Εις Δόξαν

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εις Δόξαν
Συγγραφέας: Ανδρέας Κάλβος
Από τη συλλογή «Η Λύρα»


α'.
Έσφαλεν ο την δόξαν
ονομάσας ματαίαν,
και τον άνδρα μαινόμενον
τον προ τοιαύτης καίοντα
     θεάς την σμύρναν.   5

β'.
Δίδει αυτή τα πτερά·
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον
της Αρετής τον δρόμον
του ανθρώπου τα γόνατα
     ιδού πετάουν.   10

γ'.
Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον,
κατάπτυστον καρδίαν
έτυχ' όστις ακούει
της δόξης την παράκλησιν
     και δειλιάζει.   15

δ'.
Ποτέ, ποτέ με' δάκρυα
δεν έβρεξεν εκείνος
των φίλων του το μνήμα,
ούτε το χώμα εφίλησε
     των συγγενών του.   20

ε'.
Εις τον ηγριωμένον
βαθύν ωκεανόν,
όπου φυσάει με' βίαν
και οργίζεται το πνεύμα
     της πικράς τύχης·   25

ς'.
Καθ' ημέραν κυττάζει
τους πολλούς των δυστήνων
πνιγομένων θνητών,
και ποίος ποτέ τον ήκουσε
     παραπονούντα;   30

ζ'.
Θερμότατον τον πόθον
εφύτευσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου,
ω Ελλάς, και καλείσαι
     μήτηρ ηρώων.   35

η'.
Καθώς από το σπήλαιον
εκβάς ο λέων πληγώνει,
σκοτώνει, διασκορπίζει
τολμηρών κυνηγών
     πλήθος Αράβων·   40

θ'.
Καθώς εις τον χειμώνα
το νερόν υπερήφανον
του χειμάρρου κυλίεται,
και τα χωράφια χάνονται
     βοσκοί και ζώα.   45

ι'.
Ή καθώς την αυγήν
εξαπλώνετ' ο Ήλιος,
και τ' άστρα τ' αναρίθμητα
από τον μέγαν Όλυμπον
     πάντα εξαλείφει·   50

ια'.
Ούτως τα μύρια τάγματα
έχυσεν ο Αράξης,
αλλά, ω Ασπίς Ελλάδος,
συ επί τους Πέρσας άστραψες,
     κ' έγινον κόνις.   55

ιβ'.
Περίφημοι ψυχαί
τριακοσίων λακώνων,
ψυχαί αίπου εδοξάσατε
τον Ασωπόν και τ' άλσος
     του Μαραθώνος·   60

ιγ'.
Εύφραινε με' το αθάνατον
μέτρον τας Αχαΐδας
χήρας ο θείος Όμηρος,
και το πνεύμα σας άναπτε
     το ίδιον μέλος.   65

ιδ'.
Του καρτερού Αιακίδου
την φήμην εζηλεύσατε,
(αείμνηστος, θαυμάσιος
ζήλος) και τ' αίμα εχύσατε
     δια την Ελλάδα.   70

ιε'.
Καιγώ, καιγώ το σίδηρον
γυρεύω· ποίος μου δίδει
τας βροντάς του πολέμου;
ποίος μ' οδηγεί την σήμερον
     εις τον αγώνα;   75

ις'.
Φοβερόν, μυσαρόν
θρέμμα σκληράς Ασίας,
Ωθωμανέ, τι μένεις;
τι νοείς; τι δεν φεύγεις
     τον θάνατόν σου;   80

ιζ'.
Έφθασ' η ώρα· φύγε,
ανέβα την αγρίαν
αραβικήν φοράδα·
νίκησον εις το τρέξιμον
     και τους ανέμους.   85

ιη'.
Επί τον Υμηττόν
εβλάστησεν η δάφνη,
φύλλον ιερόν, στολίζει
τα ηριπομένα λείψανα
     του Παρθενώνος.   90

ιθ'.
Νέοι, γυναίκες, γέροντες,
Ελληνικά θηρία,
φιλούσιν, αποσπάουσι
τους κλάδους, στεφανώνουσι
     τας κεφαλάς των.   95

κ'.
Ανέβα την αράβιον,
Ωθωμανέ, φοράδα·
την φυγήν κατεγκρήμνισον·
Ελληνικά θηρία
     σε κατατρέχουν.   100

κα'.
Την λάμψιν των οργάνων
αρειμανίων ίδε·
άκουσον την βοήν
των θάνατον πνεόντων
     ή ελευθερίαν.   105

κβ'.
Νοείς; ― Τρέξατε, δεύτε
οι των Ελλήνων παίδες·
ήλθ' ο καιρός της δόξης,
τους ευκλεείς προγόνους μας
     ας μιμηθώμεν.   110

κγ'.
Εάν το ακονίση η δόξα,
το ξίφος κεραυνοί·
εάν η δόξα θερμώση
την ψυχήν των Ελλήνων
     ποίος την νικάει;   115

κδ'.
Τι τρέμεις; την φοράδα
κτύπα, κέντησον, φύγε
Ωθωμανέ· θηρία
μάχην πνέοντα, δόξαν,
     σε κατατρέχουν.   120

κε'.
Ω δόξα, δια τον πόθον σου
γίνονται και πατρίδος,
και τιμής, και γλυκείας
ελευθερίας και ύμνων
     άξια τα έθνη.   125