Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1888/Η γεροντοκόρη

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἐτήσιον Ἡμερολόγιον τοῦ Ἔτους 1888
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Σκόκος
Ἡ γεροντοκόρη


Η ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΡΗ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΕΛΙΣ.

Καὶ ὅμως άλλοτε, πρὸ εἴκοσι, πρὸ εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ἦτο δροσερὰ καὶ εὔχρους καὶ εὔχυμος, ὡς ὥριμος σταφυλὴ πρὶν ἢ ἀποστραγγισθῇ εἰς σταφίδα. Εἶχε δαψιλῆ τὴν κόμην, ἀνελλιπεῖς τοὺς ὁδόντας καὶ χνοῦν ῥοδακίνου ἐπὶ διαφανοῦς ἐπιδερμίδος. Αἱ παρειαί της ἐβάφοντο, ὡς τὰ ῥόδα τοῦ Ἀπριλίου, καὶ εἰς τὸ βλέμμα τῆς ἀπήστραπτεν ὅλη ἡ μεθυστική, ἡ γόησσα, ἡ χαριτωμένη καὶ ἐπίφθονος τρέλλα τῶν δεκαοκτώ της ἐτῶν. Ἐπέτα, δὲν ἐβάδιζεν. Ἐκελάδει, ὅταν ὡμίλει. Ἡ φωνή της ἀνεπάλλετο εἰς μυρίους θελκτικοὺς τόνους, κατακηλοῦσα καὶ εἰσδύουσα μέχρι τῆς καρδίας. Καὶ αὐταὶ ἀκόμη αἱ ἀνοησίαι τῆς τρελλῆς της νεότητος εἶχόν τι τὸ ἐπαγωγὸν καὶ ἐράσμιον. Οἱ ποιηταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὴν ἐπολιόρκουν διὰ θαυμαστικῶν ἀκροστιχίδων. Οἱ νυκτόβιοι κωμασταὶ διήρχοντο ἀλλεπάλληλοι ὑπὸ τὰ παράθυρά της τονίζοντες ᾄσματα περιπαθῆ. Ὅθεν διήρχετο, ὅπου εὑρίσκετο, εἰς τὰς συναναστροφάς, εἰς τοὺς χορούς, εἰς τὰ κέντρα τῶν περιπάτων, προσείλκυε βλέμματα ἄπληστα θαυμασμοῦ καὶ ἐπιθυμίας. Πρὸ τοῦ βωμοῦ τῆς σπαργώσης ἐκείνης καλλονῆς ἦν ἕτοιμος νὰ γονυπετήσῃ ὅλη ἡ κομψὴ τότε νεολαία, ἤρκει νὰ ἐπινεύσῃ ἐκείνη δι’ ἑνὸς βλέμματος. Καὶ διατὶ ὄχι; Νεότης ὑγεία καὶ κάλλος ἡμιλλῶντο νὰ τὴν καταστήσωσι θελκτικωτέραν. Ἀλλ’ ἐκείνη ἦτο ἀγέρωχος καὶ ὑπεροπτικὴ ὡς ὅλοι οἱ κατακτηταί. Χίλια στόματα. τῇ εἶχον ψιθυρίσει μυρίας συγκεχυμένας ἐρωτικὰς φράσεις. Εἶδε πρὸ αὐτῆς τόσας τραγικὰς ἐκφράσεις ἐρωτοπαθῶν, οὓς ἀποκαθῆλου διὰ τοῦ πυρίνου της βλέμματος. Ἀλλ’ ἐκείνη παρήρχετο ἀδιάφορος. Ἡ ἀμεριμνησία τὴν καθίστα εὐτυχεστέραν. Δὲν ἐφρόντιζε περὶ τοῦ κόσμου· ἤρκει ὅτι ὁ κόσμος ἐφρόντιζε περὶ αὐτῆς.

Καὶ ὅμως.

ἆ! πῶς ἀλλάσουν οἱ καιροὶ
’ς τὸν κόσμον ἐδῶ κάτω!

