Εις την Ευαγγελίστριαν (κε' Μαρτίου)

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εἰς τὴν Εὐαγγελίστριαν (κε' Μαρτίου)
Συγγραφέας: Αχιλλέας Παράσχος


Α'
Ὅλος ὁ κόσμος σήμερα, Παρθένα μου, δοξάζει
τὴν μυρισμένη Σου γιορτή,
ὅμως ἡ χώρα μας αὐτὴ
διπλᾶ γιὰ σὲ γιορτάζει...

Γιατ' ἔδωσες γιὰ μιὰ φορὰ στοὺς ἄλλους ζωῆς αὔρα·
πλὴν στὴν Ἑλλάδα δυὸ φοραῖς·
δυὸ μᾶς ἐχάρησες χαραίς·
τὴ Βηθλεέμ, τὴ Λαύρα.

Ναί· τ' ὄνομά Σου ἤτανε ἀνάστασις δική μας·
σημαία μας... ἡ γαλανὴ
χλαμύδα Σου καὶ φωτεινὴ
κ' ἡ χάρι Σου, σπαθί μας!

Μ' αὐτὰ ἐπολεμήσαμε, ὀκτὼ μεγάλα χρόνια,
τὸν ἄγριο Ἀγαρηνό,
στὸ πέλαγος καὶ στὸ βουνό,
στοὺς κάμπους καὶ στὰ χιόνια.

Β'
Μία Μαρτιάτικη αὐγή, πριχοῦ ὁ ἥλιος πάρῃ,
πῆρες ἀνθὸ ξεχωριστό,
ποὺ μοσχοβόλαε Χριστό,
ἀνάστασι καὶ χάρι.

Μὲ τρόμο καὶ συγκίνησι καὶ μὲ χαρὰν ἁγία
μυρίσθης κρίνο καὶ Θεὸ
κ' ὕστερα σ' ὀρφανὸ Λαό.
Τὸ χάρισες, Μαρία!

Στὴμ Μάνα μας... ὁποῦ νεκρὴ τὴν ὠνομάζαν ὅλοι·
εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ξανθή,
κ' ἔγεινε τ' ἄνθος σου σπαθὶ
κ' ἡ μυρωδιά του βόλι...

Ἄχ· πόσο μοιάζετε μ' αὐτή· κ' ἡ δυό σας μ' ἕνα πόνο
Παρθέναις δυό, μὲ μιὰ καρδιά,
γεννήσατε τέτοια παιδιά,
τέτοι' ἀδελφάκια μόνο.

Ἡ μιά... τὸν ἄχραντο Σταυρό· τοῦ Οὐρανοῦ τὴ σκάλα,
δροσιά, χαρὰ καὶ φωτισμό·
ἡ ἄλλη, τὸν Ἐλληνισμό,
μύρο ψυχῆς καὶ γάλα.

Ἀστέρι εἰς τὴν Βηθλεέμ, ἀστέρι στὴν Ἀθήνα
μὲ μία λάμψι θεϊκὴ
ἐδῶ Ἑλλάς, Χριστὸς ἐκει,
δυὸ φῶτα μὲ μι' ἀκτῖνα.

Ἐκεῖ, τὸ Εὐαγγέλιο· ἐδῶ, Ἀκαδημία·
ἐκεῖ, μ' ἀθάνατα νερὰ
ἡ Σιλωὰμ ἡ δροσερὰ
κ' ἐδῶ ἡ Κασταλία.

Καὶ δυὸ ἐφάνηκαν σταυροὶ καὶ δυὸ νεκραναστάσεις·
δυὸ ποταμοί· ὁ Ἰλισσὸς
κι' ὁ Ἰορδάνης ὁ χρυσός,
ποὺ πλύθηκε ἡ Πλάσις...

