Βουκολιασταί (Δάφνις, Μενάλκας και Αιπόλος)

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Θεόκριτος

Βουκολιασταί (Δάφνις, Μενάλκας και Αιπόλος)


<poem> Δάφνιδι τῷ χαρίεντι συνήντετο βουκολέοντι μᾶλα νέμων, ὡς φαντί, κατ᾽ ὤρεα μακρὰ Μενάλκας. Ἄμφω τώγ᾽ ἤστην πυρροτρίχω, ἄμφω ἀνάβω, ἄμφω συρίσδεν δεδαημένω, ἄμφω ἀείδεν. Πρᾶτος δ᾽ ὦν ποτὶ Δάφνιν ἰδὼν ἀγόρευε Μενάλκας·    5 «μυκητᾶν ἐπίουρε βοῶν Δάφνι, λῇς μοι ἀεῖσαι; φαμί τυ νικασεῖν, ὅσσον θέλω, αὐτὸς ἀείδων.» Τὸν δ᾽ ἄρα χὡ Δάφνις τοιῷδ᾽ ἀμείβετο μύθῳ· «ποιμὴν εἰροπόκων ὀΐων συριγκτὰ Μενάλκα, οὔποτε νικασεῖς μ᾽, οὐδ᾽ εἴ τι πάθοις τύγ᾽ ἀείδων.»    10 ΜΕΝΑΛΚΑΣ Χρῄσδεις ὦν ἐσιδεῖν; χρῄσδεις καταθεῖναι ἄεθλον; ΔΑΦΝΙΣ Χρῄσδω τοῦτ᾽ ἐσιδεῖν, χρῄσδω καταθεῖναι ἄεθλον. ΜΕ. Καὶ τίνα θησεύμεσθ᾽, ὅτις ἁμὶν ἄρκιος εἴη; ΔΑ. Μόσχον ἐγὼ θησῶ· τὺ δὲ θὲς ἰσομάτορα ἀμνόν. ΜΕ. Οὐ θησῶ ποκα ἀμνόν, ἐπεὶ χαλεπὸς ὁ πατήρ μευ    15 χἁ μάτηρ, τὰ δὲ μᾶλα ποθ᾽ ἕσπερα πάντ᾽ ἀριθμεῦντι ΔΑ. Ἀλλὰ τί μὰν θησεῖς; τί δέ τυ πλέον ἑξεῖ ὁ νικῶν; ΜΕ. Σύριγγ᾽ ἃν ἐπόησα καλὰν ἐγὼ ἐννεάφωνον, λευκὸν κηρὸν ἔχοισαν, ἴσον κάτω, ἶσον ἄνωθεν· ταύταν κα θείην, τὰ δὲ τῶ πατρὸς οὐ καταθησῶ.    20 ΔΑ. Ἦ μάν τοι κἠγὼ σύριγγ᾽ ἔχω ἐννεάφωνον, λευκὸν κηρὸν ἔχοισαν, ἴσον κάτω, ἶσον ἄνωθεν. Πρώαν νιν συνέπαξ᾽· ἔτι καὶ τὸν δάκτυλον ἀλγῶ τοῦτον, ἐπεὶ κάλαμός ἑ διασχισθεὶς διέτμαξεν. ΜΕ. Ἀλλὰ τίς ἁμὲ κρινεῖ; τίς ἐπάκοος ἔσσεται ἁμέων;    25 ΔΑ. Τῆνόν πως ἐνταῦθα τὸν αἰπόλον ἢν καλέσωμες, ὧ ποτὶ ταῖς ἐρίφοις ὁ κύων ὁ φαλαρὸς ὑλακτεῖ. Χοἱ μὲν παῖδες ἄϋσαν, ὁ δ᾽ αἰπόλος ἦνθ᾽ ἐπακοῦσαι. πρᾶτος δ᾽ ὦν ἄειδε λαχὼν ἰυκτὰ Μενάλκας, εἶτα δ᾽ ἀμοιβαίαν ὑπελάμβανε Δάφνις ἀοιδάν    30 βουκολικάν· οὕτω δὲ Μενάλκας ἄρξατο πρᾶτος. ΜΕ. Ἄγκεα καὶ ποταμοί, θεῖον γένος, αἴ τι Μενάλκας πήποχ᾽ ὁ συριγκτὰς προσφιλὲς ᾆσα μέλος, βόσκοιτ᾽ ἐκ ψυχᾶς τὰς ἀμνάδας· ἢν δέ ποκ᾽ ἔνθῃ Δάφνις ἔχων δαμάλας, μηδὲν ἔλασσον ἔχοι.    35 ΔΑ. Κρᾶναι καὶ βοτάναι, γλυκερὸν φυτόν, αἴπερ ὁμοῖον μουσίζω Δάφνις ταῖσιν ἀηδονίσι, τοῦτο τὸ βουκόλιον πιαίνετε· κἢν τι Μενάλκας τεῖδ᾽ ἀγάγῃ, χαίρων ἄφθονα πάντα νέμοι. ΜΕ. Ἔνθ᾽ οἶς, ἔνθ᾽ αἶγες διδυματόκοι, ἔνθα μέλισσαι    40 σμάνεα πληροῦσιν, καὶ δρύες ὑψίτεραι, ἔνθ᾽ ὁ καλὸς Μίλων βαίνει ποσίν αἰ δ᾽ ἂν ἀφέρπῃ. Χὡ ποιμὴν ξηρὸς τηνόθι χαἱ βοτάναι. ΔΑ. Παντᾷ ἔαρ, παντᾷ δὲ νομοί, παντᾷ δὲ γάλακτος οὔθατα πιδῶσιν, καὶ τὰ νέα τρέφεται,    45 ἔνθα καλὰ Ναῒς ἐπινίσσεται· αἰ δ᾽ ἂν ἀφέρπῃ. χὡ τὰς βῶς βόσκων χαἱ βόες αὐότεραι. ΜΕ. Ὦ τράγε, τᾶν λευκᾶν αἰγῶν ἄνερ, ὦ βάθος ὕλας μυρίον, ὦ σιμαὶ δεῦτ᾽ ἐφ᾽ ὕδωρ ἔριφοι· ἐν τήνῳ γὰρ τῆνος· ἴθ᾽ «ὦ καλὲ» καὶ λέγε «Μίλων, ὁ Πρωτεὺς φώκας καὶ θεὸς ὢν ἔνεμε.» ΔΑ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ΜΕ. Μή μοι γᾶν Πέλοπος, μή μοι Κροίσεια τάλαντα εἴη ἔχειν, μηδὲ πρόσθε θέειν ἀνέμων· ἀλλ᾽ ὑπὸ τᾷ πέτρα τᾷδ᾽ ᾄσομαι ἀγκὰς ἔχων τυ, σύννομα μᾶλ᾽ ἐσορῶν τὰν Σικελάν τ᾽ ἐς ἅλα. ΔΑ. Δένδρεσι μὲν χειμὼν φοβερὸν κακόν, ὕδασι δ᾽ αὐχμός,    60 ὄρνισιν δ᾽ ὕσπλαγξ, ἀγροτέροις δὲ λίνα, ἀνδρὶ δὲ παρθενικᾶς ἁπαλᾶς πόθος. Ὦ πάτερ ὦ Ζεῦ, οὐ μόνος ἠράσθην· καὶ τυ γυναικοφίλας. Ταῦτα μὲν ὦν δι᾽ ἀμοιβαίων οἱ παῖδες ἄεισαν· τᾶν πυματᾶν δ᾽ ᾠδᾶν οὑτῶς ἐξᾶρχε Μενάλκας.    65 ΜΕ. Φείδευ τᾶν στερίφων, φείδευ λύκε τᾶν τοκάδων μευ, μηδ᾽ ἀδίκει μ᾽, ὅτι μικκὸς ἐὼν πολλαῖσιν ὁμαρτέω. Ὦ Λάμπουρε κύον, οὕτω βαθὺς ὕπνος ἔχει τυ; οὐ χρὴ κοιμᾶσθαι βαθέως σὺν παιδὶ νέμοντα. Ταὶ δ᾽ ὄϊες, μηδ᾽ ὑμὲς ὀκνεῖθ᾽ ἁπαλᾶς κορέσασθαι    70 ποίας· οὔτι καμεῖσθ᾽, ὅκκα πάλιν ἇδε φύηται. Σίττα νέμεσθε νέμεσθε, τὰ δ᾽ οὔθατα πλήσατε πᾶσαι, ὡς τὸ μὲν ὥρνες ἔχωντι, τὸ δ᾽ ἐς ταλάρως ἀποθῶμαι. Δεύτερος αὖ Δάφνις λιγυρῶς ἀνεβάλλετ᾽ ἀείδεν· ΔΑ. Κἤμ᾽ ἐκ τῶ ἄντρω σύνοφρυς κόρα ἐχθὲς ἰδοῖσα    75 τὰς δαμάλας παρελᾶντα καλὸν εἶμεν ἔφασκεν· Οὐ μὰν οὐδὲ λόγον ἐκρίθην ἄπο τὸν πικρὸν αὐτᾷ, ἀλλὰ κάτω βλέψας τὰν ἁμετέραν ὁδον εἷρπον. Ἁδεῖ᾽ ἁ φωνὰ τᾶς πόρτιος, ἁδὺ τὸ πνεῦμα· ἁδὺ δὲ χἁ θέρεος παρ᾽ ὕδωρ ῥέον αἰθριοκοιτεῖν.    80 Τᾷ δρυῒ ταὶ βάλανοι κόσμος, τᾷ μαλίδι μᾶλα, τᾷ βοῒ δ᾽ ἁ μόσχος, τῷ βουκόλῳ αἱ βόες αὐταί. Ὡς οἱ παῖδες ἄεισαν, ὁ δ᾽ αἰπόλος ὦδ᾽ ἀγόρευεν· «ἁδύ τι τὸ στόμα τοι καὶ ἐφίμερος ὦ Δάφνι φωνά. Κρέσσον μελπομένω τευ ἀκουέμεν ἢ μέλι λείχειν.    85 Λάζεο τᾶς σύριγγος· ἐνίκασας γὰρ ἀείδων. αἰ δέ τι λῇς με καὶ αὐτὸν ἅμ᾽ αἰπολέοντα διδάξαι, τήναν τὰν μιτύλαν δωσῶ τα δίδακτρά τοι αἶγα, ἅτις ὑπὲρ κεφαλᾶς αἰεὶ τὸν ἀμολγέα πληροῖ.» Ὡς μὲν ὁ παῖς ἐχάρη καὶ ἀνάλατο καὶ πλατάγησε    90 νικάσας, οὕτω κ᾽ ἐπὶ ματέρι νεβρὸς ἅλοιτο. Ὡς δὲ κατεσμύχθη καὶ ἀνετράπετο φρένα λύπᾳ ὥτερος, οὕτω καὶ νύμφα δμαθεῖσ᾽ ἀκάχοιτο. κἠκ τούτω πρᾶτος παρὰ ποιμέσι Δάφνις ἔγεντο, καὶ Νύμφαν ἄκρηβος ἐὼν ἔτι Ναΐδα γᾶμεν.