Εστία/Τόμος 26/Τεύχος 658/Ο υποψήφιος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εστία, Τέυχος 658
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Χαράλαμπος Άννινος
Ὁ ὑποψήφιος


Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ
Μυθιστορία Ἰουλίου Κλαρετῆ. — Μετάφρασις Χ. Α.

(Συνέχεια· ἴδε προηγούμενον φύλλον).

Ἤδη, ἐνῷ ἐμηκύνοντο αἱ σκιαί των ἐπὶ τῆς λευκαζούσης ἐκ τοῦ ἡλίου ὁδοῦ, κονιορτώδους ὡς ὁδοῦ τῆς Ἰταλίας, ὁ ὑποψήφιος καὶ ὁ ἐκλογικὸς αὐτοῦ πράκτωρ διήρχοντο διὰ του χωρίου καὶ ἔφθανον εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ Δημαρχείου.

Τὸ νέον οἰκοδόμημα του δημαρχείου ἀνηγείρετο αὐτόθι, παρὰ τὸν ναόν, ἀρχαίαν μονήν, μεταξὺ πλείστων ὁδῶν ἀποληγουσῶν ἐκεῖ εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον ὡς τόσαι μικραὶ ἀρτηρίαι. ΙΙέριξ τῆς ἐρυθρᾶς καὶ λευκῆς προσόψεως τοῦ δημαρχείου συνεκεντροῦτο πᾶσα ἡ ζωὴ τοῦ Δαμμαρί οἰνοπῶλαι, καφεπῶλαι, ἀρτοποιοί, πωληταὶ ἀποικιακῶν, εἰκόνων, ἀθυρμάτων. Βαθμηδόν, ἅμα τῷ κρότῳ τῶν βημάτων τῶν δύο ὁδοιπόρων, παρὰ τὰς φλογερὰς ἀκτῖνας του ἡλίου καθέτως πιπτούσας ἐπὶ τῆς μικρᾶς πλατείας, τὰ ἐργαστήρια ἠνοίγοντο, ὁ καφεπώλης προσεκάλει ἔξω τούς πελάτας του, ὅλοι ἔτειναν πρὸς τὰ ἐμπρὸς τὴν κεφαλήν, ὁ παντοπώλης προσήρχετο νὰ ἴδῃ καί τινες πλησιάζοντες ἔσβυνον τὴν καπνοσύριγγά των διὰ νὰ συνομιλήσωσι μὲ «τὸν ὑποψήφιον τῆς κυρίας Ἑρβλαί.»

Ἠκούοντο ἐκεῖ πλησίον κανονικαὶ σχεδὸν αἱ ἐκπυρσοκροτήσεις τῶν πυροβολισμῶν, οὓς ἔρριπτον οἱ ζωγράφοι τοῦ Βαρβιζὼν βάλλοντες ἔν τινι πλησιοχώρῳ σκοπευτηρίῳ πρὸς τὸ μέρος του Σαλλύ.

Ἐνῷ ὁ Βερδιὲ διήρχετο διὰ τῆς πλατείας, ἀνήρ τις κομψός, μὲ γένειον φαιόν, ὅστις ἐξήρχετο ἔκ τινος οἰκίας κειμένης πλησίον τοῦ ναοῦ, ἐσταμάτησεν ὅπως παρατηρήσῃ τὸν ταγματάρχην ἐρχόμενον ἀκριβῶς πρὸς τὸ μέρος του. Γερόντιόν τι συνοδεῦον αὐτόν, δεικνύον τον Βερδιὲ ἐψιθύρισεν: «Εἶνε ὁ δημοκρατικὸς ὑποψήφιος!»

Ὅτε ὁ ταγματάρχης εὑρίσκετο εἰς ἀπόστασιν δύο βημάτων ἀπ’ αὐτοῦ, ὁ ἄγνωστος τον ἐχαιρέτισε μετὰ κινήματος πλήρους εὐγενείας, λέγων ὅτι θὰ ἔλεγε περίπου ἀξιωματικὸς πρὸ τῆς μάχης του Φοντενοά:

—Ταγματάρχα, χαίρω πολὺ διότι δύναμαι νὰ σᾶς ἐκφράσω ὅλην τὴν πρὸς ὑμᾶς ὑπόληψίν μου, πρὶν σᾶς καταπολεμήσω μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις.

Ὁ Βερδιὲ ἀρκούντως ἐκπλαγεὶς ἀπεκαλύφθη καὶ παρετήρησε τὸν πρὸς αὐτὸν λαλοῦντα. Τὸν ἀνεγνώρισεν ἀορίστως. Εὕρισκεν ὅτι ὡμοίαζε κἄπως πρὸς τὸν Ἑρρῖκον Δ΄. Εἶχε τὸ αὐτὸ ἱππότικὸν ἦθος τοῦ βασιλέως ἐκείνου, καὶ τὸν ἀγκιστροειδῆ μύστακα· πλὴν τὸ βλέμμα του περιεῖχε μελαγχολίαν καί ἡ φωνή του θλιβερόν τι γόητρον.

—Πρὸς ποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ, κύριε;...

—Ὑπήρξατε ὁ λοχαγὸς του υἱοῦ μου. Εἶμαι ὁ μαρκήσιος δὲ Μομβρέν.

Ὁ ταγματάρχης λίαν ἐχάρη ἀνευρίσκων τὸν πατέρα τοῦ ἀξιολόγου νέου, τον ὁποῖον εἶδε τόσον ἀνδρείως ἀγωνισθέντα παρὰ τὸν Λείγηρα καὶ λησμονῶν ὅτι ὁ μαρκήσιο; ἦτο ἀντίπαλός του—καίτοι ὁ κ. δὲ Μομβρὲν δὲν συγκατετίθετο νὰ θέσῃ τὴν ὑποψηφιότητά του, —ἤρχισε νὰ συνομιλῇ πρὸς στιγμὴν μετ’ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν οἰκιῶν, ἤτις ἐσχημάτιζε μέλαιναν ζώνην ἐπὶ τῆς ἀποτυφλούσης ἐπιφανείας τῆς πλατείας.

Ὁ Αἰμίλιος Δυκᾶς εὕρισκεν ὅτε ὁ Βερδιὲ οὕτω φερόμενος ἔσφαλλε περὶ τὴν τακτικὴν. Τὰ πρόσωπα τῶν παρὰ τούς οὐδοὺς τῶν θυρῶν θεατῶν ἐφαίνοντο ἐκπεπληγμένα. Ἐδακτυλοδείκτουν τὸν ὑποψήφιον τῆς κυρίας Ἑρβλαί συνομιλοῦντα οἰκείως μετὰ τοῦ μαρκησίου. Καὶ ἄν ἦτο μόνος ὁ μαρκήσιος, ὑπομονή! Ἀλλ’ ἦτο παρὼν καὶ ὁ ἄλλοτε γραμματεὺς τῆς δημαρχίας ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ Ποτερμέ, ὁ μικρόσωμος ἀνήρ, ὅστις παρηκολούθει τὸν κ. δὲ Μομβρέν. Προφανῶς ὁ ταγματάρχης ἠγνόει τὸ παρελθὸν του Ποτερμὲ καί δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο τὸ ὄργανον ἄλλοτε πάντων τῶν κυβερνητικῶν ὑποψηφίων, διὰ πολλῶν ἐξευτελισμῶν κατορθώσας νὰ παρασημοφορηθῇ.

