Ο γείτονας με το λαγούτο

Από Βικιθήκη
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο γείτονας με το λαγούτο
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ο νέος νοικάρης που είχεν ενοικιάσει την κάμαραν την μεσανήν, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος, είχεν ένα μεγάλο λαγούτο, μακρύ, πλατύ. Έκυπτε διά να ξεκλειδώσει την θύραν του, κρατών υπό μάλης το λαγούτο, το οποίον έψαυε το έδαφος.

Ποτέ δεν ήρχετο ωρισμένην ώραν εις το δωμάτιόν του. Πότε πολύ ενωρίς, πότε πολύ αργά, άλλοτε έλειπεν όλην την νύκτα κι εκοιμάτο την ημέραν. Πότε ήτον νηστικός, πότε εφαίνετο να είναι «αποκαής». Δεν είναι βέβαιον αν έπινε χασίς, φαίνεται όμως ότι έπινε πολύ ρακί. Ήτον Τουρκομερίτης. Ωνομάζετο Βαγγέλης.

Τα άλλα οικήματα, έξ-επτά δωμάτια χαμόγεια, εις γραμμήν, όλα παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν με σαθρούς τους τοίχους, κατείχοντο από διαφόρους. Υπήρχον δύο ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια με πέντε ή έξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζώσα κατά το φαινόμενον ολομόναχη· και το μέσα δωμάτιον εις τον μυχόν της αυλής κατείχεν η σπιτονοικοκυρά κυρα-Γιάνναινα, χήρα με την κόρην της, την Δημητρούλαν. Η μάνδρα με τα πενιχρά οικήματα έκειτο εις τινα πάροδον, ανάμεσα στου Ψυρρή και στου Τάτση.

Όταν επαρουσιάσθη εις την σπιτονοικοκυράν ο Βαγγέλης διά να ενοικιάσει το δωμάτιον, επαρουσιάσθη ως μπεκιάρης και ως μέλλων να ζει μοναχός του. Ύστερ’ απ’ ολίγας ημέρας της λέγει έξαφνα, ότι έχει μίαν γυναίκα και σκέπτεται να την φέρει εδώ. Η κυρα-Γιάνναινα αμέσως υπώπτευσεν, ότι θα είχε καμμίαν «λεγάμενη».

— Αυτά δεν τ’ ακούω εγώ, του λέγει· εσύ μου είπες πως είσ’ εργένης· για εργένη σ’ έβαλα. Αν εννοείς να μου φέρεις εδώ καμμιά παστρικιά, πολύ σε παρακαλώ να μου αδειάσεις την κάμαρα … σαν τελειώσει ο μήνας που έχεις πληρώσει.

Την νύκτα, όταν ήρχετο κάποτ’ ενωρίς, προ του μεσονυκτίου, συνήθως δεν είχεν ύπνον. Ήναπτε το φως, επεριπάτει, εξηπλώνετο στο κρεβάτι κι ελιανοτραγουδούσε ή τούρκικα ή ντόπια κουτσαβάκικα:


Βασίλω μ’, κάτσε φρόνιμα,

σαν τ’ άλλα τα κορίτσια…


Ρήνα μου, Κατερίνα, μη φαρμακώνεσαι,

σου δίνω το βοτάνι…


Είτα εμονολόγει επί ώραν πολλήν, ολίγας δε απεσπασμένας φράσεις κατώρθουν ν’ ακούουν οι γείτονες.

Μωρέ κόσμος, ντουνιάς ! … μπεκιάρης, σου λέει ο άλλος … Μην έχεις, λέει, καμμιά λεγάμενη; … Σ’ ερωτώ εγώ, κυρά μου, τι έχετε σεις, και τι κάνετε σεις; … Ο κόσμος είναι τροχός, ρόδα που γυρίζει, κυρά μου … μπου ντουνιά τσαρκ φελέκ! … Έννοια σου, εγώ, μωρή, δε σ’ αφήνω, δε σ’ απαρατάω˙ εσκί ντοστ ντουσμάν ολμάζ! … Παλιός φίλος, οχτρός δε γένεται. Έννοια σου, κι η τιμή τιμή δεν έχει … Είναι τιμημένες, λέει, τιμημένες, κυρά μου … Κι έχει τιμολόγιο, μαθές, η τιμή; Μια γροσάρα, ένα μπεσλίκι, ένα εξάρι, ένα εικοσάρι, μια λίρα, ως πόσα έχει; Ένα λιμοκοντόρο, ένα διπλό, ένα τάλλαρο, ένα εικοσιπεντάρικο, ένα κατοστάρικο, παραπάνω, πόσα έχει; … Να σου πω εγώ πόσα έχει … Εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες χάρτινες δραχμές η αρχόντισσα της Αθήνας, εκατό χιλιάδες λίρες η αρχόντισσα της Πόλης, η πιο μεγάλη χανούμισσα, ένα εκατομμύριο λίρες η εφτακρατόρισσα, δέκα εκατομμύρια η Σουλτάνα … Αυτό είναι το τιμολόγιο! …

