Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Η ισορροπία της ευτυχίας

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888
Συγγραφέας: Αριστοτέλης Κουρτίδης
Ἡ ἰσορροπία τῆς εὐτυχίας


Η ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
ΑΛΗΘΗΣ ΣΚΗΝΗ

— Κ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἡ εὐτυχία δὲν εἷνε τόσον ἄφθονος εἰς τὸν κόσμον ὥστε ν’ ἀρκῇ δι’ ὅλους! ἐφώνει ἐντὸς τοῦ καφενείου τῆς «Νέας Ἑλλάδος», ὁ τελειόφοιτος τῆς νομικῆς Κονδύλης, ὅστις ἔγραφε καὶ στίχους, ὡς ὅλοι σχεδὸν οἱ φοιτηταὶ τῆς νομικῆς. Ἡ εὐτυχία δὲν ὁμοιάζει μὲ τὸν ἀτμοσφαιρικὸν ἀέρα, τὸν ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀναπνέωμεν ὅλοι χωρὶς οἱ πνεύμονες τοῦ ἑνὸς νὰ κλέπτωσι τὸ μερίδιον τοῦ ἄλλου· δὲν ὁμοιάζει μὲ τὴν θάλασσαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἔκτασις δι’ ὅλους; καὶ διὰ τοὺς ὑπερωκεανείους σιδηροῦς ὄγκους τῶν ἀντιπόδων καὶ διὰ τὰ κότερα τῶν νήσων μας. Ἀλλὰ, καὶ πάλιν, φαντάσθητε τρώγλην ἀνθρακωρυχείου καταχωσθέντος, ὅπου ἐτάφησαν πέντε ἓξ ἐργάται, τείνοντες ἐναγωνίως τὸ οὖς ὅπως ἀκούσωσιν ἂν ἐργάζωνται ἔξω, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον, διὰ νὰ τοὺς σώσουν· ὁ ἀναπνέων τὸν ὀλίγον ἐκεῖ μέσα κεκλεισμένον ἀέρα δὲν τὸν κλέπτει ἀπὸ τοὺς συντρόφους του; δι’ ἑκάστης εἰσπνοῆς του ἕκαστος δὲν θανατώνει τοὺς ἄλλους; Ἡ μήπως καὶ αὐτὰ τὰ πλοῖα δὲν στενοχωροῦνται πολλάκις εἰς ἕνα πορθμὸν ἢ εἰς ἕνα λιμένα καὶ δὲν συγκρούονται ὡς νὰ συνάπτωσι καὶ αὐτὰ τὸν περὶ ὑπάρξεως ἀγῶνα; Τὸ ἐπαναλαμβάνω· ἡ εὐτυχία εἷνε τόσον ὀλίγη εἰς τὸν κόσμον ὥστε ὅστις τὴν ἀποκτᾷ τὴν κλέπτει ἀπὸ ἄλλους. Δύο νέοι ἀγαπῶνται· παρεμβάλλονται ἐμπόδια εἰς τὴν εὐτυχίαν των· ἐπὶ τέλους συζευγνύονται· εἶνε εὐδαιμονέστατοι· ἀλλ’ ἆράγε ἡ εὐδαιμονία των δὲν ἀφῆκε κανένα δυστυχῆ, δὲν ἀφῆκεν ἐγκαταλελειμμένον, ἄνευ ἀγάπης καὶ ἔρημον γηραιόν τινα πατέρα ἢ μητέρα, ὕπαρξίν τινα ἀγαπῶσαν τὸν ἕτερον τῶν εὐτυχῶν νεονύμφων; Ὠφελεῖταί τις εἰς μίαν ἐπιχείρησιν· πόσων ζημιῶν ἄθροισμα εἷνε ἆράγε τὸ κέρδος του; Κερδαίνει τις εἰς ἓν λαχεῖον· ἀπὸ πόσας διαψευσθείσας ἐλπίδας ἀποτελεῖται ἡ εὐτυχία του;

Οἱ φίλοι τοῦ Κονδύλη, ἄλλος μὲν στηρίζων τὸν ἀγκῶνα ἐπὶ τοῦ μαρμάρου τῆς τραπέζης, ἄλλος κρατῶν διὰ τῶν δύο γρόνθων τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου του καὶ ἐρείδων ἐπ’ αὐτῆς τὴν κάτω σιαγόνα, ἄλλος καπνίζων ναργιλέν, ἤκουον τὸν ἀγορεύοντα, οὗ ἡ φωνὴ κατὰ μικρὸν ἀνήρχετο. Ὁ Κονδύλης εἶχε τὸ προσὸν μεγάλων τινων ῥητόρων· ἐμεθύσκετο ἐκ τῶν φράσεών του· αἱ ἰδέαι τῷ ἤρχοντο ὄχι πρὶν ὁμιλήσῃ ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἤκουε τοὺς τόνους τῆς ἰδίας του φωνῆς.

