Αισώπου Μύθοι/Πέρδιξ και γαλή

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


[...]

(variant version from Chambry's first edition)


Πέρδιξ καὶ γαλῆ



Πέρδικά τις πριάμενος τρέχειν οἴκῳ
ἀφῆκεν· ἡδέως γὰρ εἶχε τὸ ζῷον.
Κἀκεῖνος εὐθὺς κλαγγὴν ἐξ ἔθους ἄδων
πᾶσαν κατ᾿ αὐλὴν -- ἀκριβεία τῶν -- ᾔει.
Γαλῆ πρὸς αὐτὸν ἐπίβουλος ὡρμήθη,
καὶ πρῶτον εἶπε· Τίς μὲν εἶ, πόθεν ἥκεις;
Ἡ δέ· Ἠγόρασμαι, ἔφησεν, προσφάτως.
Ἐγὼ [χρόνον] τοσοῦτον ἐνθάδε διατρίβω
καὶ με ἔνδον ἔτεκεν ἡ μυοκτόνος [μήτηρ],
ἀλλ᾿ ἡσυχάζω καὶ προσέτι ἀνδύνω.
Σὺ δ᾿ ἄρτι πῶς ὠνητός, ὡς λέγεις, ἥκων,
παῤῥησιάζῃ, φησί, καὶ κατακρώζεις;
Πρόσφορος ὁ μῦθος πρὸς γέροντας εἰς τιμὴν προκριθέντας καὶ ὑπὸ τῶν αὐτῶν κατὰ φθόνον συνεγκλειομένους.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Κάποιος αγόρασε μιά πέρδικα κ την άφησε στο σπίτιτου να τρέχει όπου θέλει. Η πέρδικα έτρεχε πάνω κάτω στην αυλή κ μεγαλόφωνα λαλούσε. Τότε μιά γάτα του σπιτιού πλησίασε την πέρδικα με εχθρικές διαθέσεις κ της λέει: "ποιά είσαι εσύ, απο πού βρέθηκες εδώ;" - "Με αγόρασε ο νοικοκύρης αυτού του σπιτιού κ με έφερε εδώ" - "Ωστε έτσι!", απάντησε η γάτα, "εγώ μιά ζωή κατοικώ σ' αυτό το σπίτι, σε αυτό το σπίτι με γέννησε η μάναμου, πολύτιμη στο νοικοκύρη, γιατί έτρωγε τα ποντίκια. Κ ωστόσο κάνω ησυχία, ούτε ακούγομαι, ούτε φαίνομαι. Και εσύ αγορασμένη, που τώρα μόλις ήρθες, κ τολμάς να γυρίζεις πάνω κάτω μές την αυλή κ να φωνάζεις τόσο μεγαλόφωνα;"