Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Ιστορία μιας ρινός

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888
Συγγραφέας: Δημήτριος Καλαποθάκης
Ἱστορία μιᾶς ῥινός


ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΡΙΝΟΣ[1]

Τὰ μεγαλείτερα ἀποτελέσματα ἔσχον πάντοτε ἀφορμὴν τὰς μικροτέρας αἰτίας. Τίς ἀνέγνωσε τὸν Πασχάλ; Ἡ μύτη τῆς Κλεοπάτρας ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὴν τύχην τοῦ κόσμου. Μία γραμμὴ περισσότερον δύναται νὰ καταστήσῃ ἀποτρόπαιον καὶ αὐτὴν τὴν Ἀφροδίτην τῶν Μεδίκων. Μία ἐπιστρατεία ὀλιγώτερον δύναται νὰ καταστήσῃ καὶ αὐτὸν τὸν κ. Δηλιγιάννην μέγαν πολιτευτήν. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἐπιστρατεύσεως οὔτε περὶ μιᾶς γραμμῆς, ἀλλὰ περὶ μιᾶς ὁλοκλήρου μύτης. Ἀλλὰ τί ἦτο, Θεέ μου, μία μύτη ἀπέναντι ἑνὸς τόσῳ θελκτικοῦ συνόλου;

Ἡ Ἀννέτα ἦτο νεᾶνις χαριεστάτη. Ὑψηλὴ ὡς ἡ Ἄρτεμις, εὐλίγυστος ὡς ἰτέα, ἀνθηρὰ ὡς τὰ ῥόδα τοῦ Μαΐου. Ὀφθαλμοὶ μαῦροι, μέτωπον ὑπερήφανον, ὀδόντες ἐκ μαργαριτῶν, βραχίονες ἀγάλματος. Περιγραφὴ τῶν ἰδιαιτέρων της χαρακτηριστικῶν δὲν ἔφθασε μέχρις ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ θέα της ἐπροξένει μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ θὰ ἦτο ἀπαράμιλλος, ἐὰν ἡ μοχθηρὰ φύσις δὲν κατέστρεφε τὸ ἀριστούργημα τοῦτο τῆς καλλιτεχνικῆς τελειότητος διὰ τερατώδους τινος ἐλλείψεως. Ἡ Ἀννέτα μὲ τοὺς μαύρους ὀφθαλμούς της, ἡ Ἀννέτα μὲ τοὺς χρυσοξάνθους βοστρύχους της ἡ Ἀννέτα μὲ τὰς ἀλαβαστρίνους παρειάς της, ἡ ὡραία Ἀννέτα τέλος πάντων, εἶχε συντρίψει τὴν ρῖνα της συνεπεία ὀλισθήματος! Ὦ Ἀμαρυλλίδες καὶ Γαλάτειαι καὶ σεῖς αἱ ἄλλαι ἀγροτικαὶ νύμφαι, ὑψηλαὶ τῆς ἐμπνεύσεως θεότητες. Καλύψατε τὸ πρόσωπον! Ἡ νέα αὕτη ὡμοίαζε τὰς βλοσυρὰς ἡρωΐδας τῶν ρωμαντικῶν μυθιστορημάτων…… Ὁ ἄγγελος ἦτο δαίμων, τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο πρόσωπον ἦτο ἄνευ ρινός!

