Βικιθήκη:Αμμοδοχείο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

— Ψεύματα! μὲ κανὲνα ἀπολύτως!… θὰ σᾶς εἶπαν γιὰ καμμιὰ ἄλλη…

— Πῶς εἶνε δυνατὸν;… ὅλος ὁ κόσμος τὸ ἔχει ὡς βέβαιον… λέγουν μάλιστα πῶς…

— Καλὲ τὸν κόσμο κάθεσθε καὶ ἀκοῦτε…

— Περίεργον! καὶ ἐμεῖς τὸ ἐμάθαμε θετικὰ ἀπὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ γαμπρός… πῶς γίνεται λοιπόν;

— Ποῖος κακοήθης εἶνε αὐτὸς ποῦ τὰ διαδίδει;.. πῶς τὸν λέγουν;

— Μὰ νομίζω νὰ τὸν εἶπαν Τερτίδη…

— Τερτίδη;… ὦ!… μήπως τὸν εἶπαν Ἀριστοτέλη Τερτίδη ἴσως…

— Νομίζω… ὥστε τὸν ξεύρετε; αὐτὸς λοιπὸν εἶνε;

— Ἆ, μπᾶ!… πρώτη φορὰ ποῦ ἀκούω τὸ ὄνομά του… οὔτε ξέρομε ποῦ βαστᾷ ἡ σκούφια του…

— Ἄλλο πάλι αὐτό! Τί κόσμος!… τί κάθουνται καὶ λένε!

— Ξεύρετε τί θὰ συμβαίνῃ;… τώρα ’θυμοῦμαι… Θὰ εἶνε ἴσως ἕνας ἐλεεινός, ἕνας τιποτένιος, ποῦ τῇς προάλλαις εἶχε τὴ τόλμη, ὁ ἀχρεῖος, νὰ βρῇ τὴν ὑπηρέτριά μας ’ς τὴν ἐξώπορτα καὶ νὰ τῆς ’πῇ πῶς νοστιμεύεται τὴ Θάλεια… ἀλλά, ἐννοεῖς, ἐκείνη τοῦ ἔκλεισε τὴ πόρτα καὶ τὸν ἔπτυσε… τὸν παλῃάνθρωπο ἀλήθεια κι’ ἀπ’ ἀλήθεια!… Ἔννοια του! καὶ θὰ τὸν κάμω ἐγώ!..

— Ἄ! μὰ τώρα ἐξηγοῦνται ὅλα… λέω κ’ ἐγὼ πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ κάμετε τέτοιους γάμους…

— Βεβαιότατα! τὰ διαδίδει διὰ νὰ μᾶς ἐκδικηθῇ!… τί ἄλλο;.. Ἆ! τὸν μασκαρᾶ!

— Καὶ νὰ ἰδῆτε τί λέει ποῦ νὰ φρίξετε σᾶς βεβαιῶ!… πῶς τάχα τὸν ’μπάζατε νύχτα-μέρα ’ς τὸ σπίτι γιὰ γαμπρόν… πῶς προχθὲς συνεννοηθήκατε νὰ τὸν μεθύσετε ’ς τὸ τραπέζι… καὶ τάχα πῶς τὸν πιάσατε ὕστερα διὰ τῆς βίας μὲ τὸ ῥεβόλβερ ’ς τὰ χέρια γιὰ νὰ τὸν στεφανώσετε… καὶ τὴν ὥρα ποῦ ὁ παπᾶς, ποὖταν κρυμμένος ’ς τὴν ἄλλη κάμαρα, ἄρχισε νὰ τοὺς εὐλογάῃ, αὐτὸς ’ξεμέθυσε… ἔμπηξε τῇς φωναῖς… καὶ μαζεύτηκαν οἱ κλητῆρες καὶ τὸν ἐγλύτωσαν ἀπὸ τὰ χέρια σας μισοστεφανωμένο…

— Ἆ τὸν ἄτιμον!…

— Ἐννοεῖς, κυρία Περδίκη, πῶς ἐγὼ δὲν τὰ πίστευσα αὐτὰ… Θεὸς φυλάξοι!… τέτοια πράγματα! μάλιστα ἔστησα καυγᾶ μὲ κἄτι ἄλλαις ποῦ καλὰ καὶ σώνει, ἐπέμεναν νὰ ὑποστηρίζουν…

