Επί τω θανάτω του σεβαστού μου Κυπριανού

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εἰς τὸν θάνατον τοῦ ἀοιδίμου Κιτίου Κυπριανοῦ
Συγγραφέας:


Τὴν πατρίδα σου μὲ ζέσιν ἀγαπούσεν ἡ ψυχή σου,
εἶχες δυστυχῶς τὸν βίον ἀκανθώδη καὶ μικρόν,
μόλις ἥμισυν αἰῶνα ὑπερέβη ἡ ζωή σου,
καὶ θρηνοῦσα ἡ πατρίς σου σ’ ἐστεφάνωσε νεκρόν.



Θὰ σὲ ἔχῃ ἡ ἱστορία ἀνεξάλειπτον σελίδα·
Εἶχες ἔξοχον τὸ πνεύμα καὶ γενναίαν τὴν ψυχήν,
κ’ ἐκουράσθης κοπιάζων καὶ μοχθῶν γιὰ τὴν πατρίδα·
ἔπρεπεν ἀλλοῦ ν’ ἀκμάσῃς καὶ εἰς ἄλλην ἐποχήν.



Καὶ εἰς στόματα ρητόρων εἶς σου λόγος ἦτο πῶμα,
ἦσο ὑπὲρ τοῦ δικαίου φόβητρον τοῖς φοβεροῖς.
Εἶναι ἀδικος ὁ Χάρων, ἔπρεπε νὰ ζῇς ἀκόμα,
ἕως ὅτου ἀποκτήσῃ ὅμοιόν σου ἡ πατρίς.



Σ’ ἔκλαυσεν ὅλ’ ἡ πατρίς σου ὡς ἀγαπητὸν υἱόν της,
καὶ διὰ ἐνθύμησίν σου δὲν χρειάζετ’ ἀνδριάς·
ἀρκεῖ τοῦτο ποῦ ἀφῆκε τ’ ὄνομά σου στὸν λαόν της,
βράχον ἀντικρὺ τοῦ χρόνου καὶ λαμπρὸν ὡς ἡ πλοιάς.

Λεμεσὸς, 2 Δεκεμβρίου 1886.