Ἐσκέφθητε ποτέ σας ὡραῖαι μου ἀναγνώστριαι πόσον ἀποτρόπαιον κτύπημα θὰ κατέφερεν εἰς τὰ θέλγητρά σας παρομοία ἔλλειψις; Ἡ ρὶς εἶναι τὸ λεπτότερον, τὸ εὐαισθητότερον, τὸ καλλιτεχνικώτερον δῶρον τοῦ πλάστου. Γυνὴ ἄνευ ρινὸς εἶναι ὅ,τι ὁ Ζεὺς ἄνευ κεραυνοῦ καὶ ὁ κ. Γεννάδιος ἄνευ ἀλεξιβροχίου. Τοῦτο γνωρίζουσα ἐκ πείρας εἶχεν ἀντικαταστήσει τὴν ἀπωλεσθεῖσαν διὰ ψευδοῦς ρινὸς καθ’ ὅλα ὁμοίας μὲ τὴν πρώτην. Ἡ ρὶς αὕτη ὁμολογουμένως ἦτο ἐντελεστάτη. Προσήρμοζε τὴν ψευδῆ ρῖνα; Ἐγίνετο καλλονὴ ἀπαράμιλλος, οὐρανία θεότης, ἀληθὴς Ἀφροδίτη. Ἀφῄρει τὴν ψευδῆ ρῖνα; Καθίστατο φρικωδῶς δύσμορφος, τέρας τεράτων, ἀληθὴς μέγαιρα. Ἑπομένως ὅλη της ἡ προσοχὴ συνεκεντροῦτο εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ προσθέτου ἐκείνου ὀργάνου. Ἡ ὡραία ἐκείνη ρὶς εἶχε καταστῇ πλέον δι’ αὐτὴν ὅ,τι τὸ παλλάδιον, διὰ τοὺς Τρῷας καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης διὰ τοὺς Ἀρκάδας. Ἀλλὰ φεῦ: Οὔτε τὸ παλλάδιον ἔσωσε τὴν Τροίαν, οὔτε ὁ κ. Δηλιγιάννης τὴν Ἀρκαδίαν. Ἡ μοῖρα εἶχε προορίσει τὴν ρῖνα ἐκείνην διὰ μεγάλην καταστροφήν.

Εἷς ἐκ τῶν νέων ἐκείνων οἵτινες ἐσύχναζον εἰς τὰς συναναστροφὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐσύχναζεν ἡ ὡραῖα Ἀννέτα, τῆς ἠράσθη ἐμμανῶς. Ἡ Ἀννέτα, ἔφερε τόσῳ καλῶς τὴν ρῖνα της ὥστε εἶχεν ὅλα τὰ δικαιώματα διὰ νὰ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τὴν καλλονήν της. Ὁ νέος ἀγνοῶν τὴν ἔλλειψίν της, τῇ ἐξέφρασε τὸ αἴσθημά του, τὴν παρεκάλεσε, τὴν ἱκέτευσεν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἀγέρωχος ὡς θεότης τὸν ἠρνήθη. Δὲν ἠσθάνετο ἀρκετὴν δύναμιν ὥστε νὰ ἐκθέσῃ ἑαυτὴν εἰς τὴν ταπείνωσιν μιᾶς τόσῳ ἀπαισίας ἀποκαλύψεως. Ἀλλ’ ὁ νέος ἐπέμενε τόσῳ πολύ, ὥστε μετὰ καιρὸν ἤρχισε νὰ τὴν κλονίζῃ. — Μὰ ἔχω μίαν ἔλλειψιν, ἔλεγεν ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ σὲ κάμῃ νὰ μεταβάλῃς γνώμην. — Δὲν μὲ μέλλει ἀπήντα ἐκεῖνος. — Μὰ εἶμαι ἄσχημη προσέθετεν αὐτή. — Ἂς εἶσαι ἄσχημη προσέθετεν αὐτός. Ἡ πολιορκία διήρκει ἓν ἔτος καὶ ἡ νέα ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ. Λέγουσιν ὅτι ἡ Τύρος καὶ ἡ Βαβυλὼν δὲν ἀντέστησαν περισσότερον χρόνον.

