Δεν θραύω την λύραν

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δεν θραύω την λύραν
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Σκόκος
Από την ποιητική συλλογή Ἀκτίνες καὶ Μύρα
Αθηναΐς, Νοέμβριος 1876


ΔΕΝ ΘΡΑΥΩ ΤΗΝ ΛΥΡΑΝ

Μὲ εἶπον τῆς ποιήσεως ἄφες τὰς φλυαρίας·
Εἰς τὸν βωμὸν τοῦ ὑλισμοῦ τὴν λύραν σου νὰ θραύσῃς,
Νὰ βυθισθῇς εἰς τὴν ἰλὺν καὶ σὺ τῆς κοινωνίας
Κ’ εἰς τοῦ χρυσοῦ τὰ εἴδωλα θυμίαμα νὰ καύσῃς.
Ἀντὶ καρδίας σίδηρον ὑπὸ τὰ στήθη φέρε,
Γενοῦ Παρίας τῆς ζωῆς, λησμόνησον καὶ χαῖρε.»

Ἆ! ὄχι, ὄχι, βέβηλοι ὀργιασταὶ, Ζωΐλοι,
Σεῖς, ὅσοι ἀγοράζετε τὰς ἡδονὰς τοῦ βίου·
Μάτην πικρὰ καὶ βλάσφημα ἀνοίγετε τὰ χείλη,
Δέν με πτοεῖ ἡ μέταξα, ἡ λάμψις τοῦ χρυσίου.
Κυλίεσθε εἰς ὄργια καὶ εἰς ἀκολασίαν,
Πωλοῦντες καὶ συνείδησιν καὶ ἔθνος καὶ θρησκείαν.

Πῶς λησμονεῖτε, ἄνανδροι, τὴν λύραν τοῦ Φεραίου
Καὶ τῆς Θρησκείας τὰς ᾠδὰς καὶ τῶν Κλεπτῶν τὸ ᾆσμα;
Μήπως διότι εἰς τὸ φῶς μᾶς ἔφερον ἐκ νέου,
Καὶ τῆς δουλείας τῆς στυγνῆς ἐδίωξαν τὸ φάσμα;
Ἤ μὴ διότι μετ’ αὐτῶν καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐσώθη
Καὶ τόσων ἐπληρώθησαν μακρῶν αἰώνων πόθοι;


Ἀρνησιπάτριδες, τυφλοὶ πρὸ τῆς ἐλευθερίας·
Οἱ τὴν ζωὴν εἰς μηχανὴν μεταβαλόντες μόνον,
Ἀμνήμονες τῆς χθεσινῆς τοῦ ἔθνους ἱστορίας,
Χλευάζετε, πλαγγῶνες σεῖς, τοὺς τάφους τῶν προγόνων.
Καὶ κραιπαλεῖτε ἄφρονες μολύνοντες, αἰσχύνη!
Γῆν ἱερὰν, ἣν ἔβρεξαν μὲ αἵματα ἐκεῖνοι.

Ἔρρετε, λάτραι τοῦ χρυσοῦ καὶ τῆς ὑποκρισίας
Ἐκ τοῦ βορβόρου ἕρποντες τὸν ἀφανῆ πυθμένα,
Θὰ καταρρεύσετε βωβοὶ ἐκ τῆς ἀκολασίας
Εἴδωλα σεῖς ἀκίνητα, ἐψιμμυθιωμένα.
Τί δι’ ὑμᾶς, ἀγνώμονες, ἂν ἡ πατρὶς στενάζῃ
Κ’ ἡ Κρήτ’ ὑπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν τίγρεων σφαδάζῃ;

Ὄχι! ἐνόσῳ σώζεται ὁ Παρθενὼν ἐπάνω
Καὶ πέραν ἡ λοιπὴ Ἑλλὰς ὑπὸ δουλείαν κλαίει,
Δὲν θέλω ζῶν καὶ ἄφωνος μὲ σᾶς νὰ ἀποθάνω,
Ἐνόσω μάγος οὐρανὸς τῆς Ἀττικῆς μ’ ἐμπνέει.
Δὲν λησμονῶ τοῦ ἱεροῦ τὴν γῆν Μεσολογγίου
Δὲν γίγνομαι παράσιτος τῆς δόξης καὶ τοῦ βίου.

Ναί· δὲν φθονῶ τοῦ Παρνασσοῦ τὴν δάφνην καὶ τὸ κλέος.
Εἰν’ ἀσθενὴς ἡ λύρα μου, ἀλλ' ἂν ἡ εἱμαρμένη
Θελήσῃ ἄσημος ἐγὼ νὰ ἀποθάνω νέος
Κ’ ἐκεῖ που τάφος ἀφανὴς μακρὰν μὲ ἀναμένει,
Ἀλλὰ θὰ ἀποθάνω ἐὰν φέρων ἐντὸς καρδίαν
Πιστεύων εἰς τὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν ἐλευθερίαν.

Κ. Φ. ΣΚΟΚΟΣ.