Επί τω θανάτω Ιουλίας Ράλλη Βαλαωρίτου

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Επί τω θανάτω Ιουλίας Ράλλη Βαλαωρίτου
Συγγραφέας: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


Τῇ 10 Ὀκτωβρίου 1874


Ρεύουνε τ' ἄνθη τῆς μυρτιᾶς στοῦ ποταμοῦ τὸ κῦμα
μὲ τοῦ βορειᾶ τὸ φύσημα κ' εὑρίσκουνε τὸ μνῆμα
μὲς στὸν καθρέφτη τοῦ νεροῦ, ἐκεὶ ποὺ εὐτυχισμένα
θωροῦσαν πρῶτα ὁλόχαρα, περήφανα, γυρμένα
τὴν ἄδολή τους εὐμορφιά, ἐκεῖ ποὺ τὰ κλαριά τουε
ἐδρόσιζαν τὴν νειότη τους καὶ τὴ μοσχοβολιά τους...

Καὶ σύ, μυρτοῦλα, ἐθέλησες νὰ στολιστῇς, ν' ἀνθίσῃς,
στὸ περιβόλι μιὰν αὐγὴ τοῦ κόσμου νὰ καθίσῃς,
ἐθέλισες, μυρτοῦλα μου, τὰ φύλλα τὰ χλωμά σου
μὲς στῆς ἀγάπης τὴν πηγή, ποὺ ξάνοιξες σιμά σου,
νὰ λούσῃς ἀνυπόμονη... Κ' ἔτρεξες... ἐπετάχτης...
κι' ἄβυσσος ἔγειν' ἡ πηγὴ κ' ἡ βρύση καταρράχτης...
Ἐβγῆκε Χάρος θεριστὴς κρυφὰ ν' ἀνθολογήσῃ,
εὑρῆκε τ' ἄνθος ξέγνοιαστο νὰ παίζῃ μὲ τὴ βρύση
κι' ἅπλωσ' ἐπάνω του γοργὰ τὸ χέρι τὸ σκληρό του,
κάθεται στὸ πλευρό του...

«Ἔλα, τοῦ λέγει, δροσερὸ λουλοῦδι, μὴ φοβᾶσαι...
στὸν κόσμο τὸν ἀπέραντο π' ὁρίζω πάντα θἆσαι
ἐπάνω στ' ἄνθη μου, κυρά. Μὲ δάκρυ ποτισμένη
θὰ μένῃς πάντοτε χλωμὴ καὶ πολυγυρεμμένη
Μ' αὐτὸ τὸ παντοδύναμο τὸ χέρι μου ἂν σφραγίζω,
ἂν κλῶ τὴ θύρα τῆς ζωῆς, μὲ τ' ἄλλο μου ξεσχίζω
τὰ σύγνεφα, τὴν καταχνιά, τοῦ κόσμου τὸ σκοτάδι,
κι' ἀνοίγω ὁλόφωτο οὐρανὸ κατάπλευρα στὸν Ἅδη.
Ἄν εἶμαι χάρος χαλαστής, εἶμαι καὶ χάρος πλάστης...
Ἔλα νὰ ἰδῇς, λουλοῦδί μου, γιὰ ποιαῖς χαραῖς ἐπλάστης,
ἔλα καὶ μὴ μὲ σκιάζεσαι... Θ' ἀφήσῃς τὴ μαυρίλα
καὶ θαὕρῃς λάμψη ἀθάνατη. Θὰ πέσουνε τὰ φύλλα,
κ' ἐκεῖ ψηλὰ θὰ ν' ἀνεβῇ, λουλοῦδι, ἡ μυρωδιά σου...
Ἔλα νὰ φύγωμε μαζί. Ξάπλωσε τὰ φτερά σου.»

Τὴν ἀποκοίμησε βαθεοὰ μὲ τὰ γλυκὰ του λόγια,
κι' οὔτε τὰ δάκρυα τὴν ξυπνοῦν, οὔτε τὰ μοιρολόγια...

Περνᾷ τὸ γλυκοχάραμα... Τ' ἀστέρια ποιός τὰ σβεῖ;...
Ἐσβύστηκε κι' αὐτή.