Απλή και καθαρεύουσα

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἁπλὴ καὶ καθαρεύουσα
Συγγραφέας: Γεράσιμος Μαρκοράς


Μὰ τὸν Ἀπόλλωνα,
θ' ἀποφασίσω
μία γλῶσσα βάρβαρη
να ξωστρακίσω.

Ποῦ τὴν ἀκάθαρτη
γυμνή της χάρη
ποτὲ δὲν ἔπλυνε
στὸ καλαμάρι.

Ποιός τὴν ἐσπούδαξε,
δίχως νὰ μάθῃ
ποὖναι στὴ φτώχεια της
γιομάτη λάθη;

Ποιός; ὦ Λογιώτατοι,
θὰ παραβάλῃ
τούτη τὴ δύστυχη
μ' αὐτὴ τὴν ἄλλη,

ποῦ ξεπετάχτηκε
ἀπὸ τὰ θεῖα
σοφά σας καύκαλα,
μὲ πανοπλία;

Γλῶσσα, ποῦ ἡ λέξη της
πότε εἶναι ξένη,
καὶ πότε τούρκικα
μουνουχισμένη·

πὤχει ἐλαττώματα
τόσα καὶ τόσα,
τὸ λέω μὲ θλίψη μου,
δὲν εἶναι γλῶσσα.

Ναί! - στὴ μελέτη της
κάθου κ' ἐργάσου,
μὲ δίχως πρόληψαις,
μὲ τὰ σωστά σου·

στὸ νοῦ θησαύριζε
λόγια καὶ τρόπους·
γράφε· κατάβαλε
μεγάλους κόπους·

τῆς φαντασίας σου
δεῖξε τὸν πλοῦτο...
Ἂς ἦναι· ἐξαίρετα!
Καὶ τί μὲ τοῦτο;

Αὐτὸ τὸ σύγγραμμα,
ποῦ σ' ἔχει ἀχνίσῃ,
κ' ἕνας ξεβράκωτος
θὰ τὸ νοήσῃ.

Τὰ βρωμοθήλυκα
ποῦ σὲ διαβάσουν,
ἂν εἶσαι μέτωρος,
θὲ νὰ γελάσουν.

Ἂν ἕνα ποίημα,
ἀνίσως μία
θλιμμένην ἔγραψες
μυθιστορία,

ἀκολουθῶντας σε
ἀγάλι 'γάλι,
— ὡς τέτοια πλάσματα
νἆχαν κεφάλι —

θὰ αἰσθανώντ' ἔρωτα,
θλίψη καὶ φρίκη·
θέλεις χειρότερο
μασκαραλίκι;

Οἱ χρόνοι, βέβαια,
δὲ φέρνουν σέβας,
οὔτε στὰ δύστυχα
παιδιὰ τῆς Εὔας.

Οὔτε σὲ πράματα
μικρὰ ἢ μεγάλα,
ποῦ τόπο δίνουνε,
γεννῶντας ἄλλα.

Δὲ μένει ἀσάλευτη
τ' ἀνθρώπου ἡ γνώμη·
ἀλλάζουν ἔθιμα,
θρησκείαις καὶ νόμοι·

λοιπὸν ἡ γλῶσσα μας
τί θ' ἀπογένῃ,
ἂν εἶναι ἀχώριστα
μ' αὐτὰ δεμένη;

Κἀνένας, ἔχοντας
μυαλὸ ἕνα δράμι,
μία τέτοια ἐρώτηση
δὲ θέλει κάμῃ.

Τὰ ζῶα, ποῦ ξέρουνε
νὰ μᾶς διδάξουν,
εἶδες τὴ γλῶσσα τους
ποτὲ ν' ἀλλάξουν;

Καθόλου· ὁ κάρλακας,
ἀφοῦ νοήσῃ
ὁπῶς τ' αὐλάκι του
θὲ νὰ γιομίσῃ,

τὴν ἴδια σήμερα
φωνάρα βγάνει,
ποὖχε καὶ ὁ κάρλακας
τ' Ἀριστοφάνη.

Ἄκου τὸ γάϊδαρο!
Μ' ἀγγέλου στόμα,
σὰν τοὺς προγόνους του
γκαρίζει ἀκόμα.

Κ' ἕνας ποῦ λίγδωσε
πλῆθος βιβλία,
ποῦ ξέρει σύνταξη
καὶ ὀρθογραφία,

ζητῶντας ὄνομα
σοφοῦ νὰ πάρῃ,
θἆναι χειρότερος
ἀπὸ γομάρι;

Ποτέ, Λογιώτατοι,
ποτὲ μία φράση
εὐκολονόητη
μὴ σᾶς λεικάσῃ.

Βαλθῆτε, κάμετε
- ὣς νὰ σᾶς γένῃ
τὸ ραχοκόκκαλο
περισπωμένη -

ἀπὸ τὴ γλῶσσα μας
νὰ λείψῃ ὁ βοῦρκος,
ὁποῦ τῆς ἄφηκε
Φράγγος καὶ Τοῦρκος,

καὶ στὴν ἀθόλωτη
γλυκειά της βρύση
μὲ ἀργὸ ξανάρεμα
ν' ἀνηφορήσῃ.

Ὅσοι βροντόφωνη
γυρεύουν φήμη,
καὶ δὲ σιχαίνονται
καὶ λίγο ἀσῆμι,

νὰ γύρουν γλήγορα
πρέπει στὴ θεία
τῆς καθαρεύουσας
ὀρθοδοξία.