Ὁ Δυκᾶς εὐχερῶς ἐμάντευε τὴν ἔκπληξιν τῶν κατοίκων τοῦ Δαμμαρὶ καί ὁ Φουρνερὲλ ὅστις μὲ τούς ὀστεώδεις δακτύλους του συνέστρεφε τον μύστακα ἐψιθύριζε:

—Σφάλμα κάμνει ὁ ταγματάρχης! Δὲν πρέπει νὰ φαίνεται μαζί μὲ τον Ποτερμὲ ἐμπρὸς εἰς ὅλον τὸν κόσμον!

Ὁ Ποτερμὲ ὅμως ἐδεικνύετο ἐπιφυλακτικὸς καὶ παρετήρει μετά τινος δυσπιστίας τὸν Βερδιὲ συνομιλοῦντα ἀφελῶς μετὰ του Μομβρὲν περὶ τοῦ Ροβέρτου καί λέγοντα πρὸς αὐτόν πόσον ἐχάρη ἐπανιδὼν αὐτόν. Οὐδὲ λέξιν ἀντήλλαξαν περὶ πολιτικῆς.

Καί ὅμως οἱ ψιθυρισμοί δὲν ἔπαυον πέριξ τῆς πλατείας, ὁ δὲ παντοπώλης δὲν ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ ὅ, τι ἔβλεπεν: «Εἶνε δυνατόν!... Γνωρίζει τὸν κ. δὲ Μομβρέν!... Καί τί νὰ λέγουν τάχα;»

—Ταγματάρχα, εἶπεν ὁ μαρκήσιος μετά τινας στιγμάς, λυποῦμαι διότι ἀπεποιήθην νὰ θέσω τὴν ὑποψηφιότητά μου εἰς τὸ ἐκλογικὸν αὐτὸ διαμέρισμα, διότι θὰ εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ὑμᾶς ὡς ἀντίπαλον. Ἄν ἤθελον ἡττηθῆ, θὰ ἤμην τοὐλάχιστον βέβαιος ὅτι ἡ μικρά μας ἐπαρχία θὰ εἶχε ἀντιπρόσωπόν της ἕνα ἄνδρα ἔντιμον! —Θὰ μοῦ χορηγήσητε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς σφίγξω τὴν χεῖρα πρὸ τῆς μάχης;

Ἐμειδία χαριέντως καί πως συγκεκινημένος τείνων πρὸς τὸν Βερδιὲ τὴν χεῖρα, ἣν ὁ στρατιωτικὸς ἔσφιγξεν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.

—Διάβολε! ἐσκέπτετο ὁ Δυκᾶς, καὶ χειραψίας! Οἱ ἐκλογεῖς δὲν θὰ καταλαμβάνουν πλέον τίποτε!

Καὶ παρετήρει εἰς τὰ πέριξ τῆς πλατείας τοὺς ἀπλοϊκοὺς κατοίκους του Δαμμαρὶ, οἵτινες τὰ μέγιστα ἠπόρουν διὰ τὴν χειραψίαν ἐκείνην μεταξύ ἀνδρῶν διαφόρων φρονημάτων. Ὁ κ. δὲ Μομβρὲν ἐχαιρέτισε τὸν Βερδιὲ καὶ ἀπεμακρύνετο πρὸς τὸ μέρος τοῦ Μελέν, ἀκολουθούμενος παρὰ του Ποτερμέ, ὅστις ἐβάδιζε μὲ ἦθος ὀργίλον ὄπισθεν τῆς ἰσχνῆς σκιᾶς τοῦ μαρκησίου μηκυνομένης ἐπὶ του ἐδάφους τῆς πλατείας.

—Ἐξαίρετος ἄνθρωπος! εἶπεν ὁ ταγματάρχης βλέπων αὐτὸν ἀπομακρυνόμενον.

—Δὲν εἶνε ἀνάγκη νά τὸ λέγητε αὐτό, φίλτατέ μου ταγματάρχα, εἶπεν ὁ Αἰμίλιος. Πρὸς ἐμὲ ἔστω!.. Ἀλλ’ ἂν σᾶς ἤκουον οἱ ἄλλοι!..

—Πῶς! Ἄν μὲ ἤκουον.... Καὶ τί ἂν μὲ ἤκουον;

—Εἶνε βασιλόφρων ὁ μαρκήσιος.

—Καλά! Τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶνε ἐξαίρετος ἄνθρωπος.

—Ἐρωτήσατε καὶ τὸν κ. Φουρνερέλ, εἶπεν ὁ νέος ὡς νὰ ἤθελε νά ἐξαιρέσῃ τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν συζήτησιν.

Καὶ ὁ πρώην στρατιώτης πράγματι ἦτο τῆς γνώμης ὅτι ὁ «κύριος» εἶχεν ἄδικον. Ἦτο βέβαιον ὅτι τοιαῦται χειραψίαι θὰ ἔκαμνον κακὴν ἐντύπωσιν. Καὶ πάλιν, ἂν ὁ μαρκήσιος ἦτο μόνος! Ἀλλ’ ὁ Ποτερμέ!... νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὸν Ποτερμέ,.. νὰ γνωρίζῃ τὸν Ποτερμέ!..

—Ἀλλά, εἶπεν ὁ Βερδιέ, ἐγὼ δὲν γνωρίζω καθόλου τὸν Ποτερμέ. Ποῖος εἶνε αὐτὸς ὁ Ποτερμέ;

—Ὁ πρῷην ἐκλογικὸς πράκτωρ τοῦ Δυλωριέ καὶ τοῦ Βαλλεδιέ!

Τὰ ὀνόματα ἐκεῖνα ἤκουεν ὁ Βερδιὲ ὡς λέξεις γλώσσης ἀγνώστου. Ὁ Βαλλεδιέ! Ὁ Δυλωριέ! Ὁ Ποτερμέ! Οὐδέποτε εἰς τὴν ζωήν του εἶχεν ἀκούσει αὐτὰ τὰ ὀνόματα.

—Αἴ λοιπόν; τί εἶχα νὰ κάμω ἐγὼ μὲ τὸν Βαλλεδιὲ καὶ μὲ τὸν Δυλωριέ; Μήπως εἰξεύρω κἂν ποῖος εἶνε;

—Ταγματάρχα, εἶπεν ὁ νέος Δυκᾶς, ἐν τῇ τακτικῇ τῶν ἐκλογῶν, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἐπαναστάσεις, τὰ πάντα ἔχουσι σημασίαν... τὰ πάντα! Καὶ δὲν ἐγγυῶμαι ὅτι μίαν ἡμέραν καὶ σεῖς δὲν θὰ μετανοήσητε διὰ τὴν χειραψίαν σας αὐτὴν μετὰ τοῦ κ. δὲ Μομβρέν!

—Οὐδέποτε μετανοεῖ τις, φίλτατε κύριε, εἶπεν ἁπλῶς ὁ Βερδιέ, διότι ἔσφιγξε τὴν χεῖρα ἑνὸς ἀνδρὸς ἐντίμου.

Ὁ Δυκᾶς ἄφησε νὰ τὸν διαφύγῃ κίνημά τι σημαῖνον: «Ὅπως ἀγαπᾶτε· αὐτὸ ἐνδιαφέρει σᾶς!»

—Καὶ τώρα, εἶπεν ὁ Φουρνερέλ, ἂς ὑπάγωμεν νὰ ἐπισκεφθῶμεν τὰ μαγαζειά.

Οἱ κανονικοὶ καὶ ἔρρυθμοι πυροβολισμοὶ τοῦ πλησιοχώρου σκοπευτηρίου ἀντήχουν πάντοτε κατὰ συχνότερα διαλείμματα.

