Βιοπαλαιστής

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Βιοπαλαιστής
Συγγραφέας: Ανδρέας Καρκαβίτσας
Λόγια τῆς πλώρης (1924)


ΝΑ σοῦ εἰπῶ, καπετὰν Σταμάτη· ἐκείν’ ἡ γάμπια δὲ μοῦ φαίνεται γερή.

— Δίκηο ἔχεις, καπετὰν Βασίλη· καὶ ὁ τρίγγος θέλει ἄλλαμα. Μαράζι τὤχω νὰ περάσω τὸν Καβο-Ντόρο χωρὶς ζημιά. Πότε φλόκο θὰ μοῦ σχίσῃ, πότε κορζέτο θὰ μοῦ κόψῃ, πότε θὰ μοῦ σηκώσῃ μπαλόνι τὸ φλίς. Στὸ τελευταῖο καβατζάρισμα μοῦ ’σπασε τὸν τρίγγο στὴ βόλτα.

— Χοντρὸς κάβος π’ ἀνάθεμά τον!…

Οἱ δυό μας στὸ κάσαρο τοῦ «Ἅϊνικόλα» κουτσοπίναμε Χιώτικη μαστίχα καὶ ρουφούσαμε τὸ τσιμποῦκι, προσμένοντας ἀνυπόμονα τὸ φαγί. Τρεῖς μέρες τόρα μᾶς ἔδενε κεῖ, τὸν «Ταξιάρχη» τὸ μπρίκι μου καὶ τὸ μπαρκομπέστια τοῦ καπετὰν Τραγούδα κάλμα-μπουνάτσα. Ἀλλὰ δὲν εἴμαστε μοναχοί. Μπάρκα, γολέτες, σκοῦνες, μπρίκια, τρεχαντήρια, νάβες ἔστεκαν σκόρπια μπρὸς στὴν Τρωάδα. Κάπου τριάντα κομμάτια ὁλάρμενα. Καὶ καθένα μὲ τὸ δρόμο του. Μὰ τί δρόμο! οὔτε τρίχα δὲ σάλεβαν ἀπὸ τὴ θέση τους. Ὅλα μὲ τὸ τσιμποῦκι στὴ δύση κοιτάζαν, λές, μαρμαρωμένα κάποιο φοβερὸ φάντασμα νὰ προβάλῃ ἀπὸ τὰ οὐρανοθέμελα.

Ἡ θάλασσα ἔμοιαζε λαπᾶ χρυσογάλαζο. Ἐδῶ καὶ κεῖ μολύβιζε ἀπὸ τὸν ἴσκιο διαβατάρικου σύγνεφου. Ἁλωνάκια κροσσωτά, μακρυλαρίκια κρυσταλλόστρωτα, ριγωτὰ ὀργώματα, ἔδειχναν ἀπάνω-κάτω τὰ ρέματα. Καὶ παντοῦ ὁλόγυρα οἱ ἀρμενιστάδες πλῆθος, μὲ τὸ μικρούτσικο πανάκι καὶ τὸν κυβερνήτη τους, ἀρμένιζαν κι’ ἀρμένιζαν τῆς γαλήνης ἀλάθευτα σημάδια.

Ὁ οὐρανὸς σταχτογάλαζος ἄχνιζε ἀπὸ τὸ λιοπύρι. Ὁ Τρωαδίτικος κάμπος κυματιστός, χαμηλόγερνε ἀπὸ τῆς Ἴδης τὰ ριζὰ ὥς τὴ θάλασσα. Χωριδάκια δενδροφυτεμένα πρόβαιναν ἐδῶ καὶ κεῖ στὰ ψηλώματα, κοκκίνιζαν ὠργωμένες οἱ πλαγιὲς καὶ τὰ λακκώματα, γαλαζοπράσινη καταχνιὰ καθισμένη πέρα, τὰ λιοστάσια καὶ τὶς πουρναριὲς σημάδευε. Ἡ ζωὴ ἔπλεκε τὸν πλοκό της τόρα παντοῦ ἥμερο καὶ ποθητό, δίχως σάλαγο πολέμου καὶ ἀρμάτων λαμποκοπήματα. Δίπλα ἡ Τένεδος φύτρωνε ἀπὸ τὸ κῦμα κατάξερη, κοκκινόμαυρη, μὲ τὶς φτερωτὲς τῶν μύλων χασκισμένες, σὰν νὰ ζητοῦσαν ἐλεημοσύνη τὸν ἄνεμο. Καὶ κάτω στὸ μελαψὸ ἀκρωτῆρι τοῦ Καραμπαμπᾶ μαύριζε ἴσκιος πελώριος, σὰν νὰ ἦταν τοῦ Ἀχιλλέα ὁ ἴσκιος καὶ ζητοῦσε βασιλοπούλας αἷμα στὸν τάφο του.

Ἂν δὲ δούλευε τὸ πανάκι, δούλευαν ὅμως τὰ κουπιά. Οἱ πιὸ ἀνυπόμονοι καπετᾶνοι ἔβαλαν τὶς βάρκες νὰ σύρουν ρυμούλκιο· οἱ ἄλλοι ἔκαναν βίζιτες. Ποιὸς εἶχε νὰ χαιρετήσῃ ἀδερφό, ποιὸς πατέρα, ποιὸς συγγενεῖς, φίλους, πατριῶτες. Πολλοὶ νὰ ξεκαθαρίσουν παληοὺς λογαριασμούς· ἄλλοι νὰ τελειώσουν συμπεθεριά· ἄλλοι νὰ μιλήσουν γιὰ τὰ οἰκογενειακὰ τους. Τὰ ἔχει αὐτὰ ἡ θάλασσα. Χωρίζει γιὰ χρόνια καὶ σμίγει μιὰ στιγμή. Δὲν ἔχεις πάντα στὸ χέρι τὸν καιρὸ καὶ σὰν τὸν ἕβρῃς τρέχεις μαζί του θέλοντας καὶ μή.

Ἔκαμα καὶ γὼ κάμποσες βίζιτες. Εἶχα τὰ δικά μου, τὶς ληψοδοσίες μου. Τὸ πρωὶ ποῦ γύριζα στὸ μπρίκι ἀπὸ ἕνα Γαλαξειδιώτικο, κάνω ἔτσι καὶ βλέπω τὸν «Ἀϊνικόλα» τοῦ καπετὰν Τραγούδα. Μπρέ, σὰν τὰ χιόνια! Καιροὺς καὶ χρόνια εἶχα ν’ ἀνταμώσω τὸ φίλο μου. Δεκαπέντε κλειστά, ὅταν μίσεψε ἀπὸ τὸ νησί μας καὶ πῆγε νὰ σμίξῃ μὲ μιὰ πιπεροχήρα στὴν Ἀτάλεια. Ἔλεγαν πῶς τὸ ἦβρε καλὰ μὲ τὴ χήρα· παρᾶ μὲ οὐρά! Ἔχτισε τὸ μπαρκομπέστια καὶ φόρτωνε γιὰ λογαριασμό του. Εἶχε σπίτια, μαγαζιά, ταβέρνες, ἀποθῆκες· χοντροκαραβοκύρης σωστός!

Πηδάω στὴ σκάλα, σκαρφαλωνω ἀπάνω. Μπρὲ καλόστον! μπρὲ καλόστον! Μὰτσ-μούτσ! Μᾶς παίρνουν τὰ δάκρυα. Ἀπὸ τὰ δάκρυα πέσαμε στὸ τσιμποῦκι καὶ τὴ μαστίχα ὥστε νὰ γίνῃ τὸ φαγί.

— Ξέρεις, μοῦ λέει ὁ καπετὰν Τραγούδας· ἔχω μέσα καὶ τὸν ἀνηψιό μου τὸ Μανωλιό, τὸ παιδὶ τῆς Ζαφειρένιας!…

— Μπά! ποῦ νέ το;