Επί τινα λεπτά έπαυε ν’ ακούεται η φωνή του. Είτα και πάλιν ήρχιζε να μονολογεί:

— Έχουν αξία όλα τ’ άλλα πράγματα, κυρά μου, εις έναν κόσμο, που μόνον οι παράδες έχουν τιμή; … Αχ! κεφάλι, κεφάλι, που θέλεις χτύπημα στον τοίχο αυτόν τον ραγισμένο, στο ντουβάρι, αυτό το μουχλιασμένο, το βρώμικο … Πότε θα βάλεις γνώση; … Έπρεπε να ζει διακόσια, πεντακόσια χρόνια ένας άνθρωπος, για να μπορέσει να καταλάβει καλά τον κόσμο… Σαν ξαναγένω νύφη, ξέρω και καμαρώνω … Καλά το λεν οι Αγάδες εκεί πέρα — μωρέ, πού είστε, τ’ άγια χώματα; … Του Ρωμιού η γνώση ύστερα έρχεται … Γιουννανίν ακίλ σοραντάν γκελίορ!



Μίαν πρωίαν η κυρα-Γιάνναινα, καθώς εξήλθε πρωί-πρωί, είδε να ξεμυτίζει απ’ την πόρτα του Βαγγέλη ένα κεφαλάκι μικρό, ξεσκούφωτο, με κάτι κορδέλες και φιόγκους στα μαλλιά, ν’ ανεμίζει ένα φουστανάκι, και να γλιστράει εις το χαλικόστρωτον της αυλής έδαφος και να φεύγει ως αστραπή. Της εφάνη να ήτον μία γυναικούλα, σουφρωμένη, μικρόσωμος, σχεδόν γριούλα.

Τότε έκαμεν αυστηράς παρατηρήσεις εις τον Βαγγέλην. Αυτής δεν της χρειάζονται τα τοιούτα. Δεν ανέχεται να κακοσυστηθεί στην γειτονιά το σπίτι της. Και θα της κάμει την χάρη να της αδειάσει την γωνιά.

Η νοικάρισσα, η Κατερνιώ η Πολίτισσα, κάτοχος του δευτέρου δωματίου καθώς έμβαινες από την αυλόπορτα, ήτον θαρρετή κι ελεύθερη γυναίκα. Είχεν αρχίσει να χωρατεύει ολίγον με τον Βαγγέλην, άκακα να τον πειράζει. Μίαν πρωίαν, καθώς έβγαινεν εκείνος με το λαγούτο από την κάμαρη, του ήρπασε με θάρρος το λαγούτο, το ακούμβησεν επί του βραχίονός της, κι εδοκίμαζε με το πλήκτρον να βγάλει φωνάς.

— Έ! καημένε, κυρ Βαγγέλη! … δεν είσαι και συ, κανένας μερακλής … δεν σ’ ακούσαμε καμμιά βραδιά να μας παίξεις κι εδώ τίποτα … Είναι καμπόσοι βιολιτζήδες τόσο μερακλήδες, που καλύτερα παίζουν μονάχοι τους, όταν τους έρχεται το κέφι, παρά όταν τους δίνουν οι άλλοι παράδες.

— Ησύχασε, κυρά μου, κι ο λύκος τη φωλιά του δεν τη μολύνει ποτέ! … Εδώ η κυρα-Γιάνναινα, δεν της αρέσουν τα παιγνίδια, μήτε τα λαλούμενα.

Η Κατερνιώ έβαλε το λαγούτο πλάγιον επί του στέρνου της, κι έκαμνε τάχα πως το παίζει.