Ὁ δὲ Μομβρὲν εἶχεν ἤδη γείνει ἄφαντοι μετὰ τοῦ Ποτερμέ, εἰς τὴν γωνίαν δὲ ἀκριβῶς τῆς ὁδοῦ, δι’ ἧς ἀπῆλθεν, ἐφάνη ἀνήρ τις φέρων ἐξηρτημένους παρὰ τὸ πλευρόν του ἀπὸ δερματίνου σάκκου σωροὺς ἐφημερίδων, φορῶν δὲ εἰς τὴν κεφαλὴν πῖλον δερμάτινον μὲ ταινίαν πορφυρᾶν πέριξ αὐτοῦ, ἐφ’ ἧς διὰ μελανῶν γραμμάτων ἐσημειοῦτο ὁ τίτλος τῆς ἐφημερίδος τοῦ Γκαρούς: Ὁ Ἔγχελυς τοῦ Μελέν.

Μὲ φωνὴν βραγχνὴν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐκραύγαζεν ἐν τῇ βαθείᾳ σιγῇ τῇ ἐπικρατούσῃ ἐπὶ τῆς ἡλιοφωτίστου πλατείας:

—Ἐφημερίδες τῶν Παρισίων!.. Ἡ νέα ἐφημερὶς τοῦ διαμερίσματος... Ὁ Ἔγχελυς!

Ὁ Δυκᾶς παρετήρησεν ὅτι ὁ ταγματάρχης ἀκούσας τὸ ὄνομα ἐκεῖνο ἐγένετο ὠχρότατος. Ὁ Ἔγχελυς τοῦ Μελέν! Ὁ Βερδιὲ ἐνθυμεῖτο τὴν μωρὰν ἀστειότητα, τὸ αὔθαδες ἄρθρον, ὅπερ εἶχεν ἀναγνώσει τὴν πρωΐαν ἐντὸς τοῦ κήπου. Ἡ ἰδέα δὲ ὅτι ὁ πωλητὴς αὐτῶν εἶχε τὰ θυλάκια πλήρη ἐκ τῶν ἐξυβριστικῶν ἐκείνων φύλλων, ὅτι διέσπειρεν, ἐπώλει, ὡς ἔμπορος πωλῶν δηλητηριώδεις οὐσίας, τὴν ἠλίθιον συκοφαντία καὶ τοὺς ἀγρίους χλευασμοὺς ἐνέπνεεν εἰς τὸν στρατιωτικὸν τὴν ὄρεξιν νὰ ὑπάγῃ ν’ ἁρπάσῃ τὰ μιαρὰ ἐκεῖνα φύλλα καὶ νὰ τοῦ τὰ ρίψῃ διεσχισμένα κατὰ πρόσωπον.

—Ποῖος εἶνε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; ἠρώτησεν ὁ Βερδιὲ τὸν Φουρνερέλ.

—Ποῖος; ὁ ἐφημεριδοπώλης;

—Ναί.

—Τὸν γνωρίζετε, κύριε ταγματάρχα, σᾶς ὡμίλησα δι' αὐτόν· εἶνε πρώην στρατιώτης τῆς πυροβολαρχίας μας, ὁ Πονίς!

—Ὁ Πονίς; εἶπεν ὁ ταγματάρχης εἰς ὅν τὸ ὄνομα ἐκεῖνο ἐξήγειρε τὴν φορὰν ταύτην μίαν ἀνάμνησιν. Ἐκεῖνος ποῦ ἐπήγαινε συχνὰ εἰς τὴν φυλακήν;

— Δὲν εἶνε κακός, κύριε ταγματάρχα. Ἔχει μόνον τὸ ἐλάττωμα ν’ ἀγαπᾷ τὸ κρασὶ ὁ Πονίς... Τὸ τσούζει δυνατά!.. καὶ τότε κάμνει καμμίαν ἀταξίαν!..

Ὁ πωλητὴς ἐξηκολούθει νὰ κραυγάζῃ μὲ τὴν οἰνοβαρῆ φωνήν του.

—Ἐφημερίδες τῶν Παρισίων!.. Ἡ νέα ἐφημερὶς τοῦ διαμερίσματος, ὁ Ἔγχελυς!.. Παρετε τὸν Ἔγχελυν!

Ἐσταμάτα πρὸ τῶν θυρῶν, ἔσυρεν ἓν φύλλον ἀπὸ τὴν δερματίνην θήκην καὶ ἐλάμβανε τὸ ἀντίτιμον μεθ’ ἑνὸς μορφασμοῦ ἢ μιᾶς βωμολοχίας καὶ ἐξηκολούθει τὴν περιοδείαν του κράζων: Ὁ Ἔγχελυς τοῦ Μελέν!

—Εἰξεύρει τοὐλάχιστον τί πωλεῖ; εἶπεν ὑψηλοφώνως ὁ Βερδιέ, ὃν ἡ θέα τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης ἀγοραζομένης τῇδε κακεῖσε παρὰ τῶν πολιτῶν ἐξηρέθιζεν.

Ἔμελλον νὰ γελάσωσι μὲ αὐτόν, τὸν Βερδιὲ, εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα ἐκεῖνα καὶ τὰ παντοπωλεῖα! Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ ἐπανελάμβανον μετ’ ὀλίγον τὸν μωρὸν ἀστεϊσμὸν τοῦ δημοσιογράφου: «Τί εἶνε αὐτὸς ὁ πυροβολητὴς, ὅστις πληρώνεται διὰ νὰ φονεύῃ τούς ἀνθρώπους, καὶ ἀπεναντίας τοὺς σώζει; Ὀπίσω τὰ χρήματα! ὀπίσω τὰ γαλόνια!»

Ἐβάδισε κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν Πονίς ὑπὸ τὰς φλογερὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου καὶ ἐσταμάτησεν εἰς τὸ μέσον τῆς πλατείας πρὸ του ἀρχαίου πυροβολητοῦ, ὅστις ἐρυθρός, μὲ πρόσωπον κατάστικτον ὡς δίκτυον ἀποτελούμενον ἐκ λεπτοτάτων ἰοχρόων ἰνῶν, τὸν παρετήρει μὲ τὸ στόμα χαῖνον ὑπὸ τὸν μύστακά του καὶ ἔφερεν ἀκουσίως τὴν χεῖρα, οἱονεὶ πρὸς τὴν προμετωπίδα τοῦ κράνους του, εἰς τὸν πῖλον ἐκεῖνον, ἐφ’ οὗ ἀνεγινώσκετο ὁ τίτλος τῆς σκανδαλώδους ἐφημερίδος.

—Κύριε ταγματάρχα!.. Πῶς!.. Εἶσθε σεῖς, κύριε ταγ...

—Καὶ σύ, εἶπεν ὁ Βερδιέ, πωλεῖς τὸν Ἔγχελυν;

—Κύριε ταγματάρχα, ξεύρετε....

—Ὡραία ἐφημερὶς ὁ Ἔγχελυς! γνωρίζεις τί περιέχει ἐναντίον μου;

—Τὸ γνωρίζω, κύριε ταγματάρχα, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζω, δηλαδὴ... τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω πολύ...

Καὶ ὁ Πονίς ψελλίζων ἀνεζήτει τὰς λέξεις προσέχων ταὐτοχρόνως εἰς τὸν κρεμάμενον παρὰ τὸ πλευρόν του σάκκον τῶν ἐφημερίδων, τὰς ὁποίας ὁ Βερδιὲ ἐφαίνετο ἔχων ὄρεξιν νὰ ἐξαφανίσῃ.