Γνώριζα καλὰ τὸ Μανωλιό. Ἦταν παιδὶ μάλαμα, κάστρο καρδιά· δουλευτὴς τίμιος. Ἔκαμε χρόνο στὸ μπρίκι μου καὶ λόγο δὲν ἄλλαξα μαζί του. Ἡ ματιά μου προσταγή· ὁ λόγος μου δουλειά του. Ἦταν καὶ κεῖνος ἀπ’ τ’ ἀποπαίδια τῆς τύχης. Μόλις γεννήθηκε ἦβρε τὰ βάσανα μπρός του. Λάμια τὸν καρτέραγε ἡ δουλειά, σίδερο ἡ ἀνάγκη, θολὸ ποτάμι τοῦ γονιοῦ τὸ ἁμάρτημα. Ὁ πατέρας του ἦταν καλὸς καραβοκύρης· ἀλλὰ κάποια Κοντοσκαλιώτισα τοῦ σήκωσε τὰ μυαλά. Καὶ ἂν ἦταν τὰ μυαλά, μικρὸ τὸ κακό· τοῦ σήκωσε ὅμως καὶ τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν του. Ἄφησε τέσσερα κορίτσια, τὴ γυναῖκά του καὶ τὸ Μανωλιὸ μικρὸ καὶ κόλλησε μαζί της. Οὔτε γράμμα, οὔτε λεφτὰ ἔστελνε σπίτι του. Ποῦ νὰ χορτάσῃ ὁ ρούφουλας! Τὸν μάδησε καλά, τοῦ ἔφαγε καὶ τὸ καράβι, ἔπειτα μιὰ κλωτσιὰ κι’ ὄξω ὁ καπετὰν Μαθιός. Ὄξω φτωχὸς καὶ σακατεμένος. Γυρίζει στὸ νησί, βρίσκει τὸ σπίτι πουλημένο, τὶς κόρες του ξενοδουλεύτρες, τὸ Μανωλιὸ ναυτόπουλο. Θέλησε νὰ πιάσῃ δουλειά, νὰ πληρώσῃ τὶς ἀνοησίες του, μὰ ἦταν ἀργά. Θὲς ἀπὸ τὸ πιοτό, θὲς ἀπὸ κατάχρησες δὲν ἦταν ἄξιος οὔτε φύλλο νὰ σηκώσῃ. Τὸν μάζωξαν τὰ κορίτσια του καὶ τὸν διατήρησαν ὥς που ἔκλεισε τὰ μάτια.

Ὁ Μανωλιὸς ὅμως δὲν ἀκλούθησε τὸν πατέρα του. Ρίχτηκε σύψυχος στὴ δουλειὰ καὶ τὴν οἰκονομία. Γυναῖκες δὲν ἦταν γι’ αὐτόν, ταβέρνες, παιγνίδια, καυγάδες τίποτα. Ἴσα τὸ δρόμο του. Ἔτσι κατάφερε νὰ παντρέψῃ ὥς τόρα τὶς τρεῖς ἀδερφές του, νὰ συγγενέψῃ μὲ τὰ καλήτερα σπίτια.

— Ἔ, τοῦ λέω, Μανωλιό, μόλις τὸν εἶδα. Τόρα ποῦ ἔβγαλες ἀποπάνω σου τὸ βάρος, νὰ κοιτάξουμε νὰ παντρεφτῇς καὶ σύ.

— Ἐγώ; λέει μὲ πικρὸ χαμόγελο. Ἐγὼ παντρέφτηκα. Πῆρα τέσσερες γυναῖκες.

— Τὶς ἀδερφάδες σου λές; Ἐκεῖνες μὲ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ τὶς ξέκαμες. Μένει ἀκόμα ἡ Ροῦσα· μὰ καὶ κείνη, καθὼς ἄκουσα, τὴν ἔχεις ἀρρεβωνιασμένη. Θὰ μάσῃς καὶ κείνης τὰ λίγα-πολλά της κ’ ἔπειτα νὰ σκεφτῇς γιὰ λόγου σου.

— Τὰ μάζεψα καὶ κείνης· τὰ μάζεψα καὶ τάδωκα. Προχτὲς στὴν Πόλη ἔλαβα γράμμα καὶ μοῦ ’λεγε πῶς ἔκαμαν τὸ γάμο στὶς δεκαπέντε τοῦ Μαρτιοῦ. Ἤπιαν λέει καὶ στὶς χαρές μου· τὶς δικές μου χαρές!…

Εἶπε τὰ τελευταῖα λόγια του μὲ τέτοιο ἀνάμπαιγμα ποῦ ἀνατρίχιασα. Νομίζεις πῶς τοῦ εὐχήθηκαν νὰ πιάσῃ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ χέρια.

— Γιατὶ ὄχι; τοῦ εἶπα· ἦρθε ἡ ἀράδα σου.

— Ἡ ἀράδα μου γιὰ ταξίδι· ἀποκρίθηκε μὲ τὸ ἴδιο χαμόγελο.