[Καὶ ἡ κυρία αὐτὴ ἡτοιμάσθη νὰ διεκτραγῳδήσῃ ἐπὶ τὸ ῥητορικώτερον καὶ ἄλλα ἀκόμη πολλὰ ὅσα ἤκουσε σχετικὰ ἀπὸ τὰς κακὰς γλώσσας, τὰ ὁποῖα βέβαια αὐτὴ δὲν ἐπίστευσε, ἀλλά… διεκόπη αἰφνιδίως καὶ πρὸς μεγάλην της λύπην, διότι ἡ Θάλεια, ἡ ὁποία ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε κιτρινίσει ὡς νεκροκέρι, ἔρρηξε γοηρὰν κραυγὴν καὶ κατέπεσε λιπόθυμος ὀλολύζουσα… Ἡ κ. Περδίκη ἐσκέφθη νὰ τὴν μιμηθῇ καὶ ὀλίγου δεῖν νὰ μείνῃ κεραυνόπληκτος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πέριξ τῆς σκηνῆς ἐσχηματίζετο κύκλος περιέργων, ἡ κυρία Περδίκη, φρονίμως σκεφθεῖσα, συνεκράτησε τὰ ἐπαναστήσαντα νεῦρά της, καὶ ἀνέβαλε νὰ λιποθυμήσῃ ἅμα ἤθελον ἐπιστρέψει οἴκαδε.]

ΣΚΗΝΗ… ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ

[Ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ὥραν ἡ μουσικὴ παιανίζει. Πυκνοὶ ὅμιλοι περιπατητῶν ἐναλλὰξ ἀντιπαρερχόμενοι. Ὁ Ἀριστοτέλης Τερτίδης περίσκεπτος καὶ σκυθρωπός, βαδίζει ἀρρύθμως ἐπὶ τῶν πεζοδρομίων τοῦ κήπου. Ὄπισθέν του σπεύδει ἀσθμαίνων ὁ νέος Τηλέμαχος Περδίκης, ἀνεψιὸς τοῦ κ. Περδίκη, μετερχόμενος τὸν λόγιον νέον καὶ τὸν τελειόφοιτον τῆς Νομικῆς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐπίτιμος συνεργάτης πολλῶν διακοπέντων φύλλων, μέλος διαφόρων γνωστῶν καὶ ἀγνώστων συλλόγων, πρὸ πολλοῦ ὀνειροπολῶν νὰ διορισθῇ γραφεὺς εἰς κἀνὲν ὑπουργεῖον, ἀλλὰ μήπω διορισθεὶς καί ἑπομένως… ὀλίγον ἀντιπολιτευόμενος ἐπὶ τοῦ παρόντος, κτλ. κτλ. Μόλις διέκρινεν εἰς τὸ ἄκρον τῆς πλατείας τὸν Τερτίδην, ἔδραμεν εἰς καταδίωξίν του στρίβων τὸν μύστακα καὶ κραδαίνων τὴν ὀζώδη ῥάβδον του. Τὸν σταματᾷ ἀποτόμως, ἐνῷ ὁ Ἀριστοτέλης στρέφει βραδέως καὶ τὸν περιεργάζεται ἔκπληκτος καὶ οἱονεὶ ἐν ἀφαιρέσει]

— Τί ἀγαπᾶτε, κύριε;

— Σεῖς εἶσθε, σᾶς παρακαλῶ, ὁ δικηγόρος κ. Τερτίδης…;

— Μάλιστα… καὶ ὑμεῖς;

— Θά με μάθετε ὑστερώτερα… Δὲν μοῦ λὲς τοῦ λόγου σου, ποῖος σοῦ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ κάθεσαι νὰ διαδίδῃς δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ χίλιαις δυὸ ἀνοησίαις διὰ τὴν ἐξαδέλφην μου…

— Διὰ τὴν ἐξαδέλφην σας; ποία εἶνε αὐτή, σᾶς παρακαλῶ;

— Ποία εἶνε; εἶνε ἐκείνη ποῦ εἶχες τὴν ἀναίδειαν νὰ στείλῃς νὰ τὴν ζητήσῃς εἰς γάμον..

— Ἐγώ;