— Άφησέ το, κυρά μου, μη το καταπιάνεσαι! … Δεν είναι για τα χεράκια σου…

Όταν ο Βαγγέλης, την νύκτα της ιδίας ημέρας, ευρέθη ότι είχε πίει πολύ ρακί και κρασί, τότε ενθυμήθη την πρωινήν μικράν σκηνήν με την Κατερνιώ, την ζωντοχήραν, και φαίνεται ότι έδωκε την ερμηνείαν, την οποίαν ήθελε να δώσει σύμφωνα με τους καπνούς της ώρας εκείνης.

Επανήλθε διά να κοιμηθεί την μίαν μετά τα μεσάνυκτα. Καθώς εμβήκεν από την αυλόπορταν, εστάθη παρά την δευτέραν θύραν και κατ’ αρχάς εγρουτσάνισε δύο ή τρεις φθόγγους με το πλήκτρον επί του λαγούτου, είτα με τους όνυχας ήρχισε να γρουτσανίζη και την σανίδα της θύρας.

— Άνοιξε, Μαριώ μ’, την πόρτα! … Έ ! Κατερνιώ μ’! άνοιξε.

Η Κατερνιώ, ή εκοιμάτο, ή έξυπνη ήτο, δεν έδωκεν απάντησιν. Ο Βαγγέλης ήρχισε να μονολογεί έξωθεν της θύρας:

— Ξένοι στα ξένα, κυρά μ’ ! ξενάκια όλοι είμαστε. «Πού να καθίσω, να ξενυχτίσω;» … Αχ! Είναι κακός ο κόσμος, κυρά μ’ ! δεν μπορεί να πει κανείς τον πόνον του! … Σεβντάς, άχτι, καημός, μαράζι, ντέρτι, μεράκι, βάσανο, κυρά ’μ! … «Σ’ αφήνω την καλή νυχτιά, πέσε γλυκά κοιμήσου! Και στ’ όνειρό σου! …»

Ούτε φωνή, ούτε ακρόασις. Ο Βαγγέλης απεχώρησεν· ήνοιξε την ιδίαν θύραν του, δύο πόρτες παραπέρα, κι έμεινεν άγρυπνος, μονολογών, μορμυρίζων και σιγοτραγουδών, ως το πρωί.

Είτα εκοιμήθη έως το μεσημέρι. Όταν εξύπνησεν, ήκουσε την Κατερνιώ απ’ έξω να διακωδωνίζει προς τας άλλας γειτονίσσας το συμβάν της νυκτός, ως κωδωνοφόρος αρετή, είδος κροταλίου. Και πάλιν, αν ήτο βεβαία ότι κανείς άλλος δεν είχεν ακούσει, είναι αμφίβολον αν θα έλεγε τίποτε.

Αλλ’ η υπόληψίς της, βλέπετε, και το «ο κόσμος είναι κακός», την έκαμνον να θορυβεί.

Ο Βαγγέλης από το δωμάτιόν του ήκουε την φωνήν της Κατερνιώς, ήτις διεμαρτύρετο λέγουσα :

— Και ποια είμ’ εγώ ! … Θάρρεψε πως ήμουν καμμιά σαν τα μούτρα του, ο χαμένος! … Αν δεν του σπάσω το κεφάλι του, να το κάμω μακρουλό και κούφιο και πλακαρό, σαν το λαγούτο του, να μη με λένε Κατερνιώ.

Ο οργανοπαίκτης, αισθανόμενος μεγάλην καρηβαρίαν, συνάμα δε και φόβον κι εντροπήν, δεν εξήλθεν ως το βράδυ. Σαν ενύκτωσε και δεν ήκουε πλέον φωνάς, ούτε πατήματα έξωθεν της θύρας του, απετόλμησε να εξέλθει.

Η κυρα-Γιάνναινα, η οποία, φαίνεται, τον παρεμόνευε, τον σταματά και του λέγει:

— Αύριο, το δίχως άλλο, να βρεις κάμερα, να κουβαλιστείς ! … Ας μην ετελείωσε κι ο μήνας ! … καλύτερα έχω να σου δώσω πίσω τα λεπτά, όσα κάνει για τις μέρες του μηνός που μένουνε. Δεν θέλω εγώ ιστορίες μες στο σπίτι μου, ακούς; …

— Να βρω κάμερα και φεύγω, κυρά ! …

Δεν επρόφθασε να τελειώσει τον λόγον, και, πατ, κιούτ ! του έρχονται δύο κατακεφαλιές εκ των όπισθεν. Η Κατερνιώ, με ελαφρόν βήμα, είχε πλησιάσει εκ των νώτων, κι εννοούσε να εκδικηθεί διά την προσβολήν.

