Διθύραμβος XVII (XVIII) : Θησεύς

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διθύραμβος XVII (XVIII) : Θησεύς
Συγγραφέας: Βακχυλίδης
Μεταφραστής: Ηλίας Βουτιερίδης


Βασιλιά της ιερής της Αθήνας,
των τρυφεροζώητων Ιώνων αφέντη,
προλίγο ποιό σάλπισμα πόλεμου
η χαλκόστομη σάλπιγγα σήμανε;
Της χώρας μας μήπως
τα σύνορα πάτησε
κανένας εχτρός πολεμάρχος;
Ή μήπως κακούργοι απελάτες
χωρίς οι βοσκοί να το θέλουνε
σαλαγάνε κοπάδια προβάτων;
Ή τί την καρδιά σου πληγώνει;
Λέγε επειδή και θαρρώ πως κανένας θνητός
δυνατά παληκάρια
δεν έχει βοηθούς του, όπως εσύ,
του Πανδίονα γιέ και της Κρέουσας.
Μαντάτορας ήρθε προλίγο, πεζός αφού πέρασε
το δρόμο το μακριόν απ' τον Ισθμόν ως εδώ
και δηγάται κατορθώματ' απίστευτα
αντρός δυνατού τον ανίκητο
σκότωσε Σίνη, που απο κάθε θνητό
δυνατότερος ήταν, τη φύτρα
του κοσμοσείστη Λυταίου, του γιού του Κρόνου
το καπρί, το φονιά των ανθρώπων
στη βαθιά της Κρομμυώνας λαγκάδα
και τον άγριο το Σκίρωνα ξέκαμε
Του Κερκυόνα την παλαίστρα την έκλεισε,
κι ο Προκρούστης τη σκληρή τη βαριά
του Πολυπήμονα πέταξε,
επειδή παληκάρι πιό άξιο του βρήκε.
Ετούτα φοβάμια ποιό τέλος θε νά'χουν.
Και ποιός λέει πώς είναι και πούθε κρατάει
ο άντρας αυτός και τί ρούχα φορεί;
Στράτεμα σέρνει μαζί του πολύ
αρματωμένο για πόλεμο
ή μονάχος με δούλους του
πηγαίνει, καθώς στρατολάτης
τριγυρνώντας στα ξένα;
Κι είναι τόσο γέρος και γενναίος
και τόλμη γεμάτος, που τέτοιους
άντρες δυνατούς καταπόνεσε;
Δίχως άλλο θεός τόνε σπρώχνει
τιμωρίες να δώσει στους άδικους,
επειδή δεν είν' εύκολο πάντα
να κάνει κανείς το κακό και να μη το πληρώσει.
Όλα το τέλος τους έχουν μες στου χρόνου τα διάβα.
Λέει, πως τον δυνοδεύουνε δυό άντρες μονάχα,
κι απ' τους λαμπρούς του τούς ώμους
σπαθί με λαβήν απο φίλντισι κρέμεται
και στα χέρια κρατάει δυό κοντάρια μικρά
γιαλιστερά, και φορεί στο ξανθό του κεφάλι
καλοφτιασμένη Λακωνική περικεφαλαία
και πουκάμισο μόρικο
τριγύρω απ' τα στήθη, και μάλλινο
θεσσαλικό πανωφόρι
κι ότι τα μάτια του αστράφτουν σαν κόκκινη
Λημνιώτικη φλόγα κι ότ' είναι
παληκάρι αγένιο και του Άρη
τα παιγνίδια του αρέσουν
κι ο πόλεμος κι η χαλκόβροντη μάχη
κι ότι γυρεύει να βρει τη λαμπρή την Αθήνα.