— Γιὰ ταξίδι! Ἄ, τὸ φιλαράκο! γυρίζω καὶ λέω τοῦ καπετὰν Τραγούδα. Τὴν ἔχει βλέπω καὶ σημαδεμένη. Δὲ μοῦ λὲς κατὰ ποῦ; Ἀπάνω ἢ κάτω;

Δὲν ἔδειξε οὔτε τὴν Ἄσπρη οὔτε τὴ Μαύρη Θάλασσα.

— Κάτω· μοῦ κάνει, δίνοντας μπηχτή.

Δὲν ὑποψιάστηκα καὶ ἄρχισα νὰ τὸν πειράζω. Ἡ μαστίχα μοῦ κέντησε γιὰ καλὰ τὴν ὄρεξη καὶ μυριζόμουν λιμασμένος τὴν τσίκνα τοῦ μαγεριοῦ. Ἐκεῖ ἔβραζε τὸ ἀθάνατο φαγί μας. Καὶ φαίνεται δὲν ἤμουν ἐγὼ μονάχα ποῦ πεινοῦσα· ἦταν ὅλο τὸ πλήρωμα. Τί τὰ θές; Ὁ ναύτης δὲν εἶναι πλασμένος γιὰ τὸ καθησιό. Ζωή του εἶναι ἡ φουρτούνα, τὸ πέλαγο· θάνατός του ἡ γαλήνη. Μὴν τὸν ἀφίνεις νὰ συλλογιέται, γιατὶ τὸν ἔχασες. Τοὺς ἔβλεπα ὅλους τόρα νευρικούς, ἀνήσυχους, μὲ κατεβασμένα μοῦτρα νὰ γυρίζουν στὸ μαγεριό. Ἤθελαν νὰ ἕβρουν δουλειὰ μὲ τὸ φαγί. Μερικοὶ καθησμένοι στὴν κουπαστὴ ἔπαιζαν πέρα-δῶθε τὰ γυμνὰ ποδάρια τους μὲ τόση δύναμη, λὲς κ’ ἤθελαν νὰ τὰ ξεκλειδώσουν. Ἄλλοι ἀγκαλιασμένοι στὸ κατάρτι ἔσφιγγαν ζουλῶντας ἄπονα τὸ στῆθός τους. Δύο-τρεῖς σκυμμένοι κάτω ἔβλεπαν τὸ στεκάμενο νερὸ καὶ βλαστημοῦσαν, ἔφτυναν ἀπάνω του μὲ θυμό. Ἕνας ἐρέθιζε τὸ μαῦρο καραβόσκυλο νὰ ριχθῇ στὴ γάτα. Ὁ ὑποναύκληρος μὲ ἄλλους δυό, μπάλωναν στὴν πλώρη ἕνα πανί· καὶ οἱ λοιποὶ ὀρθοστεκάμενοι μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, τὴν πίπα στὸ στόμα σήκωναν τὰ μάτια στὰ πανιὰ μὲ ἀγωνία. Τί τὰ κοίταζαν; Ψώφια ἔστεκαν στὴ θέση τους, ἀφούσκωτα, νυσταγμένα καὶ τοὺς ἴσκιους ἔρριχναν συγχισμένους μὲ τοὺς ἴσκιους τῶν καταρτιῶν, τῶν μακαράδων, τῶν σχοινιῶν, ἕναν ἀπάνω στὸν ἄλλον, ὥς κάτω στὸ πενταπάστρικο κατάστρωμα.

Γιὰ μένα, γιὰ τὴν πεῖνά μου ἥβρεμα ἦταν ἡ κουβέντα τοῦ Μανωλιοῦ καὶ ξακολουθοῦσα νὰ τὸν πειράζω ἀλύπητα.

— Ἔχει γρόσα;

— Οὔ! ἄμετρα.

— Ἔχει γλῶσσα;

— Κατὰ τὸν καιρό. Τόρα εἶνε ἄλαλη· μὰ σὰν θυμώσῃ κουφαίνεσαι νὰ τὴν ἀκοῦς.

Κι’ ὅλο χαμογέλαε. Ἐγὼ ἐπίμενα.

— Ξέρει τραγούδια;

— Θάλασσα.

— Εἶνε ἄσπρη, μαύρη, γαλανή, μελαχροινή;

— Γαλανή.