— Εἶπα λαχεῖον, ἐξηκολούθησεν ὁ Κονδύλης, πιὼν ὀλίγον ὕδωρ ἐκ τοῦ ποτηρίου του ὡς κοινοβουλευτικὸς ῥήτωρ ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ἐνεθυμήθην ἓν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον οὔτε δραματικὸν εἷνε οὔτε συγκινητικόν, εἷνε ἀστεῖον μᾶλλον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐπικυρόνει τὴν ἰδέαν μου πληρέστατα.

«Ἡ Τριανταφυλλιὰ ἦτο ὑπηρέτρια εἰς μίαν πλουσίαν οἰκίαν· ἡ κυρία της καὶ ὁ κύριός της, οἵτινες ἦσαν ἐξαίρετοι ἄνθρωποι, τὴν ἠγάπων, ὅπως ἀγαπῶμεν τὰ σπάνια πράγματα· αἱ δὲ καλαὶ ὑπηρέτριαι εἷνε σπανιότης σήμερον.

— Εἰς τοῦτο ἀπατᾶσαι, ὑπέλαβε μὲ πονηρίαν δεκανεύς τις τοῦ μηχανικοῦ ἐκ τοῦ παρακειμένου τραπεζίου.

Ὅλος ὁ κύκλος τῶν περικαθημένων ἐξερράγη εἰς γέλωτα.

— Εἰξεύρω ὅτι ἔχετε κάμῃ εἰδικὰς μελέτας καὶ σέβομαι τὰς εἰδικότητας, ἀπήντησε μειδιῶν ὁ Κονδύλης. Λοιπὸν οἱ κύριοί της τὴν ἠγάπων πολύ· μὲ τοὺς μισθούς της ὁ κύριός της ἠγόρασε μίαν λαχειοφόρον ὁμολογίαν τῆς Τραπέζης καὶ τὴν ἐφύλαττε μετὰ τῶν πολλῶν ἰδικῶν του σημειώσας ἐπ’ αὐτῆς τὸ ὄνομα τῆς Τριανταφυλλιᾶς.

Ἡ Τριανταφυλλιὰ ἦτο εὐτυχής· ἦτο καὶ ὡραία· ὅταν δὲ ἔβαζε μπουγάδαν καὶ ἐξήρχετο ἐπὶ μικρὸν εἰς τὴν θύραν διὰ νὰ ψωνίσῃ ἀπὸ τὸν μανάβην, ἦτο τύπος καλλονῆς τοῦ λαοῦ μὲ τοὺς ἀνασκουμπωμένους εὐτόρνους βραχίονας της, τὰς ῥοδόχρους κάτω τοῦ καρποῦ ἐκ τῆς ἀλυσίβας χεῖράς της, τὴν ἀτημέλητον ἐνδυμασίαν της ὑφ’ ἣν διεγράφετο παχουλὸν καὶ εὔπλαστον σῶμα, τοὺς μεγάλους ἀμυγδαλωτοὺς ὀφθαλμούς της καὶ τὰ ὁλόμαυρα μακρυὰ μαλλιά της. Ἦτο νὰ τὴν πιῇ κανεὶς εἰς τὸ ποτῆρι!»

Αὐτῆς τῆς ἰδέας πρὸ πάντων ἦτο ὁ Γκιουζέπος, συριανὸς τσαγκάρης, ὅστις ἔστησεν ἀμέσως πολιορκίαν περὶ τὸ φρούριον· ἤρχισαν αἱ καντάδες μὲ τὴν ἁρμόνικαν ἤρχισαν οἱ περιπαθέστατοι ἀμανέδες ἀπὸ τὸ κατέναντι καπηλεῖον.