Ἡ γλώσσαις – δύναται
'ς αὐτὸ νὰ σφάλλω -
σκοπό, μοῦ φαίνεται,
δὲν ἔχουν ἄλλο,

παρὰ τὸ νόημα
ν' ἀποσκεπάζουν,
καὶ μὲ τὸ δύσκολο
νὰ μᾶς γυμνάζουν.

Δὲν εἶν' ὠφέλιμο
στὸ συγγραφέα
νὰ βλέπῃς ξάστερα
κάθε του ἰδέα.

Μὲ φῶς ἀβέβαιο
συχνὰ τὸ μάτι
λέει καὶ τὸ τίποτα
πῶς εἶναι κἄτι.

Τάχα θὰ σ' ἄρεγε
πάντα νὰ μείνῃ
στὴ φύση ἀτάραχη
τερπνὴ γαλήνη;

Πάντα σὲ θάλασσα
μὲ δίχως ρέμα
νὰ ρίχνῃς εὔκολα
βαθυὰ τὸ βλέμμα;

Συχνὰ δὲν ἔλαχε
νὰ ἐπιθυμήσῃς,
μὲς τὸ μονότονο
γέλιο τῆς φύσης,

ρωμαντικώτερη
σκηνὴ κἀμμία,
μὲ μαῦρα σύγνεφα
καὶ τρικυμία;

Παρόμοιο θέαμα,
ποῦ σὲ μαγεύει,
ἡ καθαρεύουσα
τὸ προμηθεύει·

λὲς κ' εἶναι σίφωνας,
ποῦ, ἐνῷ γυρίζει,
μὲ πλῆθος φρύγανα
τὸ νοῦ γιομίζει·

χιονιὰ κατάψυχρη,
ποῦ δὲν ἀφίνει
λουλοῦδι μέσα μας
χλωρὸ νὰ μείνῃ·

τὰ πολυσύνθετα
λόγια, ποῦ πλέκει,
προσμοιάζουν – ἄκου τα!
μ' ἀστροπελέκι·

μὲς τ' ἀναλφάβητο
φτωχὸ κεφάλι
βροντοῦν, καὶ φέρνουνε
μία τέτοια ζάλη,

ποῦ κάθε ἀντίλαλος
παύει, καὶ ἀκόμα
χάσκουν οἱ ἀγράμματοι
μὲ τόσο στόμα.

Ναί· γιὰ πρωτάκουστα
λόγια, ὡς ἐκεῖνα,
θαρρῶ πῶς χάσκανε
καὶ στὴν Ἀθήνα,

ὅταν ὁ Ἡρόδοτος,
χωρὶς αἰτία,
στὸ δρόμο ἐφάφλιζε
τὰ ἐννιὰ βιβλία.

Στὴν Πνύκα, πέστε μου,
τὸ Δημοσθένη
ποῖοι τὸν ἀπείκαζαν;
- Οἱ προκομμένοι. -

Κ' οἱ πεζογράφοι μας,
κ' οἱ ποιητάδες
ὅλοι δὲν ἤτανε
καλαμαράδες;

Σὰν πόσοι ἁρπάζανε
κἀμμία τους λέξη;
Μία μόνη φράση τους;
- Λίγοι· πέντ' ἕξι. -

Πλὴν ζοῦνε σήμερα
καὶ βασιλεύουν·
φωτίζουν πνεύματα,
καρδιαὶς μαγεύουν·

καὶ τοῦτο τάχατες
γιατὶ συμβαίνει;
- Γιατ' εἶναι ἡ γλῶσσα τους
ἀπεθαμένη·

δασκάλων ηὕρεμα,
γλῶσσα μελέτης,
ὁποῦ δὲν ἔλαβε
ζωὴ ποτέ της. -

Γράφτε, Λογιώτατοι!
Κι' ἂς μὴ εὐτυχήσῃ
λαὸς τουρκόσπορος
νὰ σᾶς νοήσῃ·

γράφτε, καὶ τ' ἄψυχο
σοφὸ βιβλίο
ἂν πνέῃ κατάκαρδα
θανάτου κρύο·

κι' ἂν, ὡς τὸ πνεῦμα σας
τὸ βιό του ἀνοίγει,
φράση ὁλοζώντανη
κἀμμία ξεφύγῃ,

μὴν, ὦ φωστῆρες μου,
σᾶς φέρῃ ἐμπόδιο·
ἕν' ἀπαρέμφατο...
καὶ καταυόδιο.

Ἐγὼ – σὰν ἔλεγα
πῶς δὲ χρωστοῦμε
παρὰ νὰ γράφωμε
καθὼς μιλοῦμε·

ζητῶντας ἄκοπα
τὴν ἴδια γλῶσσα
πότε στὸν Ὄλυμπο,
πότε στὴν Ὄσσα·

στὸ Σοῦλι, στ' Ἄγραφα
'ς αὐτὰ τὰ μέρη
ποῦ στίχους κλέφτικους
βροντάει τ' ἀέρι· -

πῶς ηὗρα επάντεχα
- γειὰ ἰδέστε τρέλλα! -
Τυρταίους ἀγράμματους
μὲ φουστανέλα·

καὶ τὴν ἐλεύθερη
φτωχὴ τους Μοῦσα,
σᾶς λέω τὸ κρῖμα μου,
τὴν ἀγαποῦσα.

Ἂμ τότες ἔπασχα
σὰν ἀπὸ μία
γλωσσορωμαίικη
μονομανία·

τώρα, ποῦ μ' ἔγειαναν
τὰ προκομμένα
γερὰ κεφάλια σας,
χαρὰ 'ς ἐμένα!