Του μαγαζιού
Από Βικιθήκη
- Τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξι
- σε πράσινο πολύτιμο μετάξι.
- Από ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι,
- από αμεθύστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει,
- τα θέλησε, τα βλέπει ωραία· όχι όπως στην φύσι
- τα είδεν ή τα σπούδασε. Μες στο ταμείον θα τ’ αφίσει,
- δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής.
- Στο μαγαζί σαν μπει αγοραστής κανείς
- βγάζει απ’ τες θήκες άλλα και πουλεί — περίφημα στολίδια —
- βραχιόλια, αλυσίδες, περιδέραια, και δαχτυλίδια.