Γ'
Ἄχ· σ' ἄλλα χρόνια, Δέσποινα, σὲ ἄλλα χρόνια μόνο,
ὁ κόσμος ἀναγάλλιαζε ἀκόμη καὶ στὸν πόνο·
τωρὰ ξεψύχησ' ἡ χαρά, τώρα τὰ μάτια κλαῖνε·
ἂς ψάλλουν ὅ,τι θέλουνε, ἂς λένε ὅ,τι λένε
οἱ νόθοι τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ χάρου ἡ λαμπάδες·
ἄς σχίζουν μὲ ἀτμάμαξαις βουνὰ καὶ πεδιάδες·
ἄς φτιάνουν ἀερόστατα ψηλὰ γιὰ ν' ἀνεβοῦμε,
βαθύτερα νὰ πέφτωμε, πειὸ κάτω νὰ βρεθοῦμε
καὶ νέο κόσμο καὶ παλῃὸ ἂς σμίγουν ὁλοένα
μὲ τηλεγράφου ἀσρταπή· μ' αὐτὴ τὴν ἀσωτεία,
μ' αὐτὰ τὰ πλούτη τὰ φτωχά, ποὺ ἔχουν σκορπισμένα,
μόνο μ' αὐτὰ δὲν δίνουνε στὸν κόσμο εὐτυχία·
γιατ' ἔχει ὁ πολιτισμὸς δυὸ πρόσωπα· τὸ ἕνα
φῶς παραδείσου ὁλόχαρο, τ' ἄλλο φωτιά, Παρθένα!
Μοιάζει καμπάνα ποὺ κτυπᾷ κ' εἰς γέννησι κ' εἰς μνῆμα·
πότε ζωῆς εἶναι νερὸ καὶ πότε χάρου κῦμα...

Δ'
Ἆμ δύο Γένναις μοναχὰ ἐφέραν ἐδῶ κάτω,
τὸν ἅγιο πολιτισμὸ χαρὰ θεοῦ γεμᾶτο·
ἡ μιά, τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ ἀνέβασε καὶ πάλι
τὸν οὐρανὸ κάτω στὴ γῆ κατέβασε ἡ ἄλλη...
Ἡ πρώτη, ὅταν ἡ Ἑλλὰς σὲ δάφνης Ἐλικῶνα
γεννήθηκε καὶ σὲ ἀφρὸ βαπτίσθη Σαλαμίνας,
στὴν Πνύκα σὰν ἐβρόνταε καὶ εἰς τὸν Μαραθῶνα
καὶ Παρθενῶνα ἔκτιζε μὲ μάρμαρα κι' ἀκτῖνας!
Ἡ ἄλλη... μέσ' στὴ χειμωνιὰ σὰν ἄνθισαν λουλούδια
κι' ἀγγελικὰ στὴ Βηθλεὲμ ἀκούσθηκαν τραγούδια·
ὅταν Παρθένος γέννησες τὸν μυρισμένο Γυιό σου,
κι' εἶχες θεὸ στὴν ἀγκαλιὰ καὶ βρέφος στὸ πλευρό σου!
Ναί· ὅ,τι ἁγιώτερο κι' ὡραῖο καὶ μεγάλο
ὁ κόσμος ἔχει, ἔγεινε... δὲν εἶναι πλέον ἄλλο.
Κεῖνο ποὺ ἔκαμ' ὁ Χριστὸς κανεὶς δὲν ξανακάνει·
ἡ Παλαιστίνη κ' ἡ Ἑλλάς· τ' ἄλλα ψευτιὰ καὶ πλάνη.
Ἄχ, ἡ σοφία σήμερα νυχτιᾶς σκοτάδι φέρνει,
πατεῖ τὴν πίστι τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν ἐλπίδα παίρνει.
Κατηραμένοι Ἀπόστολοι κηρύττουν νύχτα-μέρα,
τὸν κόσμο δίχως οὐρανὸ κ' ἐμᾶς χωρὶς πατέρα!
Ὁ Χάρος εἶναι πίστι τους καὶ ὅλα κοιμητῆρι·
κανεὶς καλός, κανεὶς κακός· ἡ τύφλωσις μᾶς σύρει·
ὡσὰν σκουλήκια βγαίνομε κι' ὀπίσω ἀφήνομ' ἄλλα·
σκουλήκια ὅλοι· καὶ αὐτοί, μ' ἀλήθεια πειὸ μεγάλα...
Νὰ· ἡ φρικτή, ἀπάνθρωπη, ἡ μαύρη του θρῃσκεία,
ὁ σκύλινος πολιτισμός, Παρθένα μου ἁγία!
Τὸ γάλα τὸ φαρμακερό, ποὺ ἡ καρδιά τους δίνει,
ὁποῦ νὰ δώσ' ἡ χάρι σου κανείς τους νὰ μὴ μείνῃ
καὶ νὰ μὴ δοῦν τὴν ὄψι Σου, ποτέ, κανένα χρόνο
κι' ἀλήθεια νἆναι – πλὴν γι' αὐτούς – ὅ,τι κηρύττουν μόνο.