Τὸ εἶπε σοβαρά· στύλωσε τὰ μάτια του στὸ κουφὸ κῦμα μὲ τόση τρυφεράδα ποῦ πάγωσα. Δὲν κοιτάζει ἀγαπητικὸς μὲ τόσον πόθο τὴν ἀγαπητική του. Ἀλλὰ καὶ κεῖνο ἀνάθεμά το—ναὶ τὸ νερό, ποῦ ἦταν πήχτρα μπρός μας—ἔκαμε ἄξαφνα κάτι σοῦφρες καὶ πάφλασε ἐδεκεῖ, τινάζοντας διαμαντένιο ἀφρόδροσο, σὰν ν’ ἀνατρίχιαζε στὸ βλέμμα του.

— Μπρέ!

Μὲ τὸ πόδι κούνησα τὸν καπετὰν Τραγούδα. Ἀλλὰ κεῖνος ρουφοῦσε μακάριος τὸ τσιμποῦκι μὲ τὸν κεχριμπαρένιο λουλᾶ, μὲ τὴ φέσα ὀρθὴ στὸ κεφάλι, μὲ τὴ βράκα χυμένη λόξες στὸ κεντητὸ πεῦκι, λὲς κι’ ἀναπαυόταν ἀπάνω στὰ πλούτη του. Δὲν ἔδινε πεντάρα γιὰ τὶς κουβέντες τῶν φτωχῶν καὶ τῶν δυστυχισμένων. Ἤθελε νὰ εἶνε σκληρὸς καὶ ἄπονος. Μόνο τὸ ἐγώ του γνώριζε. Ὅταν ἔμαθε τὴν κακομυαλιὰ τοῦ γαμπροῦ του, τὴ δυστυχία τῆς ἀδερφῆς του, τῶν ἀνηψιῶν του τὴ δύσκολη ζωή, δὲν ἄπλωσε χέρι νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Πῆγαν πολλοὶ νὰ τοῦ παραστήσουν τὴν ἀνάγκη τους, νὰ τοῦ ζητήσουν συντρομή· ἐκεῖνος τὸν κουφό.

— Καθένας, ἔλεγε, κάνει τὴν τύχη μοναχός του. Ἀλοὶ σὲ κεῖνον ποῦ περιμένει ἀπὸ ξένο χέρι! Ἀλοὶ στὸν κοῦκκο ποῦ γεννᾷ σὲ ξένη φωλιά! Ἐγώ, ναί! ἐγὼ—καὶ δὲν ἔλεγε πῶς αὐτὸς ἦταν πρῶτος κοῦκκος—μόνος μου ἦβρα τὴν τύχη μου. Τὴν ἔπιασα ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ τὴν ἔσυρα ὑποταχτική μου. Ἂς τὸ κάμουν κι’ ἄλλοι. Ἐγὼ μὴν περιμένουν νὰ τοὺς δώσω τίποτα!

Εἶπα πῶς πῆγαν ὅλοι καὶ τοῦ μίλησαν. Ἕνας μοναχὰ δὲν πῆγε· ὁ Μανωλιὸς. Φιλότιμο παιδί. Δὲν πλησίασε τὸ θειό του παρὰ σὰν ἀρρεβώνιασε καὶ τὴ Ροῦσα. Καὶ τότε ὄχι σὰ συγγενής, ἀλλὰ ναύτης. Καὶ ὁ καπετὰν Τραγούδας τὸν εἶχε ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους ναῦτές του· τίποτα περισσότερο. Ἄν θὲς μάλιστα, κάτι λιγώτερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

— Δὲν κάνει, συλλογίστηκε, νὰ τοῦ δώσω θάρρος γιατὶ τεμπελιάζει. Κ’ ἡ τεμπελιὰ ’μπορεῖ νὰ τὸν φέρῃ ἴσα στὸ δρόμο τοῦ πατέρα του.

Γύρισα πάλι στὸ Μανωλιό.