ὁ χρόνος, ὁ ἀδυσώπητος οὗτος ἐχθρὸς τοῦ γυναικείου κάλλους, ὁ κακεντρεχὴς ῥωπογράφος παντὸς ὡραίου, ὁ μεταποιῶν εἰς ἄμορφα ῥάκη τὰς μεταξίνους ἐσθῆτας, ἠλλοίωσε τὰ ῥαδινὰ χρώματα, τὴν καλλιτεχνικὴν εὐγραμμίαν καὶ τὴν ἡδυπαθῆ ἔκφρασιν τοῦ ἐμψύχου ἐκείνου καὶ σφριγῶντος ἀριστοτεχνήματος τῆς ἥβης εἰς τεσσαρακοντούτιδα γελοιογραφίαν, δηλαδὴ μετέβαλε βαθμηδὸν ὅλην ἐκείνην τὴν χάριν, τὴν δρόσον, τὸ ἀκτινοβόλημα, τὴν εὐωδίαν, τὴν σαγηνευτικὴν ποίησιν τῶν εἴκοσι, τῶν εἰκοσιδύο ἐτῶν εἰς.... γεροντοκόρην.

Ἡ προσεπωνυμία περικλείει τὴν μοχθηροτέραν εἰρωνείαν. Ἡ γεροντοκόρη καὶ ὡς λέξις καὶ ὡς κοινωνικὸν ἄτομον εἶνέ τι ἀπαισίως ὀξύμωρον. Εἷνε ἄρνησις ἑαυτῆς τῆς φύσεως, τῆς κοινωνίας, τοῦ ἰδίου της ὀνόματος ἀκόμη. Δὲν εἶνε κόρη πλέον, δὲν εἶνε γραῖα ἀκόμη, καὶ ὅμως εἷνε γεροντοκόρη, δηλαδὴ γρῖφος, πρόβλημα, κἄτι τι, τὸ ὁποῖον κυμαίνεται, ὡς αἱ θεωρίαι τῆς μεταφυσικῆς, μεταξὺ τοῦ ὑπάρχειν καὶ μὴ ὑπάρχειν, τοῦ ζῆν καὶ μὴ ζῆν, μεταξὺ σκιὰς καὶ φωτὸς ἐν τῷ κοινωνικῷ πανοράματι.

Εἶνε ἡφαίστειον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνικὴ ἀδιαφορία ἐπέστρωσε πάγους καὶ χιόνας. Καὶ ὅμως ὑποκάτω αὐτῶν καίει λάβα παθῶν καὶ πόθων ἀκόμη.

Εἶνε ὡς ἡ πρώτη ὑγρὰ φωτογραφικὴ πλάξ, ἡ ἐξερχομένη τοῦ χημικοῦ θαλάμου, ἐφ’ ἧς διακρίνεις τὴν ἀρνητικὴν ὄψιν τοῦ ὑποτυπουμένου εἰδώλου.

Ἡ θέσις της ἐν τῷ οἴκῳ, ἐν τῇ κοινωνίᾳ, πανταχοῦ, πρὸς ἑαυτὴν, πρὸς τὴν φύσιν, εἶνε ψευδής, ἀμφίβολος, ἀντίστροφος, μετέωρος, ὅπως θέλετε.

Ἡ μεσαιωνικὴ νομοθεσία μεταξὺ ἄλλων ἀπανθρώπων ποινῶν εἶχεν ἐπινοήσει καὶ τὸν δι’ ἀσιτίας θάνατον ὑπὸ φρικαλέους ὅρους, καθ’ οὓς ὁ κατάδικος προσδεδεμένος τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας ὑφίστατο τὰς βασάνους τῆς πείνης, ἐνῷ πρὸ αὐτοῦ ἡπλοῦτο τράπεζα μεστὴ γαργαλιστικῶν ἐδεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀντικαθίστων δι’ ἄλλων ποικιλωτέρων καὶ ἐκλεκτοτέρων οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς ποινῆς. Τοιαύτην τινὰ θηριωδίαν λεληθότως, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῇ, τελεῖ ἡ κοινωνία ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ πλάσματος.

Διότι ἡ γεροντοκόρη εἶνε ἡ προσωποποίησις τοῦ μυθολογουμένου Ταντάλου. Ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας ἤδη φλέγεται ἐξ ἀδιαλείπτου δίψης πρὸς ἀπόλαυσιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὰ λαίμαργα ὄμματά της ἡ ζωὴ ἐκτυλίσσεται ὡς τράπεζα πλουσίου συμποσίου, ἐφ’ ἧς δὲν τολμᾷ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρα. Καὶ ἐν τούτοις ἡ πεῖνα τὴν κατατρώγει, τὴν φονεύει ὁλονέν, τὴν ἀποθηριοῖ ἐξεγείρουσα ἐν αὐτῇ ἔνστικτα μίσους καὶ ἀνθρωποφαγίας πολλάκις.

