῇ τὸν διορισμόν του; Ἐπὶ τίνι λόγῳ; Διότι κατεδικάσθη ἐπὶ πλαστογραφίᾳ; Ἀλλὰ παρῆλθον τόσα ἔτη ἔκτοτε. Δὲν πειράζει! Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς δὲν λέγῃ τὸ δὲν πειράζει, τὸ ἐπαναλαμβάνουν κατὰ κόρον οἱ περὶ αὐτόν. Δὲν πειράζει, ἀδελφέ. Δὲν πειράζει!

Ἀναμφιβόλως ἐξηκολούθησε λέγων μετά τινα σιωπὴν, ἡ κοινωνία ἀναγνωρίζει καὶ τιμᾷ τὸν χρηστὸν, διακρίνει δὲ κάλλιστα τὸν ἄξιον ἀπὸ τοῦ μὴ ἀξίου ὑπολήψεως. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Πρέπει ἡ διάκρισις αὕτη νὰ μὴ ἐκφράζηται ταπεινῇ τῇ φωνῇ καὶ ἐν παραβύστῳ, ἀλλὰ ν’ ἀντηχῇ θαρραλέως ἐντὸς τῆς κοινωνίας ἐπικυρουμένη ἀναφανδὸν καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, πρὸ πάντων τῆς κοινῆς γνώμης. Πρέπει ἡ κακοήθεια ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχῃ νὰ στηλιτεύηται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης καὶ νὰ τιμωρῆται ὑπὸ τοῦ νόμου. Πρέπει νὰ ἐκλείψῃ τὸ δὲν πειράζει! Ὅταν αἱ ἀπαίσιοι αὗται λέξεις παύσωσι νὰ ἀντηχῶσιν αἰωνίως εἰς τὰ ἑλληνικά ὦτα, ὅταν παύσῃ ἐπικρατοῦσα ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ ἀτιμωρησία, τότε δύνασαι, σὺ ὁ αἰσιόδοξος, νὰ πιστεύσῃς ὅτι ἤγγισεν ἀληθῶς ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων.

— Ἀλλ’ ἴσως, ὑπέλαβα μετά τινος δειλίας, ἴσως τὸ κακὸν ἠλαττώθη ἤδη ἀπὸ τῆς θριαμβευτικῆς ἐν Ἀθήναις εἰσόδου τοῦ πλαστογράφου ἐκείνου. Ἴσως ὁ ἀνώνυμος φίλος σου δὲν θὰ τὸν ἠσπάζετο σήμερον ἐπιστρέφοντα ἐκ τοῦ Παλαμηδίου.

— Εἴθε, ἀπήντησεν ὁ Παλάσκας. Καὶ ἠλλάξαμεν ὁμιλίαν.


  1. Σημ. Μετὰ χαρᾶς παρατίθεμεν τὴν ὑπ’ ὄψιν ἠθογραφικὴν εἰκόνα, ἐπίκαιρον πάντοτε διὰ τὴν ἡμετέραν κοινωνίαν, τοῦ τρυφεροῦ διηγηματογράφου κ. Δ. Βικέλα, εὐαρεστηθέντος ν’ ἀποστείλῃ ἡμῖν ταύτην πρὸς καταχώρισιν, ἀνακεκαθαρμένην ἐν πολλοῖς.