— Φχαριστώ, κερά μου … μη χειρότερα !

Ο Βαγγέλης εφυλάχθη, προέτεινε το λαγούτο ως ασπίδα και η οργίλη γυνή δεν επρόλαβε να του καταφέρη άλλην.

— Θέλησα να σου κάμω μια πατινάδα, κυρά μου· μονάχη σου το ζήτησες … είπες, γιατί να μην παίζω όταν είμαι μονάχος, όπως κάνουν οι μερακλήδες. Εγώ σου είπα, με το λαγούτο να μην καταπιάνεσαι.

Άπορον πώς είχε τόσην ετοιμότητα. Ίσως να είχε προμελετήσει την απόκρισιν ταύτην, κατά τας ώρας της μοναξίας.



Την νύκτα δεν επανήλθεν ο Βαγγέλης και καθ’ όλην την επιούσαν, είτε ηρεύνα είτε όχι διά να εύρει δωμάτιον, δεν εφάνη. Την εσπέραν, αφού ενύκτωσε, παρουσιάζεται έξαφνα μία γυνή, άγνωστος εις τους εν τη οικία, ευρίσκει την σπιτονοικοκυράν και την κόρην της εν υπαίθρω εις την αυλήν και λέγει «καλησπέρα».

Είτα ερωτά:

— Εδώ κάθεται ο Βαγγέλης, ο λαουτιέρης ;

Η κυρα-Γιάνναινα αργά-αργά απήντησεν:

— Εδώ κάθεται, μα αύριο θα φύγει, θα κουβαλισθεί.

— Απόψε θα έρθει ;

— Δεν ξέρω.

— Γιατί ; Πώς γίνεται, να μην έρθει να κοιμηθεί;

— Δεν ξέρω, χριστιανή μου· δεν έχω την έννοια του.

— Δεν είσαι τουλόου σου, η σπιτονοικοκυρά ; Και πώς γίνεται να μην ξέρεις; Τρέχει, μαθές, τίποτε ;

— Κάτι πολλά ρωτάς, κυρά, μας σκότισες, είπε λαβούσα τον λόγον η Δημητρούλα, η κόρη της Γιάνναινας.

— Σώπα συ, την επέπληξεν η μάννα της.

— Θέλω να τον περιμένω εδώ, ως που να ’ρθει, είπεν η ξένη.

Αι γυναίκες δεν απήντησαν.

— Εγώ είμ’ εξαδέλφη του, προσέθηκεν η νεωστί ελθούσα.

— Δεν μας μέλει πως είσαι ξαδέρφη του, εμορμύρισεν η Δημητρούλα.

— Τι είπες, κυρά ;

— Τίποτε.

— Λοιπόν, σας πειράζει τίποτε, να καθίσω εδωδά να τον περιμένω; Η Γιάνναινα έσεισε τους ώμους.

— Ποια είναι η κάμαρή του, σας παρακαλώ;

Η Γιάνναινα διά χειρονομίας της έδειξε την θύραν του δωματίου του οργανοπαίκτου. Η ξένη ελθούσα εκάθισεν εκεί, εις το κατώφλιον.

— Μαμά, πες της να πάει από εκεί που ’ρθε, υπέβαλεν η Δημητρούλα εις την μητέρα της· εμείς τον έχουμε για διώξιμο αύριο, και θα μας κουβαλά εδώ τις ξαδέρφες του! …

Η γραία ήτον συλλογισμένη.

— Μα δεν ετελείωσε ο μήνας για να κλείσει το νοίκι .. Τι να κάμω, ξέρω κι εγώ; … Θέλεις να τρέχουμε στις αστυνομίες; … Όποιος έχει κάμαρες και νοικιάζει, τον μπελά του βρίσκει … έχει να κάμει με λογιών-λογιών ανθρώπους, κορίτσι μου …

Η νεωστί ελθούσα εκράτει μικράν δέσμην, την οποίαν δεν είχεν ιδεί τέως η Γιάνναινα και η κόρη της, επειδή η ξένη την είχεν αποθέσει, κατά συγκυρίαν ίσως και χωρίς να ξεύρει, ακριβώς πλησίον της κλειστής θύρας του Βαγγέλη. Είτα, όταν εκάθισεν εις το κατώφλιον, ετράβηξε την δέσμην ταύτην πλησιέστερος προς εαυτήν.