Δι’ αὐτὴν ὁ βίος εἶνε ὡς ἓν χρυσόδετον βιβλίον illustré, τοῦ ὁποίου μόλις ἐπρόφθασε ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἐπιγραφὴν καὶ νὰ περιεργασθῇ τὰς εἰκόνας, χωρὶς νὰ σταματήσῃ εἰς μίαν σελίδα, χωρὶς νά ἀναγνώσῃ ἓν κἂν κεφάλαιον, ὅπως λάβῃ ἰδέαν τινὰ τοῦ περιεχομένου…

Καὶ ὁ πόθος τοῦ μυστηριώδους ἀγνώστου, ἐπὶ τὰ ἴχνη τοῦ ὁποίου δὲν ἀπηύδησε νὰ τρέχῃ, ἀναπτυσσόμενος κατὰ παράδοξον ψυχολογικὸν νόμον ἐφ’ ὅσον ἀπόλλυται ἡ ἐλπὶς τῆς πραγματώσεως αὐτοῦ, ἐξεγείρει θύελλαν εἰς τὴν ψυχὴν καὶ σκοτοδίνην εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ταλαιπώρου ἀποκλήρου.

Αὐτή, ἡ ὁποία κατέθελγεν ἄλλοτε διὰ τῆς χάριτος καὶ ἐκυριάρχει παντοῦ, σήμερον εἶναι βάρος εἰς τὸν ἀδελφόν, ἀνησυχία διὰ τὸν περίφροντιν πατέρα, μία κρυφὴ πληγὴ διὰ τὴν μητρικὴν καρδίαν, ἓν κώλυμα εἰς τὴν εὐτυχίαν τῆς μικροτέρας ἀδελφῆς, ἀντικείμενον σαρκασμοῦ διὰ τὰς νεκρὰς καλλονάς, οἴκτου διὰ τὰς ἐγγάμους καὶ ἀδιαφορίας δι’ ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον.

Δὲν ἔχει σκοπόν, δὲν ἔχει θέσιν οὐδαμοῦ. Εἰς τὰς συναναστροφὰς παράκειται ὡς μία ἁπλῆ παρένθεσις, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ λείπῃ. Ἐν μέσῳ κύκλου ὡραίων νεανίδων καὶ ζωηρῶν νέων ἀποτελεῖ οἰκτρὰν παραφωνίαν.

Ὅταν ἐξέρχηται εἰς τοὺς περιπάτους παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς μητρὸς ἢ τῆς πρεσβύτιδος θείας, ἐνῷ αἱ νεώτεραι τρέχουν ἐμπρός, τὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν αὐτομάτως πίπτουσιν ἐπ’ αὐτῆς λοξὰ, ἀδιάφορα, ἐκφραστικὰ οἰκτιρμοῦ, πλήξεως ἢ συντριβῆς. Καὶ κάθε βλέμμα εἰσδύει ὡς λεπὶς ξίφους εἰς τὸ στῆθός της.

Εἰς τὸν χορόν, ἂν τύχῃ ἐκ συγκαταβάσεως καὶ προσκληθῇ, κάθηται ἐκεῖ ποῦ εἰς καμμίαν γωνίαν λησμονημένη, ἀφανής, ὑπὸ κανὲν παραπέτασμα παραθύρου ἡμιπροκύπτουσα ὡς ἀμφιβολία, ὡς ἔκπληξις. Πρὸ τῶν ἐκ ζηλοτυπίας σπινθηροβολούντων ὀφθαλμῶν της περιδινοῦνται ἐν τῇ μεθυστικῇ μελῳδίᾳ τοῦ βὰλς τὰ ζεύγη τῶν νεαρῶν χορευτῶν, πετῶντα, χανόμενα καὶ πάλιν ἐμφανιζόμενα ὡς φανταστικὰ ἰνδάλματα ὑπὸ τὸν φακὸν τοῦ καλειδοσκοπίου. Καὶ αὐτὴ δὲν ἐχόρευσεν ἀκόμη, ἐνῷ ὁ χορὸς ἐγγίζει εἰς τὸ πέρας. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξε, κανεὶς δὲν ἐσκέφθη περὶ αὐτῆς. Καὶ τήκεται ἐκεῖ ὑπὸ τῆς ὀδύνης καὶ τῆς ἀπελπισίας, ὡς ἔκπτωτος βασιλεὺς τείνων δίσκον ἐπαιτείας, ὡς ἄγγελος κρημνισθεὶς εἰς τὰ τάρταρα καὶ θεώμενος ἀπὸ τοῦ βάθους τῆς πτώσεώς του τὴν Ἐδέμ, ἐν ᾗ ἐτρύφα ἄλλοτε. Καὶ μόνον ἡ φιλάνθρωπος πρόνοια τῆς οἰκοδεσποίνης ἐπικαλεῖται τὴν γενναιοφροσύνην κανενὸς οἰκογενειακοῦ γνωρίμου, ὅστις ἀποδέχεται τὴν θυσίαν τοῦ νὰ κάμῃ δύο στροφὰς τοῦ βὰλς μετὰ τῆς λησμονηθείσης γεροντοκόρης…

