Εις τους Μπέηδες της Θεσσαλίας

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εις τους Μπέηδες της Θεσσαλίας
Συγγραφέας: Γεώργιος Σουρής
Μετά την ένωση της Θεσσαλονίκης με την Ελλάδα, τα βακουφικά κτήματα εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τη διαχείρηση των τουρκικών θρησκευτικών ιδρυμάτων. Ωστόσο η απαίτηση των μπέηδων της Θεσσαλίας να τους παραχωρηθούν περιουσιακά και προσωπικά προνόμια απορρίπτεται. 4 Ιουνίου 1881.


Ἐλάβαμε τὸ γράμμα σας καὶ σᾶς εὐχαριστοῦμε,
ἂν ἐρωτᾶτε καὶ γιὰ μᾶς ὡς τούτη τὴ στιγμή,
δόξα νὰ ἔχῃ ὁ Θεός, σὰν Μπέηδες περνοῦμε.
Εἴδαμε να μᾶς γράφετε – μεγάλη μας τιμή!
πὼς ἔχετ' εὐχαρίστησι μ' ἐμᾶς νὰ ἑνωθῆτε,
καὶ μάλιστα καὶ Ἕλληνες ἀκόμη νὰ γενῆτε.

Γι' αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησι σᾶς κατευχαριστοῦμε,
ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάνωμε τὸ τόσο Μπεϊλίκι;
Μπέηδες σεῖς, Μπέηδες μεῖς, θ' ἀλληλοφαγωθοῦμε...
Δὲν δίνει σἄλλον ὁ Ρωμηὸς τὸ καπετανιλίκι.
Ἂν θέτε ὅμως καὶ καλὰ ἡ ἕνωσις νὰ γίνῃ,
τὸ Μπεϊλίκι, Μπέηδες, μόνον σ' ἐμᾶς θᾶ μείνῃ.

Δὲν φθάνει ποὺ ἡ Ἤπειρος ἀνοίγεται ἐμπρός σας,
ποὺ πάλι τὰ Βακούφια σας στὸ χέρι σας κρατεῖτε,
μὰ καὶ τοῦ Μπέη τ' ὄνομα τὸ θέλετε δικό σας;
Ἄ! εἶσθε ἀθεόφοβοι, καὶ νὰ μᾶς συγχωρῆτε.
Χαλάλι τὰ Βακούφια σας κι' οἱ φόροι καὶ τὸ νοῖκι,
ἀλλὰ γιὰ ὄνομα Θεοῦ σ' ἐμᾶς τὸ Μπεϊλίκι.

Ἀλήθεια τὸ πουγγάκι σας βαστᾷ ἀπὸ παράδες;
ἂν ἔχετε, ἡ ἕνωσις ἀμέσως ἂς γενῇ·
ἂν ὅμως ὄχι, σεῖς πτωχοὶ κι' ἐμεῖς πιὸ φουκαράδες,
μὲ γρίνια θὰ μαλώνωμε κι' οἱ δυὸ παντοτεινή.
Καλή 'ναι φίλοι μπέηδες, καὶ ἡ ἀδελφωσύνη,
ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον μας γιὰ πέστε τί θὰ γίνῃ;

Μὰ βέβαια σεῖς θἄχετε παρᾶ μὲ τὸ καντάρι,
καὶ κἄτι τι θὰ δώσετε καὶ μᾶς ἀπ' τὰ Βακούφια,
ἀλλοιῶς χωρὶς νὰ πάρετε, ἀγαπητοί, χαμπάρι,
σᾶς κλέβομ' ὅπως εἴσαστε μὲ τὴ χρυσῆ σας σκούφια.
Ἐμεῖς ποτὲ δὲν κάνομε συντρόφους φουκαράδες.
Θέτε νὰ γίνετε Ρωμηοί;... θὰ δώσετε παράδες.

Ἀδελφωμένοι στὸν καφὲ καὶ εἰς τὸ μαχμουρλοῦκι,
θὲ νὰ τὰ λέμε κἄποτε ἀπάνω στὸ σοφᾶ,
μαζὶ θὰ πίνωμε ρακί, μαζὶ καὶ τὸ τσιμποῦκι,
κι' ὁ ἕνας ἀπ' τὸν ἄλλον μας δὲν θὰ κρατῇ κρυφά.
Παντοῦ καὶ πάντα θἄχωμε ἀδελφικὴ παρέα,
κι' ἂν ἔχετε καὶ Μπέησαις, θὰ εἶναι πιὸ ὡραῖα.

Θὰ τραγουδοῦμε ἀμανὲ μαζὶ καὶ πατινάδες,
ἀμάν, Χανούμ, ἀμάν, κουζούμ, κάνε γιαβρούμ, νισάφι...
Μὰ γιὰ τὰ γλέντια μόνο σεῖς θὰ δίνετε παράδες,
ἀλλοιῶς κι' ἐμεῖς ξεχωριστὰ θὰ τρῶμε τὸ πιλάφι.
Παράδες, φίλοι Μπέηδες, γιὰ νἄχετε συμμάχους
τοὺς Ἕλληνας τοῦ Περικλῆ, τοὺς Μαραθωνομάχους.

Εἶναι ἀνάγκη τοῦ παρᾶ γιὰ τὴν κοινὴ πατρίδα,
παρᾶς γιὰ τὸ χουζοῦρι μας καὶ τὴν ἀδελφωσύνη,
παράδες κι' ἐγινήκανε τὰ μάτια μας γαρίδα,
χωρὶς παράδες πόλεμος, μὲ τὸν παρᾶ εἰρήνη.
Αὐτὰ σᾶς λέμε, Μπέηδες, ὡς σύμμαχοι κι' ὡς φίλοι,
καὶ ἀσπασμοὺς στῇς Μπέησαις καὶ στὴν ψηλή σας Πύλη.