— Βρὲ παιδί μου, τοῦ λέω· τί κουβέντες εἶν’ αὐτές;

— Καθὼς μοῦ βαρεῖς χορεύω, καπετὰν Βασίλη. Τί θὲς νὰ σοῦ εἰπῶ; Μοῦ μιλᾷς γιὰ παντρειά, σὰν νὰ λὲς νὰ σηκώσω ἕνα σακκὶ στὸν ὦμο. Καλά, τὸ σήκωσα· κ’ ἔπειτα; Νὰ σοῦ ξεμολογηθῶ λοιπὸν σὰν πατέρα μου· νέτα-σκέτα. Ὅρεξη δὲν ἔχω νὰ ζήσω πιά. Δὲν ξέρω γιατί· μὰ δὲν ἔχω. Γνωρίζεις πῶς δούλεψα ἀπὸ τὰ μικρά μου χρόνια. Ὅσο εἶχα μπρός μου κεῖνα τὰ κορίτσια ἤθελα νὰ ζήσω καὶ νὰ δουλέψω. Ὄχι νὰ ζήσω, μὰ καὶ τρομάρα εἶχα μὴ χάσω ἄξαφνα τὴ ζωὴ καὶ τ’ ἀφήσω ἔρημα στὸ ἔλεος καὶ τὴν καταφρόνια τοῦ κόσμου. Ἔκανα τὴ νύχτα μέρα. Ὅσο στέκει τ’ ἀλόγου ἡ οὐρὰ καὶ γὼ στάθηκα. Σὲ πολλὰ ἡ τύχη μοῦ ἦρθε κόντρα· κόντρα τῆς βγῆκα καὶ γὼ μὲ τὰ ὅλα μου. Δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ πισωπατήσω μηδὲ τρίχα. Ἔμοιαζα μ’ ἕνα γερὸ βαπόρι ποῦ ἔχει τοὺς φούρνους ἀναμένους, τὰ λεβέτια ζεστά, γεμᾶτο τὸν ἀτμὸ καὶ δὲν τολμᾷ μηδὲ κῦμα μηδ’ ἄνεμος νὰ τοῦ κόψῃ τὸ δρόμο. Ὥς τὰ προχτὲς ποῦ ἔλαβα τὸ τελευταῖο γράμμα στὴν Πόλη. Μόλις διάβασα πῶς ἔγινε καὶ τῆς Ρούσας ὁ γάμος, λύθηκαν τὰ ἥπατά μου. Θὲς ἦταν ἀνέλπιστη χαρά, θὲς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἅμα τέλειωσα, κάτι ἀνάλαφρο καὶ κάτι ζεστὸ ἔνιωσα νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὴν καρδιά μου κ’ ἔπεσα ἀναίσθητος. Ἀπὸ τότε δὲν ἔχω πιὰ ὄρεξη γιὰ δουλειά· οὔτε γιὰ ζωή. Μὲ φωνάζει ἀκαμάτη ὁ θεῖός μου, κ’ ἔχει δίκηο· τὸ καταλαβαίνω πῶς ἔχει δίκηο. Μὰ τί νὰ κάνω; Ὥς ἐδῶ ἦταν ἡ συρμή μου. Ἔσωσα, πές, τὸ κάρβουνό μου, ἔσβυσαν οἱ φωτιές, κρύωσαν τὰ λεβέτια καὶ στάθηκα. Καὶ καλὰ ποῦ ἔφτασα ὥς ἐδῶ! Φαντάσου, ἂν ἔμενα καταμεσὶς τοῦ δρόμου, ν’ ἀφήσω τὴν ἀδερφούλα μου παραπονεμένη!… Τόρα—ὥρα μου· δὲ δίνω μιὰ πεντάρα. Ἄσπρος ἄγγελος μονάχα κι’ ἄς ἔρθῃ τὸ γρηγορώτερο. Κ’ ἔλεγε τὰ λόγιά του τόσο μετρημένα, τόσο ἁπλᾶ, ποῦ πίστεψα πῶς ἤθελε νὰ πείσῃ ὄχι ἐμέ, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ μελαχροινὸ πρόσωπο, τὰ μεγάλα θαλασσὰ μάτια του, τὰ γενάκια του τὰ καστανὰ καὶ τὰ σγουρὰ μαλλιά του ἔδιναν τόση σοβαρότη στὰ λόγια του, ποῦ μ’ ἔπιανε σεβασμός. Δὲν τολμοῦσα νὰ τὸν ἀντισκόψω. Τίποτα ἀπάνω του δὲν ἔδειχνε τὴν ἀπελπισία. Ὅλα του ἥσυχα σὰν τὴ θάλασσα ποῦ μᾶς κρυφάκουε. Μόνον τὰ χείλη του μιὰ-δυὸ φορὲς σπαρτάρισαν ἄξαφνα, λὲς καὶ φλόγα ὁ λόγος ἔβγαινε ἀπὸ τὰ φυλλοκάρδιά του.