—Ὤ! ἐσυλλογίζετο ὁ Δυκᾶς, ὅστις ἐμάντευε τὴν ὀργὴν του ταγματάρχου, πολύ ἀβρόφρων πρὸ ὀλίγου, πολὺ βίαιος τώρα! Ἀναμφιβόλως δὲν ἔχει τὸ ἀπαιτούμενον πολιτικὸν φλέγμα.

Ὁ Φουρνερέλ, ὃν οἱ ἐν τῇ πλατείᾳ περιεκύκλουν, ἐπωφελεῖτο τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πολιτικὴ οὐδόλως ἀνεμιγνύετο εἰς τὰς σχέσεις τὰς μεταξύ του ταγματάρχου καὶ του μαρκησίου. Ἦσαν γνωστοὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου.

—Ἀδιάφορον, ἔλεγεν ὁ παντοπώλης, νὰ κάθωνται ἐκεῖ νὰ σφίγγουν τὰ χέρια των ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν δύο ἀρχὰς διαφορετικάς!... Αὐτὸ εἶνε ἀστεῖον!

Ὁ Βερδιὲ προσέβλεπεν ἀτενῶς τὸν Πονὶς σφόδρα τεθορυβημένον.

—Καὶ σὲ πληρώνουν καλὰ δι’ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα;

Ὁ πρώην στρατιώτης δὲν ἀπήντα.

—Εἰπέ μου, Πονίς, εἶπεν ὁ ταγματάρχης, τὸ εἰξεύρεις ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε μία λέξις ἀληθὴς εἰς ὅλα ὅσα γράφει αὐτὸ τὸ φύλλον ἐναντίον μου;

Ὁ Πονὶς ἐμειδίασε μετὰ περιφρονήσεως παρατηρῶν τὰς ἐφημερίδας, ἃς ἐβάσταζεν. —Οὔτε λέξις, μάλιστα, κύριε ταγματάρχα. Ἐμένα θὰ μου τὸ ’πῆτε; Πρέπει νὰ εἶνε κανεὶς ἀναιδὴς σὰν αὐτούς ποῦ γράφουν αὐτὰ τὰ φύλλα διὰ νὰ διαδώσῃ τέτοια κουραφέξαλα ἐναντίον σας... Ἄν ἤρχοντο νὰ μου τὰ ψάλλουν αὐτὰ ἐμέ, θὰ τούς ἐδιώρθωνα κατὰ ποῦ πρέπει, σᾶς δίνω τὸν λόγον μου!..

—Καὶ ἐν τοσούτῳ τὰ διανέμεις αὐτὰ τὰ κουραφέξαλα,.. τὰ πωλεῖς;..

—Αἴ!.. τὰ διανέμω... χωρὶς νὰ τὰ διανείμω.,. Μήπως τὰ ἔχω ὑπογραμμένα ἐγώ.. Τὰ πωλῶ... ἀλλὰ διαμαρτύρομαι... Ἐγὼ κάμνω τὸ ἔργον μου.

—Ἀχρεῖον ἔργον, Πονίς!

— Ὤ! τὸ γνωρίζω δά, κύριε ταγματάρχα, πῶς μὲ αὐτὸ τὸ ἔργον δὲν θὰ πάρω τὸ παράσημον... Ἀλλὰ τί νὰ κάμῃ κανείς;.. Πρέπει νὰ δουλεύσῃ διὰ νὰ φάγῃ.

— Καὶ νὰ πίῃ!

—Καὶ νὰ πίῃ, μάλιστα!.. αὐτὸ εἶνε τὸ χειρότερον. Ἡ συνήθεια τῆς κανάτας τὰ κάμνει ὅλα. Πταίει ὅμως καὶ ὁ κ. Γκενώ.

— Ὁ κ. Γκενώ;

—Ὁ κτηνίατρος του Σαλλύ· μάλιστα!

—Καὶ τί ἔκαμεν ὁ κ. Γκενώ;

—Τί ἔκαμε; του ἐζήτησα νὰ διαμοιράσω τὰ προγράμματά σας ὅταν θὰ ἤρχετο ἡ στιγμή· αὐτὸς μοῦ ἀπήντησε πῶς ἤμουν μεθύστακας ἡ ἀλήθεια εἶνε πῶς ἤμουν καὶ κομμάτι πιωμένος ὅταν τὸ ἐζήτησα αὐτὸ ἀπὸ τὸν κ. Γκενώ. Ὁπωςδήποτε ἐδυσαρεστήθηκα,.. Ἄ! εἶπα, δὲν θέλεις νὰ μοῦ δώσης τὰ προγράμματα του ταγματάρχου, αἴ; Πολὺ καλά· θὰ πάρω τὸ πρόγραμμα του Γκαρούς. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Γκαρούς ἔβγαλε καὶ ἐφημερίδα, διὰ τοῦτο πωλῶ καί τὴν ἐφημερίδα του!.. Δὲν τὸ ἔκαμα ὅμως διὰ σᾶς, κύριε ταγματάρχα, Πολὺ ὀλίγον μὲ μέλει διὰ τὸν Γκαρούς, καὶ μάλιστα νὰ σᾶς εἰπῶ, κύριε ταγματάρχα, ἂν τύχῃ καὶ δὲν ἐκλεχθῇ ὁ Γκαρούς, θὰ ἤμουν καὶ ἐγὼ εὐχαριστημένος ὅπως πολλοὶ ἄλλοι.. Λόγον τιμῆς! Διανέμω τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδος του... πωλῶ τὸν Ἔγχελυν... ἀλλ’ ἢ ἐγὼ ἢ ἄλλος τὸν πωλήσῃ, δὲν θὰ πάρῃ μὲ τοῦτο οὔτε μίαν ψῆφον περισσοτέραν, δὲν θὰ εὐρεθοῦν διὰ τοῦτο περισσότερα ψηφοδέλτια μέσα εἰς τὴν κάλπην του... Μοῦ ἔρχεται μάλιστα μία ἰδέα! ἀκούσατε!.. Ἄν αὐτὸ δὲν ἦτο ὡσὰν νὰ κλέπτω τὰ χρήματα του Γκαρούς, θὰ διεσκέδαζα πολὺ μὲ αὐτὴν τὴν ἰδέαν μου. Θὰ ἐβαστοῦσα ἔτσι ὅπως τὰ βαστῶ τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδος καὶ θὰ ἔλεγα: «Πάρετε!.. διαβάσετε... καὶ μὴ πιστεύσετε οὔτε λέξιν ἀπ’ ὅσα γράφει. Ὁ Γκαροὺς εἶνε ἀχρεῖος καὶ ὅλα ὅσα λέγει διὰ τὸν ταγματάρχην, ξεύρω ἐγὼ τί σᾶς λέγω, εἶνε κολοκύθια!.. » Ὁρίστε!

Ὁ ταγματάρχης εἶχεν ἀφοπλισθῆ ἐκ τόσης θαυμαστῆς ἀπλοϊκότητος. Οὔτε μνησικακίαν ᾐσθάνετο πλέον κατὰ τοῦ Πονίς, οὔτε ὀργὴν κατὰ τῶν συντακτῶν του Ἐγχέλεως. Ὅλα αὐτὰ του ἐφαίνοντο εἶδός τι εἰρωνικῆς ἀστειότητος, πρὸς τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ φανῇ ἀδιάφορος. Ὤ, ἡ πολιτική!

