Αθήνα (Σουρής)

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αθήνα
Συγγραφέας:
Ιανουάριος 1883.


Ὁ ἐθνικὸς μας ποιητὴς προχθὲς στὸν Παρνασσὸ
ἐπίγειο Παράδεισο μᾶς εἶπε τὴν Ἀθήνα,
στεφάνι μὲ τὴ λύρα του τῆς ἔπλεξε χρυσό,
τὴ στόλισε μὲ γιασεμιά, μὲ ρόδα καὶ μὲ κρίνα,
τὴν εἶπε γλυκοχάραγμα, τοῦ Γαβριὴλ λουλοῦδι
αἷμα Χριστοῦ, μετάληψι, τῶν τραγουδιῶν τραγοῦδι.

Πολὺ καλά... ὁ Ἀχιλλεὺς ἂς τὴν ἐγκωμιάζῃ,
εἰς τὸν Παράσχον ὁ καθεὶς τὰ πάντα ἐπιτρέπει.
Πρέπει συχνὰ σὰν ποιητὴς νὰ μᾶς ἐνθουσιάζῃ,
κι' ὅλα ἐμπρός του φωτεινὰ κι' ὡραῖα νὰ τὰ βλέπῃ.
Ὅμως ἐγώ, τί νὰ σᾶς πῶ... τὰ βλέπω κἄπως σκοῦρα
καὶ εἶναι μόνη μου χαρὰ ἡ γρίνια κι' ἡ μουρμοῦρα.

Ἂς καίῃ ὁ Παράσχος μας τἀναίσθητά μας στήθεια
μὲ τῆς παρθένου Μούσης του τὸν ἄσβεστον πυρῆνα
ἀλλ' ὅποιος ἀπὸ σᾶς ζητεῖ νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθεια,
ἂς ἔλθῃ νὰ τοῦ πῶ ἐγὼ ποιὰ εἶναι ἡ Ἀθήνα.
Ὁ Ἀχιλλεὺς τὴν ἔψαλλε, θαρρῶ, εἰς ἄλλη σφαῖρα,
κι' ἐγὼ δὲν τὸ ἐκούνησα στιγμὴ ἀπὸ δῶ πέρα.

Ἀθήνα... ξέρεις τί θὰ πῇ, πουλάκι μου, Ἀθήνα;
ἀπόπατος ἀπένταρος ἐν μέσῳ ἀποπάτων,
τραμπουκαριό, μαχαίρωμα, χοροί, σουπέδες, πεῖνα,
καὶ ἆσμα καθημερινὸν γαϊδουρινῶν ἀσμάτων.
Νοθείας καὶ καλπουζανιᾶς ἡ πρώτη ἐπιστήμη,
λημέρι κάθε κλεφτουριᾶς, τῶν ψοφημιῶν ψοφῆμι.

Ἀθήνα ξέρεις τί θὰ πῇ;... πνιγμὸς καὶ ἀηδία,
ἀπὸ σκουπίδια χίλια δυὸ ὡραῖο περιβόλι,
ἀσβέστωμα καὶ φανικοῦ ὀξέως εὐωδία,
ἀρρώστια, τῦφος κι' εὐλογιὰ χωρὶς γιατροὺς καὶ μπόλι.
Σβυσμένο γκάζι, ἐρημιὰ καὶ λάκκος ἀνοιγμένος,
δελτίον ἀστυνομικὸν, κλητῆρας κοιμισμένος.

Κι' ἂν ὁ Παράσχος σἂν ξυπνᾷ εὐθὺς τὸ νοῦ μυρόνει,
καὶ ἂν πατῇ στῇς πέτραις της καὶ κάνῃ Παρθενῶνες,
ἀλλὰ μυρόνω δὰ κι' ἐγὼ τὴ μύτη μου μὲ σκόνη
καὶ σχίζω τὰ παπούτσια μου σὲ μυτεραῖς κοτρώναις.
Πατῶ καὶ μὲς στῇς λάσπαις της, πατῶ καὶ μὲς στὴ σκόνη
καὶ κάνω μ' ἐνθουσιασμό... καινούργιο πανταλόνι.

Ἀθήνα ξέρεις τί θὰ πῇ;... ἀδιάκοπο τσιμποῦσι
ἐφημερὶς παντοτινή, σεμνὴ Γλωσσοκοπάνα,
Γαρούφω, Τρελλο-Μαριγώ, ποδάγρα τοῦ Μπουρδούση,
δοξολογία, ἐκκλησιὰ κι' αἰώνια καμπάνα.
Κυρίαις κλέφτραις, κίνησις κλητήρων κι' ἀστυνόμων,
καὶ ποῦ καὶ ποῦ πλακώματα ἱπποσιδηροδρόμων.

Ἀθήνα ξέρεις τί θὰ πῇ;... στὸν καφενὲ χουζοῦρι,
στὴ ντάλα τοῦ μεσημεριοῦ λωποδυτῶν ἀμάκες,
χρηματιστήριο, γροθιαῖς, κλεφτομεσίτου μούρη,
κοκόταις μὲς στῇς ἅμαξαις, παντιέραις, σακαράκαις.
Κηφηναριό, παράσημο, γαλόνι κάθε μῆνα,
αὐτὸ θὰ πῇ Ρωμαίϊκο, αὐτὸ θὰ πῇ Ἀθήνα.