Τόλμησα τέλος κάτι νὰ τοῦ εἰπῶ, νὰ τοῦ ἀλλάξω τὸν νοῦ.

— Μὰ παιδί μου!…

Ἀλλὰ μόλις ἄρχισα καὶ βλέπω τὸν καπετὰν Τραγούδα νὰ πηδάῃ ἀπάνω.

— Στὰ πόστα σας! προστάζει μὲ ἄγρια φωνή. Βάλε τὸ τιμόνι στὴ μπάντα! —Ἄλα, μόλα γάμπια!… Μπούκα τουρκέτο!…

Τρέχουν οἱ ναῦτες ἀπάνω-κάτω. Ἄλλοι στὰ μπράτσα, ἄλλοι στὶς κόστες, ἄλλοι στὰ στράλια. Τὸ βάρυπνο ξύλο ξύπνησε ψυχωμένη κι’ ἀράθυμη Γοργόνα.

— Στὴ βάρκα σου, καπετὰν Βασίλη! γυρίζει σὲ μένα· στὴ βάρκα σου καὶ μᾶς σήκωσε. Τὸ φαγὶ τὸ φυλάω γι’ ἄλλη φορά, σὰν ξανανταμωθοῦμε μὲ τὸ καλό.

Ἄνεμο μᾶς ἔβγαλε ὁ Καράμπαμπας. Σφύριζε ἄγριος κι’ ἀνατάραζε ἀπ’ ἄκρη σὲ ἄκρη τὴ θάλασσα. Τὰ ξύλα ξένιαστα, τ’ ἅρπαξε στὴν τρελλή του δύναμη καὶ τὰ σκόρπισε φτερὰ σὲ ὅλο τὸ πέλαγο. Ἄλλα ἔρριξε στὸν ἄμμο τῆς Τρωάδας, ἄλλα ἔχωσε στὸ λιμάνι τῆς Τένεδος, ἄλλα διπλάρωσε στὸ Σίγκρι, ἄλλα ξώρισε κάτω γιὰ τὸ κανάλι τῆς Μάλτας. Ἄλλο δρόμο εἶχαν, ἀλλοῦ τἄστειλε.

Πηδάω στὴ βάρκα καὶ τρέχω στὸ μπρίκι. Ὁ γραμματικός μου κατάφερε νὰ κρατήσῃ τὸν «Ταξιάρχη» κ’ ἔπεσα μέσα. Σοβράνο ἦρθα στὸ μπαρκομπέστια τοῦ καπετὰν Τραγούδα γιὰ νὰ πιάσω τὴ γραμμή μου. Ἀλλὰ βλέπω ἐκεῖ μεγάλη ταραχή. Ναῦτες ἔτρεχαν, βάρκες ἔρριχναν στὴ θάλασσα, φωνὲς-κακὸ σὰν νὰ βούλιαζε ἄξαφνα τὸ πλεούμενο. Ὁ καπετάνιος ὀρθὸς στὸ κάσαρο, ξεσκούφωτος, κατακόκκινος, βλαστημοῦσε κ’ ἔβριζε, κινῶντας τὰ χέρια σὰ φτερωτές.

Ὀρθοπλωρίζω δύσκολα καὶ ρωτάω.

— Τ’ εἶνε, μωρέ; τί πάθατε; βοήθεια θέλτε;

— Ὁ Μανωλιός μας πνίγηκε!… ὁ Μανωλιός μας χάθηκε!… θρηνολογεῖ ὁ καπετὰν Τραγούδας.

Ἡ καταστροφὴ ἔλυωσε τὸ χιόνι τῆς καρδιᾶς του… Κακόμοιρο παιδί! Νερὸ πῆγε νὰ σύρῃ μὲ τὸν κουβᾶ, παραπάτησε στὸ ξύλο, ἔπεσε πάει. Ὅσο κι’ ἂν γύρεψαν οἱ βάρκες, πουθενὰ δὲν τὸν ἧβραν. Τὸ κῦμα ζηλιάρικο τὸν σφιχτόδεσε στὴν ἀγκαλιά του, γιὰ πάντα τὸν κράτησε. Τάχα ἔκαμε τὴν ὑπόσχεσή του; Ποιὸς ξέρει.— Μὰ ὁ βιοπαλαιστὴς ἀναπαύθηκε.