Ὕψωσε τοὺς ὤμους καὶ ἔστρεψε τὰ νῶτα, μὴ ἀπαντῶν πλέον πρὸς τὸν πρώην πυροβολητήν, ὅστις ἔλεγεν αὐτῷ μὲ φωνὴν μεθύσου:

—Μὴ τὰ ἔχετε μαζί μου, κύριε ταγματάρχα; Ἄν τύχῃ καὶ σᾶς κακοφαίνεται, πετῶ ἀμέσως ὅλας αὐτὰς τὰ ἐφημερίδας εἰς τὸν ποταμόν. Εἰπέτε μου, ἂν σᾶς κακοφαίνεται... Κατεργάρη Γκαρούς!.. νὰ χαθῇς!

Καὶ ὡς νὰ ἐξηκολούθει νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν Βερδιέ, ἤρχισε νὰ κραυγάζῃ:

—Ἐφημερίδες τῶν Παρισίων, κύριοι!.. Ἐφημερίδες τοῦ Μελέν!.. Ὁ Ἔγχελυς, ὁ Ἔγχελυς ποῦ νὰ τὸν πάρῃ ὁ διάβολος, ὁ βρωμερὸς ὁ Ἔγχελυς!. Πάρετε τὸν Ἔγχελυν!

Οἱ περιστοιχίζοντες τὸν Φουρνερὲλ κάτοικοι τοῦ Δαμμαρί ἐχαιρέτισαν τὸν ταγματάρχην ὅτε ἐπλησίασε πρὸς αὐτοὺς ἀφήσας τὸν Πονίς, καὶ αἱ μετ’ αὐτῶν χειραψίαι ἔκαμαν ὥστε νὰ λησμονηθῇ ἡ πρὸ ὀλίγου μετὰ τοῦ μαρκησίου δὲ Μομβρὲν παρατηρηθεῖσα.

Ὁ παντοπώλης, ὅστις ἦτο ἔμπειρος περὶ τὴν ἐκλογικὴν τακτικὴν ὅπως ὁ Δυκᾶς, ἐψιθύρισεν εἰς τὸ οὗς τοῦ ταγματάρχου ὅτι ὁ Γκαροὺς ἦτο ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸ δημοτικὸν σκοπευτήριον καὶ ὅτι φρόνιμον ἦτο νὰ ὑπάγῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ σκοπευτήριον ὅπως καὶ ὁ Γκαρούς. Πολλοὶ τῶν κατοίκων εὑρίσκοντο ἐκεῖ.

—Ἄς ὑπάγωμεν εἰς τὸ σκοπευτήριον! εἶπεν ὁ ταγματάρχης.

Καθ’ ὁδὸν δὲ ἐνῷ ἐπορεύετο, ἀνελογίζετο τὸ ὅπλον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἴδει εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Κλωδὲν καὶ τὸ ὁποῖον ἐσπινθηροβόλει ἐκεῖ πέραν παρὰ τὴν παρισινὴν λεωφόρον ὡς ψέλλιον εἰς τὴν προθήκην ἀδαμαντοπώλου.

Ὁ ξηρὸς κρότος τῶν πυροβολισμῶν ἀντήχει ἐγγύτερον ὅσον ἐπλησίαζον. Βαθμηδὸν εἶχε σχηματισθῆ πέριξ τοῦ ὑποψηφίου μικρά τις ἀκολουθία. Ὁ οἰνοπώλης, ὁ παντοπώλης, ὁ ἀρτοποιός, ὁ δημοδιδάσκαλος ἐβάδιζον παραπλεύρως αὐτοῦ δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, ὁ δὲ Δυκᾶς καὶ ὁ Φουρνερὲλ παρεχώρουν τὰ πρωτεῖα εἰς τοὺς σημαίνοντας ἐκλογεῖς, οἵτινες ἐνῷ ἐπορεύοντο εἰς τὸ σκοπευτήριον, ἀπηύθυνον ἐν τῷ μεταξύ πρὸς τὸν ὑποψήφιον προφορικάς τινας αἰτήσεις, σπείροντες ἤδη εἰς τὴν μνήμην τοῦ μέλλοντος βουλευτοῦ τὸν σπόρον τῶν ἀπαιτήσεων.

Ὁ οἰνοπώλης κατηγορεῖτο τυραννικῶς... ἀγενῶς... ἐπὶ ἀστυνομικῇ παραβάσει, ἐξ αἰτίας ρήξεώς τινος συμβάσης εἰς τὸ κατάστημά του μεταξὺ δύο ἐργατῶν τοῦ ζαχαροπλαστείου. Ἐζήτει μίαν ἐπιστολὴν διὰ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Μελέν. Ὁ ἀρτοποιὸς ἦτο πολὺ στενοχωρημένος. Ὁ ἀρχιεργάτης του ἔμελλε νὰ ὑπάγῃ ὡς ἔφεδρος εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια! ἔπρεπε νὰ παραλάβῃ ἄλλον. Ἀλλὰ μήπως κἂν εἴξευρεν ἄν ὑπῆρξεν ἄλλος; Ἐνῷ αὐτός!.. ἦτο μοναδικὸς εἰς τὴν ἐργασίαν του- παρεκτὸς τούτου δὲ ἐψήφιζε καὶ μὲ τὸ κόμμα. Δὲν ἦτο δυνατὸν μὲ «κανένα γραμματάκι» ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν; Τοιαῦταί ἀπαλλαγαὶ ἐχορηγοῦντο. Καὶ ὁ ἀρτοποιὸς ἀνέφερεν ὀνόματα.

Ὁ δημοδιδάσκαλος ἦτο μανιώδης ἐναντίον τοῦ ἀρχιτέκτονος τοῦ δόντος τὸ σχέδιον τοῦ νέου δημοτικοῦ σχολείου. Τὸ σχολεῖον αὐτὸ ἦτο πολύ μικρόν. Ἀφοῦ ὁ δῆμος ἔκαμνε χρέη χάριν τοῦ σχολείου, ἔπρεπε τοὐλάχιστον τὸ κτίριον αὐτὸ νὰ εἶνε εὐρύχωρον, ὡραῖον μεγαροειδές—αὐτὴ ἦτο ἡ λέξις τοῦ κυρίου διδασκάλου. Τ’ ἀνάκτορα τῶν βασιλέων ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τῶν ἀνακτόρων τῆς διανοίας, ἐσκόπει δὲ ὁ διδάσκαλος νὰ χαράξῃ ἄνωθεν τῆς εἰσόδου τοῦ σχολείου τὴν ἐπιγραφὴν—ἣν ὁ κ. Βερδιὲ ἐνέκρινεν—: «Ἐδῶ σκέπτονται!»

Ὁ ταγματάρχης ἤκουεν ὅπως καὶ τὴν προτεραίαν βομβούσας περὶ τὰ ὦτά του τὰς διαφόρους ταύτας ἐκμυστηρεύσεις. Προσεπάθει ν’ ἀπαντήσῃ διὰ μιᾶς λέξεως, δι’ ἑνὸς νεύματος, ἀλλ’ αἱ ἀπαιτήσεις καὶ αἱ παρακλήσεις ἐξηκολούθουν. Ἐνόμιζεν ὅτι ἔσυρεν ἐξόπισθέν του ὁλόκληρον ταραχώδη στρατιὰν ἱκετῶν.

—Ὅτε διέκρινε μακρόθεν τὸν Γκαρούς ἱστάμενον πρὸ τοῦ σκοπευτηρίου καὶ δημηγοροῦντα, ἐχάρη ὑπερβαλλόντως. ᾘσθάνετο ποίαν τινα ἀνακούφισιν. Ἦτο ὁ ἀντίπαλός του. Τέλος πάντων! αὐτὸς τοὐλάχιστον δέν θὰ τοῦ ἐζήτει τίποτε!