Ἡ Τριανταφυλλιὰ ἦτο ἔξυπνη· ἔβλεπε πέραν τῆς ῥινός της· εἶδε λοιπὸν ποίαν φλόγα ἤναψεν εἰς τὸ στῆθος τοῦ δυστυχοῦς Γκιουζέπου, αὐτὴ ἡ ὁποία ἔσβυνε μὲ τόσην προσοχὴν κάθε βράδυ τὴν φωτιὰν εἰς τὸ σπῆτι, καὶ ᾐσθάνθη κἄτι τι ὑπὸ τὸν ἀριστερὸν μαστόν. Ὁ καϋμένος ὁ νέος πόσον θὰ ὑπέφερε! Ἦτο καὶ τόσον καλοκαμωμένος! ἐκεῖνο τὸ μουστάκι του ὡμοίαζε μὲ κόρακος πτερόν, ἐκείνη ἡ ἐλῃά του πάλιν εἰς τὸ δεξιὸν μάγουλον! Εἶχε καὶ τόσον γλυκειὰν φωνήν, ὥστε ὅταν ἤρχετο κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρόν της κ’ ἐτραγουδοῦσε, ἡ Τριανταφυλλιὰ ἐσηκόνετο, ὅπως ἦτο ἀπὸ τὸ κρεββάτι, μισοάνοιγε σιγὰ σιγὰ τὸ παράθυρον καὶ ἠκροᾶτο, μὲ γλυκὺ καρδιοκτύπι, τὴν παθητικὴν μελῳδίαν, ἥτις ἐμέλπετο δι’ αὐτὴν ἐν τῇ σιγῇ τῆς νυκτὸς, ἐρρόφα ἀπλήστως ὅλον ἐκεῖνο τὸ θυμίαμα τῆς λατρείας τὸ πρὸς αὐτὴν ἀναπεμπόμενον ἐκ τοῦ πεζοδρομίου. Κατ’ ὀλίγον ἤρχισε νὰ ἐξέρχηται καὶ τὴν ἡμέραν εἰς τὸ παράθυρον· τί κακὸν ἔκαμε ἂν τὸν ἔβλεπε κἄποτε; εἰργάζετο ἔπειτα μὲ περισσοτέραν ὄρεξιν· χάριν τῶν κυρίων της λοιπὸν ἔπρεπε νὰ τὸν βλέπῃ, διὰ νὰ γίνεται καλλιτέρα ἡ ὑπηρεσία· δὲν εἴξευρεν ἡ Τριανταφυλλιά, ἀλλ’ ἐμάντευεν ὁρμεμφύτως ὅτι κἄποτε ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα.

Τὰς ἀποστάσεις ὀλιγοστεύουν ὄχι μόνον ὁ ἀτμὸς καὶ ὁ ἠλεκτρισμὸς ἀλλ’, ὡς γνωστὸν, καὶ ὁ ἔρως· ἑσπέραν τινα συνηντήθησαν κάτω εἰς τὴν θύραν ὁ Γκιουζέπος καὶ ἡ Τριανταφυλλιά· ἀγνοῶ ἂν συνηντήθησαν μόνον αὐτοὶ ἢ καὶ τὰ χείλη των· εἰξεύρω ὅμως ὅτι ἡ Τριανταφυλλιὰ δὲν κατέβη ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος τοῦ ἔρωτος, ἀλλ’ ἐσταμάτησεν ὡς ἀληθῶς γνωστικὴ κόρη.

Ἡ Τριανταφυλλιὰ τὸ ἐδήλωσε καθαρὰ καὶ ξάστερα εἰς τὸν Γκιουζέπον: ἀγαπητικιά του δὲν ἐδέχετο νὰ γείνῃ, γυναῖκά του μάλιστα.

— Καὶ ἐγὼ αὐτὸ θέλω, Τριανταφυλλιά μου, νὰ σ’ ἔχω γιὰ πάντα γιὰ πάντα, δική μου, καὶ νὰ μὴ μπορῇ νὰ σὲ πάρῃ ἀπ’ τὴν ἀγκαλιά μου οὔτε ὁ πατέρας σου οὔτε ἡ μητέρα σου, οὔτε ὁ κλητῆρας, οὔτε ὁ Βασιλέας. Νὰ εἶσαι δική μου, μονάχα δική μου. — Καὶ πότε θὲς νὰ στεφανωθοῦμε, Τριανταφυλλιά; ἠρώτησε μετὰ τῆς μεγίστης ἀμεριμνησίας ὁ Γκιουζέπος.