Ε'
Συχώρεσέ με, τ' οὐρανοῦ εὐσπλαχνικὸ λουλοῦδι,
Βασίλισσα τῶν Χερουβείμ, τῶν Σεραφεὶμ τραγοῦδι,
ἄν τὴ στιγμὴ ποὺ τραγουδεῖ γιὰ Σένα, ἡ καρδιά μου,
κατάρας λόγια ἔρχονται στὰ χείλη τὰ χλωμά μου.
Ἄχ, μ' ἀποτφύφλωσ' ἡ ὀργὴ καὶ ξέχασα, Παρθένα,
πὼς δὲν ἀκούεις δέησι κατάρας γιὰ κανένα...
Στὴ σκοτεινή τους κεφαλή, στὴ γάγγραινα τοῦ νοῦ τους,
μιά σου ἀκτῖνα στεῖλέ τους εὐσπλαγχνική, μιὰ μόνη,
νὰ ἰδοῦνε κ' οἱ τυφλοὶ αὐγὴ στὴν ὄψι τοῦ θεοῦ τους·
τὸ ἄπειρό σου ἔλεος ποτὲ δὲν τελειόνει·
καὶ στὸ θεὸ γονάτισε καὶ χάϊδεψε τὸ Γυιό σου
κι' ἐμεῖς νὰ ἰδοῦμ' ἐλευθεριᾶς ἀνάστασι ἀκόμα,
γιατ' ἔχομε συγγένεια μὲ τὸν μονάκριβό Σου
κ' ἐσμίξαμε τὴ γῆ αὐτὴ μὲ τ' οὐρανοῦ τὸ δῶμα!
Ἄχ, ἐδουλέψαμε μαζὺ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο,
στὸ Γολγοθᾶ καὶ στὸ σταυρὸ καὶ στὴν Ἀνάστασί του.
Ἕνα στεφι ἐβάλαμε σὲ μέτωπο θλιμμένο
κι' ἀνάστασι γυρεύαμε κ' ἐμεῖς σὰν τὴ δική του!
Γλυκειὰ Μανοῦλα τοῦ Θεοῦ, χαριτωμένη Κόρη,
πὤχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο, τὸ φῶς ἐπανωφόρι,
ποιὰ ἄλλη σὰν τὴ μάνα μας, τὸ Εὐαγγέλιό του
στὸ ἕνα ἐπῆρε χέρι της καὶ στ' ἄλλο τὸ σταυρό του;
Ποιὸ φῶς τὸ φῶς του ἔδειξε, ποιὰ γλῶσσα τὴ φωνή του;
Ποιὸ Γολγοθᾶ τὸ Γολγοθᾶ καὶ τὴν Ἀνάστασί του;
Ἐμεῖς, ἐμεῖς, Παρθένα μου, τὸ χέρι το δικό μας·
συχώρησε τὸν ἀσεβῆ αὐτὸν ἐγωϊσμό μας,
πλὴν θάρρος ἡ Πατρίδα μου εἰς τὴν φωνή μου δίνει·
Ὅταν μπροστά σου δέομαι, μοῦ φαίνεσαι Ἐκείνη...
Ἔχει τὸ φῶς στὰ μάτια της, ποὺ ἔχει τὴ ματιά σου
χιονάτ' εἶναι ἡ σκέπη Σου, γαλάζια ἡ φορεσιά Σου
ὡσὰν καὶ τὴ σημαία της, ποὺ παίζει μὲ τ' ἀγέρι
καὶ σὰν κ' ἐκείνης εὐλογεῖ τὸ σπλαχνικό σου χέρι.
Ἐσ' εἶσαι τ' οὐρανοῦ Ἑλλὰς κ' αὐτὴ τῆς γῆς Μαρία·
ἕνα γεφύρι φωτεινό,
ποὺ σμίγει γῆ καὶ οὐρανό,
ἐλπίδα κ' εὐσπλαχνία.