Τὸ σκοπευτήριον ἔκειτο ἐν τῇ ὁδῷ Του Σαλλύ, ἐντὸς τῆς αὐλῆς ἀνεγειρομένης ἐπαύλεως, αἱ δὲ ἐκπυρσοκροτήσεις ἀντήχουν συχνὰ ὡς κροταλισμοὶ μάστιγος.

Ὁ Βερδιὲ ἐπλησίασεν, ὁ δὲ Γκαρούς ἰδὼν αὐτὸν, τὸν ἐχαιρέτισε δι’ ἑνὸς εἰρωνικοῦ «καλημέρα» καὶ μὲ τὴν βαρύηχον φωνήν του ἠρώτησεν ἂν ἐμνησικάκει κατ’ αὐτοῦ διὰ τὴν πρώτην ἐν Σαλλὺ ἀψιμαχίαν.

—Ποσῶς, ἀπήντησε ψυχρῶς ὁ Βερδιέ. Καθεὶς ἐκτελεῖ τὸ οἰκεῖον αὐτῷ μέρος. Ἐγὼ πράττω τὸ καθῆκόν μου, σεῖς πράττετε τὸ ἔργον σας!

Ἡ ἀπάντησις ἐρρήθη μετ' εὐστοχίας, ἥτις ἤρεσε πολὺ εἰς τὸν Φουρνερὲλ καὶ δὲν ἀπήρεσεν Οὐδ’ εἰς αὐτὸν τὸν Δυκᾶν. Ὁ Γκαροὺς φρονίμως ποιῶν ἀπεκρίθη ὅτι δὲν ἐννόησεν. Ἄλλως τε ταῦτα πάντα, ἔλεγεν, ἦσαν τὸ προοίμιον μόνον του ἀγῶνος. Ὁ ταγματάρχης ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων· ὁ ἀγὼν ἔμελλε νὰ εἶνε ζωηρός, σφοδρός, βίαιος.

—Τόσον τὸ καλλίτερον! εἶπεν ὁ Βερδιέ.

Τοιαύτην εὐστάθειαν καὶ καρτερίαν ἐνέφαινον αἱ ἀπαντήσεις του, ὥστε ὁ Γκαρούς διελογίζετο μήπως ὁ ἀντίπαλός εἶχε μεταβληθῆ ἀπὸ τῆς προτεραίας. Ἐκτὸς ἂν τὸ κέντημα τοῦ Ἐγχέλυος εἶχεν ἐξερεθίσει τὸν στρατιωτικόν, ὅπως ἡ μικρὰ ἐρυθρὰ σημαία ἐξερεθίζει τὸν ταῦρον εἰς τὰς ταυρομαχίας. Τόσον τὸ καλλίτερον τότε! Σημεῖον ὅτι τὸ ἄρθρον ἔσχε τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα.

Ὁ Γκαρούς δὲν συνωδεύετο ὅπως τὴν προτεραίαν παρὰ τοῦ Σαβουρὼ, ἀπομείναντος εἰς τὸ γραφεῖον τῆς συντάξεως τῆς ἐφημερίδος, ἀλλ’ εἶχε πέριξ αὐτοῦ τινας ἐγκαθέτους ὀπαδούς, ἐν οἷς ἐπρώτευε νεανίας τις εὔσωμος, χονδροειδὴς καί σκαιὸς, ἐπιδεικνύων ἐγγὺς τοῦ ὑποψηφίου τοῦ Ἐγχέλυος τὸ πάχος του, τὴν γενειοφόρον μορφήν του καὶ τὴν ἐξωγκωμένην κοιλίαν του. Ζωγραφίσκος παράφορος καὶ ἀνίκανος, πρεσβεύων τὸν σοσιαλισμὸν ἐν τῇ τέχνῃ, ἐπλήρου τὰ πανδοχεῖα τοῦ Βαρβιζὼν καὶ τὰ οἰνοπωλεῖα τῶν Παρισίων μὲ τὰς φωνάς του θορυβωδῶς καταφερόμενος καὶ μυκτηρίζων τούς συγχρόνους του ἐπιφανεῖς καλλιτέχνας. Ὁ Τρουγιάρ, ἀπόστολος τῆς ἀχρείας τέχνης, εὗρεν ἐν τῷ Γκαρούς τὸν ποθητὸν προστάτην, τὸν νομοθέτην, ὃν ὠνειροπόλει, τὸν πολιτικόν, ὅστις θὰ ἐφήρμοζε καὶ θὰ ἐκωδικοποίει ἐν ἀνάγκῃ τὰς θεωρίας, ἅς ὑπεστήριζεν αὐτός, ὁ Γερμανὸς Τρουγιὰρ ἐντὸς τῶν ἐργαστηρίων τῶν ἀέργων ζωγράφων σπένδων μὲ ποτήρια ζύθου τὴν φρασεολογίαν τῶν τριόδων καὶ τὰς ἐπαναστατικὰς περὶ τῆς τέχνης του δημηγορίας.

Ὁ ὑποδεέστερος ἐκεῖνος καλλιτέχνης, ὁ ἐρεθιζόμενος κατὰ πάντων τῶν ὑπερόχων αὐτοῦ, προσεκολλᾶτο εἰς τὸν Γκαροὺς ὡς εἰς τὴν προσωποποίησιν τῆς μελλούσης αὐτοῦ ἱκανοποιήσεως. Προέβλεπε τὴν ἐνδεχομένην ἡμέραν, καθ' ἥν ὁ Γκαρούς θὰ καθίστατο ὑπουργὸς τῶν Ὠραίων Τεχνῶν, ὁπότε θὰ διέπρεπε καὶ τὸ τάλαντον αὐτοῦ, τὸν Τρουγιάρ. Ἐν Τοσούτῳ θὰ ἔγραφεν ἄρθρα καλλιτεχνικὰ εἰς τὸν Ἔγχελυν καὶθὰ τούς ἔδιδε νὰ καταλάβουν αὐτῶν τῶν ἐπιφανῶν ζωγράφων!.. Τί χαρά, ψυχή μου!..

Ὁ Τρουγιάρ παρετήρει ἐπισταμένως τὸν ταγματάρχην καί ἐσυλλογίζετο ὅτι μία γελοιογραφία τῆς μορφῆς του δημοσιευμένη εἰς τὸν Ἔγχελυν μὲ τὴν μεγάλην του ἐκείνην μύτην καὶ τὸ ὀξύ του ὑπογένειον θὰ ἐπετύγχανε πολύ. Ἐσκόπει νὰ μελετήσῃ βραδύτερον τὸ πρᾶγμα.

Ἐν τοσούτῳ προητοιμάζετο νὰ χλευάσῃ τὸν πυροβολητήν ἐκεῖνον, ὅστις ἤρχετο ἐκεῖ ἀφρόνως νὰ μετρηθῇ ἐκ νέου μετὰ τοῦ Γκαρούς. Καλὰ σου τὸν εἶχε διορθώσει τὸν πυροβολητὴν ὁ φοβερὸς ἐκεῖνος Γκαρούς τὴν προηγουμένην ἡμέραν! Οἰκτρὰ εἶχε καταπέσει ὁ ταγματάρχης.