Ἀλλ’ ἡ Τριανταφυλλιά, τῆς ὁποίας ἡ καρδία εἶχε καῇ ἀπὸ ἕνα ἀκατάστατον γαμβρόν, ἀπὸ τὸν ἄνδρα τῆς καϋμένης τῆς ἀδελφῆς, ὁ ὁποῖος περνᾷ τὰς ἡμέρας του ’ς τὸ καπηλειὸ κι’ ἀφίνει τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ κακόμοιρα τὰ παιδάκιά του χωρὶς ψωμί, μὲ ξεσχισμένα φορέματα, καὶ χωρὶς λάδι τὴν κανδήλα τῆς Παναγίας, ἠρώτησε σοβαρῶς.

— Καὶ πόσαις δραχμαῖς ἔχεις οἰκονομήσῃ, Γκιουζέπο;

— Ἀπ’ αὐτὰ ποῦ φορῶ καὶ ἄλλα δὲν θωρῶ! ἀπήντησε παιγνιωδῶς ὁ Γκιουζέπος.

— Ἐγὼ ἔχω ὡς ὀκτακόσιες δραχμαὶς ’ς τὸν παραφέντη· μὰ ποῦ νὰ φτάσουν; ἡ παντρειὰ θέλει ἔξοδα· θέλομε καὶ μπόμπιλα· ἂν μᾶς πάρουν καὶ τὰ παιδιὰ Γκιουζέπο!

— Δὲν βαριέσαι; εἶπεν ὁ ὑποδηματοποιός· ὅ,τι τρώγω γὼ θὰ τρῷς καὶ σὺ καὶ ὅτι τρῷς ἐσὺ θὰ τρώγουν καὶ τὰ παιδιά· ἀπὸ τὸ φαγὶ τοῦ ἑνὸς χορταίνουν δύο, καὶ ἀπ’ τὸ φαγὶ τῶν δύο χορταίνουν τρεῖς.

Ἀλλ’ ἡ Τριανταφυλλιὰ μὴ εὑρίσκουσα σωστοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους τοῦ ἔκοψε διὰ μιᾶς τὸν βῆχα.

— Νὰ δουλέψῃς γερὰ ἕνα χρόνο, τῷ εἶπε, νὰ βάλῃς κἄτι ’ς τὸ κομπόδεμα, νὰ δουλέψω κ’ ἐγὼ νὰ μὴ ξοδέψω τίποτα ἀπ’ τοὺς μισθούς μου καὶ τοῦ χρόνου νὰ στεφανωθοῦμε.

— Ἂς εἷνε· εἶπεν ὁ Γκιουζέπος.

Ἡ Τριανταφυλλιὰ ἀπὸ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐπῆρε τὰ πράγματα ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν· ὅλη ἡ δυστυχία τῆς ἀδελφῆς της διήρχετο πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν της καὶ συνέσφιγγε τὴν καρδίαν της· ἔφριττεν ἀναλογιζομένη ὅτι ὁ βίος της ὅλος ἠδύνατο νὰ διέλθῃ μὲ πεῖναν καὶ δάκρυα καὶ ἐσκέπτετο ἤδη ὡς οἰκοκυρά, ὑπολογίζουσα, προπαρασκευάζουσα, ἐπιβλέπουσα μακρόθεν τὸν Γκιουζέπον μετ’ ἐνδιαφέροντος συζύγου.

Ἀλλ’ ὁ Γκιουζέπος διατί ἔπαυσε κατὰ μικρὸν νὰ βλέπῃ τὴν Τριανταφυλλιάν; Διότι ἡ καρδία τοῦ Γκουζέπου δὲν ἠγάπα τὰς ἀναβολάς, διότι ὁ ἔρως του ἦτο ἀνυπόμονος, ἐλαφρὸς καὶ πτερυγίζων καὶ ἡ αἴφνης ἀναφανεῖσα σοβαρότης τῆς Τριανταφυλλιᾶς τὸν ἐπτόησε.

