Αισώπου Μύθοι/Όνος πατήσας σκόλοπα και λύκος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


[...]

(variant version from Chambry's first edition)


Ὄνος πατήσας σκόλοπα καὶ λύκος



Ὄνος πατήσας σκόλοπα χωλὸς εἱστήκει. Λύκον δὲ ἰδὼν καὶ φοβηθεὶς εἶπεν· Ὦ λύκε, ἀποθνῄσκω ἐκ πόνου· καλὸν δέ μοί ἐστι σοῦ δεῖπνον γενέσθαι ἢ γυπῶν καὶ κοράκων. Χάριν δὲ μίαν αἰτῶ σε, ἐξελεῖν τοῦ ποδός μου πρῶτον τὸν σκόλοπα, ὅπως μὴ μετὰ πόνου θνήξωμαι. Ὁ δὲ λύκος ἄκροις ὀδοῦσι τὸν σκόλοπα δακὼν ἐξεῖλεν. Ὁ δὲ λυθεὶς τοῦ πόνου, τὸν λύκον ἔτι χάσκοντα λακτίσας φεύγει, ῥῖνα καὶ μέτωπον καὶ ὀδόντας συγκλάσας. Ὁ δὲ λύκος ἔφη· Οἴμοι, δίκαια πάσχω, ὅτι μάγειρος εἶναι μαθὼν πρῶτον, νῦν ἱππίατρος ἐγενόμην.
Ὅτι τινὲς διπλοῖς κινδύνοις περιπεσόντες καὶ τοῖς ἐχθροῖς ὠφελεῖν πειρωμένοις δολίως ἀνταμοιβὴν κακὴν παρέσχον.

Στα νέα Ελληνικά[Επεξεργασία]

Ένας γάιδαρος πατησε ένα μεγάλο αγκάθι κ του μπήκε στο πόδι, δέν μπορούσε να το πατήσει, κ κούτσαινε. Σε εκείνη την κατάσταση, που δέν μπορούσε κ να τρέξει, είδε έναν λύκο κ φοβήθηκε. Λέει τότε στον λύκο: "Λύκε, έτσι όπως είμαι τώρα, πεθαίνω απο τον πόνο. Προτιμώ εσύ να με φάς παρά ποι γύπες κ τα κοράκια. Αλλα θα σου ζητήσω μιά χάρη, να μου βγάλεις απο την πατούσα αυτό το αγκάθι, για να πεθάνω χωρίς τον πόνο". Ο λύκος έπιασε το αγκάθι με τα δόντιατου, το τράβηξε κ το έβγαλε. Ο γάιδαρος, σάν ελευθερώθηκε απο το αγκάθι, δίνει μιά κλωτσιά στα μούτρα του λύκου κ του τσάκισε τη μούρη, δόντια, μύτη κ μέτωπο. Κ έτσι είχε την ευκαιρία ο γάιδαρος να τρέξει κ να φύγει. Κ ο λύκος είπε: "καλά να πάθω! αφού εγώ μόνο του χασάπη την τέχνη ξέρω, τί ήθελα να γίνω... ιππίατρος!".