Ἀλλ’ ὁ Τρουγιὰρ καὶ ὁ προστάτης του ἀκουσίως προσέβλεψαν ἀλλήλους μὲ κἄποιαν δυσαρέσκειαν, ὅτε ὁ Φουρνερέλ, ὅστις εἶχε τὸ σχέδιόν του καὶ ἤθελε νὰ δείξῃ τὴν ὑπεροχὴν του ταγματάρχου του ἐπὶ παρουσίᾳ ὅλου τοῦ πλήθους, ἐπλησίασε τὸν διευθυντὴν τοῦ σκοπευτηρίου καὶ ἠρώτησε, συστρέφων ἅμα τὸν μύστακά του:

—Οἱ ὑποψήφιοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συναγωνισθοῦν, δὲν εἶν’ ἔτσι;

—Ἀκοῦς ἐκεῖ! εἶπεν ὁ διευθυντὴς κρατῶν εἰς τὰς χεῖράς του καραβίναν. Ὁ διαγωνισμὸς εἶνε προσιτὸς εἰς ὅλους!.. Γράφω τὸ ὄνομα τοῦ σκοπευτοῦ καὶ τὴν ἡμερομηνίαν εἰς ἔν δελτίον... Ἔπειτα τὸ ρίπτω εἰς ἔν κιβώτιον κλειστόν, βραδύτερον δὲ, ὅταν γίνεται ἡ ἄθροισις τῶν βαθμῶν, ὁρίζονται τὰ βραβεῖα. Εἶνε ἀπλούστατον!

—Ἄν ἔχετε ὄρεξιν, ταγματάρχα! προσέθηκε προσφέρων τὴν καραβίναν πρὸς τὸν Βερδιέ.

Καὶ ὁ ταγματάρχης ἔτεινεν ἤδη τὴν χεῖρα νὰ τὴν λάβῃ, ὅτε ὁ Φουρνερὲλ μὲ τὸ σκωπτικὸν ἐκεῖνο ὕφος τοῦ παλαιοῦ στρατιώτου ἐστράφη πρὸς τὸν Γκαρούς!

—Ὄχι, ὄχι!.. ἡ τιμὴ ἀνήκει πρῶτον εἰς τὸν ἀντίπαλον! Ἐμπρὸς σεῖς, πολῖτα Γκαρούς!

Ὁ Γκαρούς γενόμενος καταπόρφυρος προσέβλεψε τὸν Φουρνερὲλ μὲ ἦθος ἀμήχανον καὶ κἄπως σκαιόν· ἀλλ' ὁ πρώην πυροβολητὴς μὲ τὸ σαρκαστικόν του μειδίαμα, ἐδείκνυε τὴν καραβίναν, χαιρετίζων ταὐτοχρόνως μὲ σχῆμα στρατιωτικὸν τὸν ἐχθρὸν τοῦ ταγματάρχου.

—Ἐμπρός!... ἂς ἴδωμεν, πολῖτα!.... Ὑπακούσατε!...

Ὁ Γκαρούς περιέστρεφε κύκλω δύσθυμον βλέμμα ὑπὸ τὰς συνεσταλμένας ὀφρῦς του. Ἐμάντευε τὴν παγῖδα τοῦ Φουρνερὲλ καὶ δὲν ἠδύνατο εὐκόλως νὰ τὴν διαφύγῃ. Τὰ πρόσωπα τῶν παρεστώτων ἐδείκνυον ἤδη περιέργειαν καὶ χλεύην. Ὁ Βερδιὲ τὸν ἔβλεπεν ἀφελέστατα εἶτα προσηλῶν τὸ βλέμμα ἐπὶ τοῦ μακρὰν κειμένου σκοποῦ, ἐφαίνετο ὑπολογίζων τὴν ἀπόστασιν καὶ τὴν δυσκολίαν.

Ὁ Γερμανὸς Τρουγιὰρ προσεπάθησε ν’ ἀποτρέψῃ τὸ ποτήριον ἐκεῖνο ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ πάτρωνός του. Τί! μήπως ἐπρόκειτο τώρα νὰ τεθῇ ἡ ὑποψηφιότης εἰς διαγωνισμὸν σκοποβολῆς; Καὶ διατί τάχα τότε νὰ μὴ προκηρυχθῇ ἀναρρίχησις ἐπὶ ἱστοῦ;

Ἀλλ’ ὁ Φουρνερὲλ ἥρπασε τὴν φράσιν καὶ μὲ τὴν στρατιωτικὴν του εὐφυΐαν προὐκάλεσε τὴν ἱλαρότητα τῶν κατοίκων τοῦ Δαμμαρί.

—Ἀλήθεια, εἶπε, διατί νὰ μὴ γίνῃ ἀναρρίχησις ἐπὶ ἱστοῦ, ἀφοῦ πρόκειται κἄτι νὰ κολλήσῃ!...

Προσβλέπων δὲ τὸν νεανίαν ζωγράφον:

—Τοῦ λόγου σου ὅμως τίποτε δὲν θὰ ἠμπορέσῃς νὰ πάρῃς ἀπὸ τὸν ἱστόν· εἶσαι πολὺ· χονδρός, παλληκάρι μου!

Ὁ Γκαρούς ἐννόει ὅτι ὤφειλε νὰ ὑπακούσῃ. Ἔλαβε τὴν καραβίναν διὰ κινήματος ἀποτόμου, τὴν ἐστήριξε ταχέως ἐπὶ τῶν ὤμων του καὶ σχεδὸν χωρὶς νὰ σκοπεύσῃ ἐπυροβόλησεν.

—Πολὺ δεξιά! εἶπεν ἀπαθῶς ὁ διευθύνων τὴν σκοποβολήν.

Ἡ σφαῖρα διῆλθε πολύ μακρὰν τοῦ ἐκ ναστοχάρτου σκοποῦ, στίζουσα τὸν τοῖχον ἀρκετὰ ὑψηλά, οἱ δὲ θεαταὶ οὐδὲν ἔλεγον ἀναμένοντες νέον δεῖγμα.

Ἡ δευτέρα βολὴ ἐπλησίασε περισσότερον εἰς τὸν σκοπόν.

—Καλλίτερα, ἀλλὰ πάντοτε δεξιά, ἐπανέλαβεν ὁ διευθυντής.

Ὁ Γκαροὺς ἀνεζήτει νὰ εἴπῃ εὐφυολόγημά τι διὰ νὰ διασώσῃ τὴν φιλοτιμίαν του, ὁ δὲ Τρουγιὰρ παρετήρει τὴν ἀπαθῆ ὄψιν τοῦ Βερδιέ.

—Αὐτὴν τὴν φορὰν σκοπεύσατε καλλίτερα, εἶπεν ὁ διευθυντὴς παραδίδων αὐτῷ τὸ ὅπλον, ὅπερ ὁ Γκαροὺς ᾐσθάνετο τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τοῦ τὸ ἐπιστρέψῃ ὀργίλως.

Ἡ σφαῖρα μόλις ἔψαυσε τὸ χαρτόνιον, πάντοτε πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ ἡ μικρὰ αὕτη ἐπιτυχία ἤρκεσεν ὅπως προκαλέσῃ ἐπιδοκιμαστικὸν ψίθυρον μεταξύ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Γκαρούς.

Αὐτὸς δὲ ὀρθούμενος καὶ περιστρέφων τὴν οὐλότριχα κεφαλήν:

—Σκοπεύω ὁπωςδήποτε ἀρκετὰ καλά, εἶπεν, ὥστε νὰ ρίψω νεαρὸν πάντα ὅστις ἤθελεν ἐπιχειρήσει τι κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ.

—Εὖγε! δόξα σοι ὁ Θεός!.. Αὐτὸ ἀρκεῖ! ἀνέκραξεν ὁ Τρσυγιάρ.