Η Δημητρούλα είδε το κίνημα, κι εψιθύρισεν εις την μητέρα της. Τότε η Γιάνναινα :

— Άκουσε να σου πω, κυρά, εφώναξε· βλέπω κι έχεις ρούχα· μην είσαι για ξενύχτι απόψε εδώ; … Δεν έχουμε κανένα χάνι εμείς! … Αλλού να κοπιάσεις! … Τον εξάδερφό σου, τι τον έχεις, τον έχουμε για ξύσιμο αύριο …

Η γυνή μετά τινα σιωπήν απήντησε :

— Δεν ξέρω κι εγώ, αν θα κοιμηθώ απόψ’ εδώ ή όχι! … Ο ίδιος θα μου πει… Εγώ τα ’χω αλλού τα ρούχα μου … Αυτά που βλέπεις δεν είναι ρούχα … Να τον ιδώ μόνο και μπορεί να με οδηγήσει αλλού να φύγω …

— Δεν είναι ρούχα, αμμή, τι είναι; εφώναξεν η Δημητρούλα.

Η ξένη δεν απήντησεν εις τούτο, μόνον επέφερεν:

— Εγώ δεν θέλω να σας παραβαρύνω, κυρά· εγώ δεν είμαι κακή γυναίκα. Λυπούμαι αν δεν τα ’χετε καλά με το Βαγγέλη, αλλά τι φταίω εγώ;

Πράγματι, εκείνο το οποίον εφαίνετο ως δέσμη ήσαν τέσσαρες ή πέντε όρνιθες και πετεινοί, δεμένοι από τους πόδας, και τυλιγμένοι εις μέγα πλατύ ράκος. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ο κλωγμός των ορνίθων.

— Μαμά, κόττες έχει! είπεν η Δημητρούλα.

— Α! ήρθες, βλέπω, με τις κόττες σου, κυρά.

Την ιδίαν στιγμήν εφάνη εις το σκότος και εις την ασθενή ανταύγειαν του νυσταλέου φανού του δρομίσκου η σκιερά μορφή του Βαγγέλη, εισελθόντος από την αυλόπορταν.

— Α! καλώς σε ηύρα, εξάδερφε, εφώναξεν η ξένη, πάραυτα αναγνωρίσασα αυτόν.

Ο Βαγγέλης με λίαν ταπεινόν ήθος και τρόπον εξηγήθη δι’ ολίγων λέξεων ότι η ελθούσα είναι πράγματι εξαδέλφη του, ότι ηναγκάσθη να ξενοικιάσει το δωμάτιον, όπου εκατοικούσεν, επειδή είναι διά ταξίδι, αύριον ή μεθαύριον, και η σπιτονοικοκυρά της είχε σπεύσει να το προενοικιάσει, ότι τα ρούχα της δεμένα τα έχει αφήσει εις φιλικήν οικίαν και ότι, αφού κι αυτός, άμα εύρει δωμάτιον θα μετοικήσει, ας επιτρέψει η κυρα-Γιάνναινα να μείνει κι η εξαδέλφη του μίαν νύκτα εδώ· εάν πάλιν η κυρα-Γιάνναινα επιμένει ότι πρέπει να φύγη αυτός, πριν τελειώσει ο μήνας, αύριον, χωρίς άλλο, θα εύρει δωμάτιον και θα φύγει, κι αυτός κι η εξαδέλφη του. Μια βραδιά είν’ αυτή.

Η Γιάνναινα σχεδόν συνεκινήθη από τον ταπεινόν τρόπον του Βαγγέλη, αλλά δεν ήθελε να το δείξει· ίσως επειδή ενόμιζεν ότι δεν αρμόζει εις μίαν οικοκυράν, οπού έχει σπίτια κι ενοικιάζει, να φαίνεται δεικνύουσα συμπάθειαν προς εκείνους οι οποίοι «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα», καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες του δρόμου.

— Τι να κάμουμε, πλέον ! … είπε με στρυφνόν τρόπον.