Εἰς ἄλλην συνοικίαν ἀντήχει τώρα ἡ γλυκεῖα φωνὴ τοῦ ὑποδηματοποιοῦ τραβαδούρου, δι’ ἄλλους ὀφθαλμοὺς ἐκτενίζετο ἡ στίλβουσα χωρίστρα του· καὶ μίαν ἡμέραν ἡ Τριανταφυλλιὰ μανθάνει ὅτι ὁ Γκουζέπος ὑπανδρεύεται!…

Ἡ σφοδρὰ λύπη τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη, τὰ πικρὰ δάκρυα τὰ ὁποῖα ἔχυσε, προήρχοντο ἆρά γε ἀπὸ γυναικεῖον πεῖσμα διότι εἶδεν ἑαυτὴν περιφρονηθεῖσαν ἀντὶ ἄλλης ἢ διότι ἠγάπα τὸν ἄπιστον μὲ ὅλον τὸ πῦρ τοῦ πρώτου ἔρωτος;

Εἰς τὸ μαγειρεῖον, εἰς τὸ πλυσταρεῖον ἐστέναξε ψιθυρίζουσα:

— Δὲν ἔχω τύχη, ἡ ἄμοιρη!

Καὶ ὅμως εἶχε τύχην, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ ἀναγνῶσται τοῦ Ἡμερολογίου θὰ ζηλεύσουν. Ἡμέραν τινὰ ὁ παραφέντης της Α* (ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἱστορία αὕτη εἷνε ἀληθὴς ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους) καλεῖ τὴν Τριανταφυλλιὰν εἰς τὸ γραφεῖόν του.

— Τριανταφυλλιά, τῇ λέγει, ἐκέρδισες τὸ λαχεῖον τῆς Τραπέζης, ἐκέρδισες τὸν πρῶτον ἀριθμόν, ἑβδομῆντα χιλιάδες χρυσᾶ φράγκα.

Ἡ Τριανταφυλλιὰ ἔμεινεν ἐνεά· ἐνόει ἀμυδρῶς ὅτι εὐτυχία τις, μεγάλη εὐτυχία τὴν εὗρε, ἀλλὰ δὲν εἶχε πλήρη ἀντίληψιν αὐτῆς· ἦτο παραζαλισμένη ὡς νὰ τὴν εἶχον κτυπήσῃ κατὰ κεφαλῆς ἐντὸς σάκκου τὰ ἑβδομηκοντακισχίλια ἐκεῖνα φράγκα.

Ὁρμεμφύτως μόνον ᾐσθάνετο θαυμασμόν τινα πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις ἐν ᾧ ἠδύνατο νὰ σφετερισθῇ τὰ χρήματα, διότι αὕτη οὐδὲ τὸν ἀριθμὸν τῆς μετοχῆς εἴξευρε, ἔδειξε σχεδὸν ὑπεράνθρωπον εἰς τοὺς χρόνους μας τιμιότητα καὶ τῇ προσέφερε, μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἁπλότητος, ὁλόκληρον περιουσίαν.

Ἡ πτωχὴ κόρη ἥρπασε τὴν εὐγενῆ ἐκείνην χεῖρα καὶ προσεκόλλησεν ἐπ’ αὐτῆς τὰ χείλη της καὶ ἔβρεξεν αὐτὴν μὲ τὰ δάκρυά της.

Ὤ! Πολύ, πολὺ καλὰ ἔκαμεν ἡ τυφλὴ Τύχη κρούσασα καὶ μίαν φορὰν τὴν θύραν ἑνὸς μαγειρείου, βαρυνθεῖσα τὰς μαρμαρίνους κλίμακας τῶν μεγάρων!…

Ὅτε ἦλθον τὰ χρήματα τότε ἔδειξεν ἡ ὑπηρέτρια ἐκείνη τί καρδίαι κρύπτονται πολλάκις εἰς τὰ στήθη τοῦ λαοῦ· ἔστειλε χιλίας δραχμὰς εἰς τὸ ὀρφανὸν κοράσιον τὸ ἐξαγαγὸν τὸν λαχνόν· ἔδωκεν ἀνὰ χιλίας δραχμὰς εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρετρίας τῆς οἰκίας· τόσον καλὰ μετεχειρίσθη τὸν πλοῦτόν της ὥστε σχεδὸν ἀφώπλισε τὸν φθόνον· ἔδωκε πέντε χιλιάδας εἰς τὴν πτωχὴν ἀδελφήν της· ἀπεσύρθη τῆς ὑπηρεσίας, ὡς λέγουσιν οἱ συνταξιοῦχοι· ἔβαλε τὰ χρήματά της εἰς τὴν τράπεζαν, ἐνοικίασεν ἓν εὔμορφο σπητάκι, ἤρχισε νὰ μανθάνῃ γράμματα καὶ πιάνο—δὲν θὰ τῆς εἶπε κανεὶς φαίνεται ὅτι αὐτὰ τὰ δύο δὲν κάμνουν καθόλου εὐτυχέστερον τὸν βίον, — καὶ ἀντὶ τοῦ Γκιουζέπου τὴν περικυκλόνουν τώρα ἰατροὶ καὶ δικηγόροι — ὅλοι διδάκτορες! — καὶ ἐργολαβοῦν τὸν χρυσόν της, παλαίοντες μετὰ λύσσης ποῖος νὰ λάβῃ τὴν χεῖρα ἐκείνην, ἥτις ἔπλυνε πινάκια καὶ ἐκράτει τὸ σάρωθρον. Διότι κανεὶς πλέον δὲν συλλογίζεται τὸ παρελθόν της· τὸ βάπτισμα τοῦ χρυσοῦ τὴν ἐξηυγένισε. Τὸ χρῆμα ὁμοιάζει μὲ τὸν Μέγαν Ναπολέοντα, δίδοντα τίτλους κομήτων καὶ μαρκησίων εἰς τοὺς στρατηγούς του, πτωχὰ τέκνα τοῦ λαοῦ.