Ἡ χείρ του ἀνεζήτητε τὴν χεῖρα τοῦ Γκαρούς, πέριξ αὐτῶν δὲ συνεσπειροῦντο οἱ ὀπαδοί των ὡς νὰ ἐπρόκειτο ἤδη νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα καὶ μετὰ μείζονος μάλιστα προθυμίας ἐσκέπτετο ὁ Δυκᾶς.

Πάντοτε ἀπαθὴς ὁ διευθυντὴς τοῦ σκοπευτηρίου προσέφερεν ἤδη τὴν καραβίναν πρὸς τὸν Βερδιέ.

—Ὑμεῖς, κύριε! εἶπεν.

—Ἐμπρός, κύριε ταγματάρχα! εἶπεν ὁ Φουρνερέλ. Ἐνθυμεῖσθε τὰ γυμνάσιά μας εἰς τὸ πολύγωνον τῆς Βαϋόννης; Εἴχετ’ ἕνα ’μάτι τότε!..

—Καὶ τὸ ἔχω ἀκόμη, ἀπήντησεν ὁ ταγματάρχης ἠρεμώτατα.

Ἔλαβε τὴν καραβίναν καὶ ἐπανειλημμένως, ἡσύχως, μὲ τὴν ἀπάθειαν ἐξ ἐπαγγέλματος κυνηγοῦ ἔβαλεν εἰς τὸ κέντρον τρίς, κατὰ σειρὰν ἀποστέλλων τὴν σφαῖραν εἰς τὸ μέλαν σημεῖον, ὡς νὰ μὴ εἶχεν οὐδὲ κατὰ γραμμὴν ἀποκλίνει τὸ ὅπλον, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ ἰσχνοῦ ὤμου του.

Μετὰ πᾶσαν δὲ βολὴν ἀντήχουν κραυγαὶ καὶ ἐπευφημίαι. Ὁ Φουρνερὲλ ἐξῇρε τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ ταγματάρχου μετὰ του ἐνθουσιασμοῦ ἀληθοῦς στρατιώτου ἑτοίμου νὰ θυσιασθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀρχηγοῦ του. Οἱ θεαταὶ ἐχειροκρότουν. Ὁ ζωγράφος μειδιῶν σαρκαστικῶς παρετήρει τὸν Βερδιέ· ἀπὸ τὰ ἐκφράζοντα δὲ περιφρόνησιν χείλη τοῦ Γκαρούς ἐξῆλθε μία φράσις λεχθεῖσα ἀρκετὰ μὲν μεγαλοφώνως ὥστε νὰ τὴν ἐννοήσωσιν οἱ περὶ αὐτόν, ἀλλ' ἐνταυτῷ καὶ ἀρκετὰ σιγὰ ἐκ φρονήσεως ὥστε νὰ μὴ τὴν ἀκούσῃ ὁ ταγματάρχης: Ἰκανότης παλῃοστρατιώτου!

Ὁ διευθυντὴς ἀφεῖλε τὸ χαρτόνιον ἀπὸ τοῦ σιδηροῦ πασσάλου, ἐφ’ οὐ ἐστηρίζετο καὶ τὸ ἐξήτασεν εἰς τὸ φῶς, θαυμάζων διὰ τὴν εὐστοχίαν. Ἐξαίσιον! Καμμία σφαῖρα δὲν εἶχε παρεκκλίνει οὐδὲ κατὰ τὸν ἑκατοστὸν του χιλιοστομέτρου. Οἵα ἐπιτυχία!

—Τέτοιοι εἶνε εἰς τὸ 5ον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ! ἀνέκραξεν ὁ Φουρνερὲλ γελῶν.

Ὁ Δυκᾶς βλέπων τὴν ἐντύπωσιν, ἣν προὐξένησεν εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ Δαμμαρὶ ἡ ἱκανότης τοῦ Βερδιὲ ἀκουσίως ἐποίει τῆν φιλοσοφικὴν σκέψιν πόσον «ὁ θρίαμβος τῆς ὑλικῆς ἰσχύος ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ πλήθους. » Ὁ ἀρτοποιός, ὅστις ἦτο ἐνταυτῷ καὶ ὑπολοχαγὸς τοῦ λόχου τῶν πυροσβεστῶν, προέτεινεν ἤδη νὰ ὀνομασθῇ ὁ Βερδιὲ ταγματάρχης ἐπίτιμος τῶν πυροσβεστῶν τοῦ δήμου. Ἡ σπάθη τοῦ στρατιωτικοῦ εἶχεν ἀκόμη ἐν Γαλλίᾳ γόητρον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος Πὶττ δυσκόλως θ’ ἀπέκτα.

—Δὲν πιστεύω, εἶπεν ὁ διευθυντὴς ρίπτων εἰς τὴν κάλπην τὸ δελτίον τὸ φέρον τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπώνυμον τοῦ ταγματάρχου—Ἀνσέλμος Βερδιέ—ὅτι κανεὶς ἄλλος θὰ ἔχῃ καλλίτερον δελτίον ἀπ’ αὐτό.

—Τότε λοιπόν, ἠρώτησε σκωπτικῶς ὁ Γερμανὸς Τρουγιάρ, τί θὰ κερδήσῃ; Τίποτε μαχαιροπῆρουνα ἀσημένια; Νόστιμον πράγμα! Καλὰ καὶ αὐτὰ διὰ τὸ νοικοκυριό!.. Καὶ ἤρχισε νὰ ψάλῃ τὴν στροφὴν γνωστοῦ σχετικοῦ ᾄσματος ἐπὶ γνωστοῦ ἤχου.

Ὁ ταγματάρχης ἀπεμακρύνετο ἤδη ἀφίνων τοὺς θεατὰς καταγοητευμένος διὰ τὴν εὐθυβολίαν του· εἰς μάτην ὁ Γκαροὺς ἐγέλα· οἱ κάτοικοι του Δαμμαρὶ ἀπήντων ὅτι δὲν εἶνε ἄξιος χλευασμοῦ ἀνὴρ, ὅστις ἔχει τοιαύτην εὐστοχίαν περὶ τὸ σκοπεύειν· ἰδιαιτέρως δὲ ὐπερήσπιζεν ἐνθέρμως τὸν ταγματάρχην ὁ δημοδιδάσκαλος ὅστις ἐνόμιζεν ὅτι ὁ ὑποψήφιος εἶχε μετὰ προσοχῆς ἀκούσει τὰ παράπονά του.

— Καλὰ πάει ἡ δουλειά, κύριε ταγματάρχα! ἔλεγεν ὁ Φουρνερὲλ παρακολουθῶν τὸν Βερδιέ. Διὰ ὅλους τοὺς λόγους τοῦ Γκαροὺς ἤξιζαν αὐτὰ τὰ μικρὰ πὶφ-πάφ!

—Λαὸς θηριώδης! ἔλεγε καθ’ ἑαυτὸν ὁ Δυκᾶς.

Ὁ δὲ Βερδιὲ ὕψου τοὺς ὤμους ἀκούων τὴν φωνὴν τοῦ ΙΙονίς βραγχνοτέραν παρά ποτε κράζουσαν ἀκόμη:

—Ἐφημερίδας, κύριοι!... Ἀναγνώσατε τὸν Ἔγχελυν τοῦ Μελέν!... Λαμπρὰ ἐφημερὶς ὁ Ἔγχελυς... δι’ ἐκείνους ποῦ τὸν διαβάζουν... ἀηδὴς διὰ τοὺς ἄλλους!... Ἀγοράσατε τὸν Ἔγχελυν!...


(Ἕπεται συνέχεια).