Ὁ γάμος λοιπὸν ἀπεφασίσθη. Εἶχον ἑτοιμασθῆ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἑορτήν, εἶχον ἀγορασθῆ τὰ στέφανα, εἶχον ἀφιχθῆ οἱ φίλοι τῆς οἰκογενείας, εἶχον ἔλθει μάλιστα καὶ οἱ ἱερεῖς. Ὁ γαμβρὸς παρετήρει τὴν νύμφην δι’ ὀφθαλμῶν μεστῶν ἔρωτος καὶ ἡ νύμφη ἠρυθρία ἐκ συγκινήσεως, ὅτε……

Ἀνεγνώσατε ποτέ σας διηγήσεις ἀπροόπτων; Νέος τις ἀπώλεσε λαμπρὰν προῖκα διότι τὴν παραμονὴν τῶν γάμων του ἐφώναξε δυνατὰ διότι τῷ ἐπάτησε κἄποιος φιλικῶς, τὸν κάλον, ἄλλος δέ τις κατέστρεψε τὸ ὡραιότερον συνοικέσιον τοῦ κόσμου, διότι ἐπταρνίσθη καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μέλλουσα πενθερά του τῷ προσέφερεν εὐλαβῶς τὸ τσάϊ. Τὸ κύπελλον ἀνετράπη, τὸ τσάϊ ἐχύθη ἐπὶ τῶν παρακαθημένων, ἡ πενθερὰ ἐλιποθύμησε καὶ αὐτὸς ἐτράπη εἰς ἄτακτον φυγήν. Οὕτω καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην. Κἄποιος ἐπταρνίσθη. Ἡ νύμφη ἐταράχθη, ἡ ρὶς ἐσείσθη ἐκ θεμελίων, ἐταλαντεύθη πρὸς στιγμὴν καὶ ἀποσπασθεῖσα κατέπεσε μελαγχολικῶς ἐπὶ τοῦ τάπητος. Ὁ γαμβρὸς ἤνοιξεν ὑπερμέτρως τοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλ’ ἔπειτα τοὺς ἔκλεισεν ἐκ φρίκης. Ἐρυθρὰ οὐλὴ ἔχαινεν ἀπαισίως ἄνωθεν τοῦ στόματος τῆς νύμφης. Οἱ προσκεκλημένοι, ἔκπληκτοι, ἔκλεισαν καὶ αὐτοὶ τοὺς ὀφθαλμούς. Ἀλλ’ ἅμα τοὺς ἤνοιξαν, ὁ γαμβρὸς ἦτο ἀπών.

Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ θλιβερὸν τέλος τῆς μύτης καὶ τῶν ἐρώτων τοῦ ἀτυχοῦς τούτου ζεύγους. Πταίει ἀράγε ὁ γαμβρός; Οἴμοι! Ὄχι. Παρομοία δοκιμασία ἠδύνατο νὰ κλονίσῃ σταθεροτέρους τούτου ἔρωτας. Ὑπὸ τοιαύτας περιπτώσεις οὔτε ὁ Ρωμαῖος θὰ ἔπινε δηλητήριον διὰ τὴν Ἰουλίαν, οὔτε ὁ Βέρτερος θ’ ἀπέθνησκε διὰ τὴν Δωροθέαν, οὔτε ὁ Παῦλος θὰ ἐπνίγετο διὰ τὴν Βιργινίαν. Ὁ ἔρως ἔχει ἀνεξιλεώτους ἀπαιτήσεις, διότι μ’ ὅλην τὴν θείαν ὑπόστασίν του, μ’ ὅλην τήν ἱερότητα μὲ τὴν ὁποίαν τὸν περιέβαλεν ἡ γλῶσσα τῶν σοφῶν, ἐν τῷ ἔρωτι ἡ καρδία κεῖται πολὺ χαμηλότερα ἀφ’ ὅσον τινὲς φαντάζονται.

Δ. Οικ. Καλαποθακησ


  1. ΣΗΜ. — Ἕνεκεν τῆς βραδείας ἀποστολῆς τοῦ φαιδροῦ τούτου σκαλαθύρματος τοῦ φίλου ἡμῶν κ. Δ. Οἰκ. Καλαποθάκη παρελείφθη ἀτυχῶς τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐν ἀρχῇ τοῦ παρόντος στήλης τῶν συνεργατῶν.