Καὶ ὁ Γκιουζέπος, τοῦ ὁποίου ἡ φωνὴ δὲν τραγῳδεῖ πλέον τὴν νύκτα, τοῦ ὁποίου ἔπεσαν τ’ αὐτιὰ διότι ἐδοκίμασεν ὅ,τι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φθάνει δι’ ἕνα δὲν φθάνει καὶ διὰ δύο καὶ ἔπειτα διὰ τρεῖς καὶ τέσσαρας, ὁ Γκιουζέπος, ὅστις ἐξ ὅλης ἐκείνης τῆς ῥαγδαίας χρυσῆς βροχῆς οὐδὲ ψεκάδα εἶδε νὰ τὸν βρέξῃ, ἐνόμισεν ὅτι ἡ τύχη τῷ ἔκλεψεν τὰς ἑβδομῆντα χιλιάδας φράγκων ἐκ τοῦ θυλακίου του, διότι ἦτο τόσον πλησίον νὰ γίνῃ σύζυγος τῆς Τριανταφυλλιᾶς ὥστε τὰς ἐθεώρει σχεδὸν ἰδικάς του. Καὶ ποῖος πταίει ὅτι δὲν τὰς ἔχει τώρα — διότι οὐδέποτε πταίομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δι’ ὅ,τι καὶ ἂν συμβῇ ἀλλὰ πάντοτε ἄλλος τις — ποῖος εἷνε ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν θὰ παιδεύεται ἰσοβίως μὲ τὴν φαλτσέταν καὶ μὲ τὸ σουβλί, ἐλεεινὸς καὶ κακομοιριασμένος, ζῶν ’μεροδοῦλι ’μεροφάγι; Ἡ γυναῖκά του, ἡ ὅποια διὰ τὴν κακήν του τύχην ἐβγῆκε ἐμπρός του, ἡ γυναῖκά του ἡ ὁποία ἔγεινεν ἐμπόδιον καὶ δὲν ἐπῆρε τὴν Τριανταφυλλιάν. Καὶ ἐκδικεῖται λυσσωδῶς τὴν τύχην ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῆς γυναικός του, καὶ ἡ δυστυχὴς γυνὴ παραζαλισμένη ἀπὸ τὸ ἀλύπητον ξυλοφόρτωμα δὲν ἐννοεῖ καλὰ καλὰ διατί ἐνέσκηψεν ἔξαφνα ἡ συμφορὰ αὕτη εἰς τὸ σπῆτι της, διατί ὁ σύζυγός της, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπερνοῦσε τόσο καλὰ σὰν πτωχικὸ ἀλλ’ ἀγαπημένο ἀνδρόγυνο, τὴν μισεῖ τώρα τόσον, τὴν μεταχειρίζεται τόσον ἀπηνῶς!…

Ἡ ἁπλοϊκὴ γυνὴ ἀγνοοῦσα τοὺς νόμους τῆς εὐτυχίας, δὲν εἰξεύρει ὅτι αὐτὴ πληρόνει διὰ τὴν εὐτυχίαν τῆς Τριανταφυλλιᾶς, καὶ ὅτι διὰ νὰ γείνῃ ὕπαρξίς τις εὐτυχὴς χάριν ἰσορροπίας ἀπῃτεῖτο νὰ γείνῃ μία κἂν ἄλλη δυστυχής!

Αριστοτελησ Κουρτιδησ