Αἱ συνομήλικοί της, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε δὲν ὑπῆρξαν χαριέστεραι οὐδ’ ὡραιότεραι αὐτῆς, ἐγένοντο ἤδη ἀπὸ πολλοῦ εὐτυχεῖς σύζυγοι, μητέρες καὶ προμήτορες ἴσως. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ νήπια, τὰ μικρὰ κοράσια, τὰ ὁποῖα ἐκάθιζεν ἐπὶ τῶν γονάτων της, ἀποκατεστάθησαν εὐδαίμονες σύζυγοι. Καὶ αὐτή…

Ὅταν ἀναγινώσκῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα τελεσθέντα γάμον, ὅταν ἀκούῃ ὅτι τὸ δεῖνα συνοικέσιον ἐπραγματοποιήθη, ἕκαστον ἄγγελμα τοιοῦτο φθάνει ὡς κεραυνὸς εἰς τὰ μύχια τῆς ψυχῆς της καὶ τῇ ὑπεκκαίει μυρία αἰσθήματα.

Ὁμιλοῦσιν ἐνώπιόν της περὶ κάλλους, περὶ νεότητος, περὶ εὐτυχίας, περὶ συζυγικῶν καὶ υἱικῶν φίλτρων, περὶ τῶν θελγήτρων τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου, καὶ ἐκείνη αἰσθάνεται ξεσχιζόμενα μίαν ἀκόμη φορὰν τὰ σπλάγχνα της ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ σπαραγμοῦ, ὃν δοκιμάζει ὁ ῥιγῶν καὶ πεινῶν ἐπαίτης ὅταν, ἀντὶ νὰ τῷ δώσωσιν ἓν τεμάχιον ἄρτου, τῷ λαλοῦσι περὶ ἑκατομμυρίων!…

Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ ἐντυπώσεις ἀδιαφορίας, περιφρονήσεως, σαρκασμοῦ, παραγνωρίσεως, πῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἠθικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἐπανάστασις ὑπὸ τὰ στήθη τῆς ἀτυχοῦς ἀπομάχου, τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνικὴ μωρία κατεδίκασεν εἰς ἀδράνειαν, εἰς μαρασμὸν, εἰς φθίσιν;

Ἡ φύσις, παραβᾶσαν τοὺς νόμους αὐτῆς, τὴν ἐκδικεῖται ἀπηνῶς, καὶ συμπτύσσει εἰς ῥυτίδας τὸ ἄλλοτε τριανταφυλλένιο πρόσωπόν της ὡς φύλλον πεπαλαιωμένης μεμβράνης. Ἡ κοινωνικὴ μοχθηρία βάλλει ἐπ’ αὐτῆς πικρὰ καὶ φονικὰ τὰ βέλη της. Πῶς τότε νὰ μὴ μισῇ ἐκείνη τὸ ὡραῖον, τὴν χαράν, τὴν νεότητα, τὸν κόσμον, τὸ πᾶν;

Καὶ ὅμως ἦτο ἄλλοτε συμπαθής, εὐαίσθητος, ἐπιεικής, εὐγνώμων, φιλάνθρωπος, λάτρις τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ καλοῦ, ἕτοιμος νὰ χύσῃ δάκρυα καὶ εἰς τὴν φυλλόρροιαν ἑνὸς ἄνθους ἀκόμη.

Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα αἰσθήματα ἐκοιμήθησαν ἢ ἐτάφησαν ἐντός της ἕνεκα τῶν ἀδιαλείπτων ἐξωτερικῶν ἀντιδράσεων, καθ’ ὧν παλαίει. Τὸ πῦρ ἐκαλύφθη ὑπὸ τὴν αἰθάλην. Μικρὰ ὑποδαύλισις, ἓν βλέμμα συμπαθές, μία χεὶρ τειναμένη εὐεργέτις, μία γενναία καρδία προσφερομένη καὶ ἀποδίδουσα δικαιοσύνην εἰς τὸ δυστυχὲς θῦμα, ἀρκεῖ ἵνα ἀναφλεχθῇ καὶ ἀναλάμψῃ ἅπαν τὸ ἠθικὸν καὶ ψυχικὸν κάλλος, ὅπερ καλύπτει ἤδη ἀπὸ τα βλέμματα τοῦ κόσμου ἡ ὁμίχλη τῶν προώρων ῥυτίδων καὶ τοῦ ἐπισπεύσαντος γήρατος. Καὶ ἂν ἐσβέσθη ἀπ’ αὐτῆς ἡ καλλονή, διασώζεται ὅμως ἡ εὐφυΐα, ἡ κοινωνικὴ μόρφωσις, ἡ καλὴ ἀγωγή. Κατέχει ὅλα τὰ ἠθικὰ κεφάλαια ὅπως καταστῇ καλὴ οἰκοδέσποινα. Άλλὰ ποῖος προσέχει εἰς τὰς φλυαρίας αὐτάς; Ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα χάνονται προκειμένου περὶ γεροντοκόρης, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ μᾶλλον ἀσύγγνωστοι παραλογισμοὶ προσκτῶνται χάριν ἀμίμητον εἰς ὡραῖα καὶ δροσερὰ χείλη.

Πῶς θέλετε τότε ὁ ὀργανισμὸς ἐκεῖνος νὰ μὴ διαστραφῇ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις; Πῶς νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς ὃν ὀξύχολον, σπληνικόν, νευροπαθές, ἀναιμικόν, ὑποχόνδριον, χλωρωτικόν, τὸ ὃν ἐκεῖνο, ὅπερ ἄλλοτε ἦτο τόσῳ ἐράσμιον καὶ φαιδρὸν καὶ περίχαρι;

Ἐὰν εἶχε τοὐλάχιστον ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, ὅσας ῥυτίδας εἰς τὸ μέτωπον, ὅσας ἀργυρᾶς τρίχας ἐπὶ τῆς κόμης! τοὐλάχιστον θὰ ἠγόραζεν ἕνα γαμβρὸν πρὸς γηροκομίαν…

Ἡ γεροντοκόρη εἶνε προϊὸν τῶν πολυαρίθμων πόλεων. Εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς κώμας, ὅπου ὁ βίος εἶνε ἁπλούστερος, ὅπου ὁ γάμος δὲν ἔχει χαρακτῆρα σωματεμπορίας, τὸ φαινόμενον γεροντοκόρης εἶνέ τι ὅλως σπάνιον. Ἐκεῖ ἡ ἀγρότις παιδίσκη γίνεται μήτηρ πρὶν ἢ ἀποπερατώσῃ ἔτι τὰ ἀθῶά της παιδικὰ παίγνια.

Ἀλλ’ ἐδῷ, ὅπου ὁ βίας εἶνε ψευδής, στιλπνὸς κατ’ ἐπιφάνειαν μόνον, ἐξισούμενος πρὸς τὰ μεταξωτὰ τρίχαπτα καὶ τὰς πολυτελεῖς ἐσθῆτας, δι’ ἃς κατασωτεύεται τὸ πρὸς προῖκα δι’ ἑκάστην κόρην μικρὸν ἀποταμίευμα τῆς οἰκογενείας· ἐδῶ, ὅπου ὁ γάμος θεωρεῖται ἐπιχείρησις ἢ κοινωνικὴ ἀνάγκη, ἡ ὁποία σοῦ ἐπιβάλλει νὰ νυμφευθῇς τὴν προῖκα τῆς δεῖνα, τὸ ὄνομα τῆς ἄλλης, ἢ τὴν προστασίαν τοῦ θείου ἐκείνης, ἡ κοινωνία ὑφίσταται νόσον καταστρεπτικήν, ἧς συμπτώματα πρόδηλά εἰσιν ἡ αὐξάνουσα πληθὺς τῶν ὑπερτεσσαρακοντούτιδων παρθένων.

Ἑκάστη οἰκογένεια ἃς σκεφθῇ, ἃς ὑπολογίσῃ καλῶς τί κοστίζει μία γεροντοκόρη εἰς τὸν οἶκον, εἰς τὴν κοινωνίαν, εἰς τὴν πατρίδα. Εἰς τὴν μερίδα κέρδη καὶ ζημίαι μία γεροντοκόρη ἀπορροφᾷ τὴν γαλήνην, τὴν χαράν, τὴν ἠθικὴν ἐπανάπαυσιν καὶ τὴν εὐζωΐαν τῆς οἰκογενείας…

Ἐν Ἀθήναις, Φεβρουάριος, 1887.

Κων. Φ. Σκοκοσ.