Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Ιστορία ποιητική

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888
Συγγραφέας:
Ἱστορία ποιητική


Φίλε κ. Σκόκε,

Σοὶ ἐσωκλείω διὰ τὸ προσφιλὲς Ἡμερολόγιόν σου μίαν πολὺ σύντομον Ἱστορίαν ποιητικὴν τὴν ὁποίαν ἀφίνω πλέον ἑκάστου ἡ φαντασία νὰ ἐκτείνῃ ὅσον καὶ ὅπου θέλει.

Ἀθῆναι, 27 Αὐγούστου 1887.
Σάς ασπάζομαι ο φίλος Σας
ΙΩ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Φίλος μοι διηγήθη:

Τοῦ ἐπῆγαν μίαν ἡμέραν πτηνόν τι μικρόν, ἀγνώστου εἴδους, ἄπτιλον, ἀσθενικόν, ὡσάν τι μαραμμένο κοτοποῦλι ἔρημον. Τὸ ἔδεσεν ἐκ τοῦ ποδὸς διὰ νήματος εἰς τὴν κλίμακα κάτω, εἰς μέρος σκοτεινὸν διὰ τὰ παραπεταμένα πράγματα, ἐκεῖ νὰ ζῇ κι’ αὐτὸ, καὶ νὰ ἰδοῦμεν! Τί πουλὶ νὰ ἦνε ἆρά γε; πουλὶ κι’ αὐτὸ τὸ ζαρωμένον; Ἄς τ’ ἀφήσωμε νὰ μεγαλώσῃ, νὰ ἰδοῦμε πάλιν! Καὶ τὸ ἄφησαν ἐκεῖ, μὲ ’λίγην ποῦ καὶ ποῦ τροφὴν καὶ μὲ ὀλιγωτέρων προσοχήν. Μίαν ἡμέραν ὅμως γάτα τις τὸ ἐπλησίασε, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τὸ ψοφῆμι ἤγειρεν ὁπλὴν καὶ φοβερὸν ὀρθοῦται. «Ἆ! εἶσ’ ἀετιδεύς, σ’ ἐγνώρισα!» ἰδὼν ὁ φίλος μου φωνάζει. Τὸν δένουν δὲ εὐθὺς τὸν ταραξίαν ἀπὸ τοῦ ποδὸς δι’ ἀλυσσίδος ἐλαφρᾶς, εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ οἴκου, κάτω, κ’ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὀρνίθων. Καὶ ἰδοὺ ὁ δυστυχὴς ἀετιδεὺς ἐξοικειοῦται ὁλονὲν τῇ αὐλικῇ δουλείᾳ καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον ηὔξανεν. Ὁ πετεινὸς ὀψὲ καὶ βαθμηδὸν τὸν ἐπλησίασεν, αἱ ὄρνιθες τὸν εἶδον ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν ἥμερον καὶ βαθμηδὸν ἐφέροντο τριγύρω του γλυκύτερα, ἴσως καὶ νὰ τὸν ᾤκτειρον, τίς οἶδεν! ὁπωσδήποτε εὐθύμως μετ’ αὐτοῦ συνεχρωτίζοντο, ὥστε τρόπον τινὰ ἐσύστησαν εἰς τοὺς αὐθέντας τὴν ἀπόλυσίν του ἐκ τῆς ἀλυσσίδος· καὶ πραγματικῶς, τοσούτῳ τὸν προσῳκειώθησαν, τὸν ἔθιγον, διὰ τοῦ ῥάμφους τὸν ἐκέντων, ἐπιπίλιζον κἀνὲν πτερὸν ἐκ τῆς οὐρᾶς του, τὸν ἐδέχοντο καὶ ἐν τῷ ὀρνιθῶνι, τῷ μετέδωκαν καὶ φθεῖρας, τὸν κατήντησαν ἐλεεινὸν τοσοῦτον, ὥστε πιὰ ὁ πετεινός των ν’ ἀναβαίνῃ καὶ νὰ κράζῃ «κι-κι-ρί!» πατῶν ἐπὶ τῶν νώτων του! Ἄχ, ἦτο πλέον ἀετὸς τὸ ψωραλέον, χθαμαλὸν, ἐκνενευρισμένον καὶ ἀναίσθητον πτηνόν;

Μίαν ἡμέραν ὅμως ἄλλος τις ἀλέκτωρ ἐκ τοῦ γείτονος πηδήσας περιβόλου ἐπροχώρησεν εἰς τὴν αὐλήν, ὁ δ’ ἐδικός μας πετεινός, μὴ ἀνεχόμενος τὴν προσβολήν, ἀμέσως κατὰ τοῦ αὐθάδους ἐπιτίθεται, συνάπτει κρατερὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ ἐπιδρομέως, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡττᾶται… Τότε ἔπρεπεν, ὣ τότε νὰ ἐβλέπετε τὸ ἄθλιον πουλὶ πῶς ἐγεννήθη βασιλεὺς διὰ μιᾶς καὶ παντοκράτωρ ἀετὸς ἐν μέσῳ ὀρνιθίων ταπεινῶν! Ὁρμᾷ καὶ σχίζει τὸν νικήσαντα ἀλέκτορα, καὶ σχίζει — ἀκατάσχετος, δὲν εἶνε πλέον ἥμερος — σχίζει κι’ ἀκόμη μίαν, δύο, τρεῖς καὶ πέντε ὄρνιθας… Ἡ πρώτη πρᾶξίς του ὡς ἀετοῦ, μετὰ τοσαύτην νέκραν τῶν δυνάμεών του, ὡς νὰ τὸν ἐνέπνευσε θαῤῥεῖτε, νὰ ἀναμνησθῇ, νὰ αἰσθανθῇ τίς εἷνε… καὶ τὸ αἷμα τὸν ἐμέθυσεν! Ἦτον ὁ ἀετός, ὁ ἀετός! Τὸν ἔδεσαν ἀμέσως πάλιν, τὸν ἐκράτησαν. Οἴμοι, παρῆλθε καὶ ἡ ἔξαψίς του. Πάλιν δοῦλος. Ὥς τι ὄνειρον διῆλθεν ἐκ τοῦ νοῦ του βέβαια τὸ γεγονὸς. Σιγὰ σιγὰ ἐταπεινώθη πάλιν καὶ οὐ μόνον, ἀλλ’ ἐπόνει, ὅτι πλέον φοβηθεῖσαι δὲν τὸν ἐπλησίαζον αἱ ὄρνιθες. Ὤ, πόσον ἐχαμήλονε καὶ μ’ ἥμερον τὸ βλέμμα τὰς ἐθώπευε κ’ ἐκτύπα «χλα-χλα-χλα» τὰς πτέρυγάς του ὥς τις κλῶσσα μαλθακή! Τὸν ἐφοβοῦντο, δὲν τὸν ἐπλησίαζαν! Οἴμοι, δὲν ἦτο πλέον οὔτε δοῦλος, οὔτε κύριος τῆς ὑψιπέτιδος ὁρμῆς τῶν αἰσθημάτων του. Καὶ ἐκ μαρασμοῦ μετὰ μικρὸν ἀπέθανεν!

Ἀθῆναι, 1887

Ιω. Κ. Καμπουρογλοσ