Αλλ’ ο τρόπος αυτός δεν ήρεσεν εις τον Βαγγέλην, όθεν ούτος έσπευσε να προσθέσει :

— Ξέρεις, απ’ το νόμο δεν έχεις κανένα δικαίωμα, τα γνωρίζω εγώ αυτά, ας είμαι και Τουρκομερίτης … Όσο δικαίωμα έχω εγώ να εξετάζω ποιοι και πόσοι έρχονται στο σπίτι σου και τι τους έχεις, αν είναι γενιά σου ή όχι, άλλο τόσο έχεις και συ να εξετάζεις ποιόν μπάζω στην κάμαρα, αφού το νοίκι σού το ’χω πληρωμένο. Μπορείς μόνον έξωση να μου κάμεις, με προθεσμία … Μα εγώ σε παρακαλώ με το γλυκό, επειδή πλιότερο ψωμί τρώεται με το μέλι, που λέγει ο λόγος, για να ’μαστε εξηγημένοι φιλικώς … Κι αν εσφάλαμε πάλι κι εμείς, συμπαθάτε μας και Θεός σχωρέσ’ σας.




Η ξένη, η νεοφερμένη, όσον ολίγον και αν την είδεν η Γιάνναινα εις το σκότος, εις την ανταύγειαν του φανού της οδού, καθώς ήτον ανοικτή η αυλόπορτα, δεν ήτον, ήτο βεβαία η Γιάνναινα, η ιδία με την γυναικούλαν εκείνην, την μισόγριαν και σουφρωμένην, που είχεν ιδεί να βγαίνει ένα πρωί, με ανεμίζον το φουστανάκι της, από την πόρταν του Βαγγέλη. Εν τούτοις, ούτε αυτή, ούτε η Δημητρούλα, η κόρη της, ούτε οι δύο νοικάρισσες, επίστευσαν εις την εξαδερφοσύνην της.

Εγκατεστάθη μέσα εις το χαμόγειον του Βαγγέλη, και δεν έφυγεν ούτε την επιούσαν, ούτε την μεθεπομένην, ούτε την άλλην ημέραν. Πάντοτε έλεγε πως θα φύγει αύριον, και το αύριον δεν είχε ποτέ τελειωμόν. Ωμιλούσε δια τα ρούχα της, διά τα έπιπλά της, τα οποία είχεν ακουμβημένα προσωρινώς εις ένα σπίτι, και θα πάει να τα πάρει, και πού να τα βάλει, και πού να τα κουβαλά … και θα φύγει αύριον διά ταξίδι … Τα ίδια επεβεβαίωνε και ο «εξάδελφός» της ο Βαγγέλης.

Η κυρα-Γιάνναινα καθημερινώς σχεδόν τού υπενθύμιζεν ότι πρέπει να εύρει δωμάτιον να φύγει· ετελείωσεν ο μήνας, ο προπληρωμένος, και σαν ήρχισεν ο δεύτερος, ο άνθρωπος με το λαγούτο εδικαιολογείτο λέγων ότι δεν πληρώνει, επειδή θα μετοικήσει, και επιφυλάσσεται να πληρώσει μόνον τις μέρες, οπού θα έκαμνεν να δίδει την ημέραν, καθ’ ην έμελλε να μετακομισθεί εις άλλο οίκημα.

Κατ’ ευτυχίαν το δωμάτιον είχεν έν μικρόν υπόγειον, πολύ ρηχόν, μισό μπόι το βάθος, με μίαν κλαβανήν. Εκεί κάτω έβαλεν η ξένη τις κόττες της, να κατιάσουν. Είπεν ότι ονομάζεται κυρα-Σταυρούλα. Εκείθεν κάθε βράδυ, κάθε μεσάνυκτα και κάθε πρωί, σχεδόν πάσαν ώραν τής νυκτός και τής ημέρας, ελαλούσαν βραχνοί και μεγαλόστομοι οι δύο πετεινοί. Σχεδόν δεν άφηναν κανέναν νοικάρην να χορτάσει τον ύπνον, τόσον δυνατά και τόσον συχνά ελαλούσαν. Κι οι κόττες ανάμεσα εκακάριζαν. Κι οι δύο πετεινοί με τις τρεις κόττες ετρέφοντο κι επάχυναν καλά εκεί μέσα.

Η κυρα-Σταυρούλα δεν τας άφηνε ποτέ να εξέρχονται εις την αυλήν. Κι η ιδία δεν εξήρχετο ποτέ να κάμει τρία βήματα ως την αυλόπορταν, διά να ψωνίσει τίποτε από κανένα γυρολόγον ή μανάβην, χωρίς να κλειδώσει καλά την θύραν, και να βάλει το κλειδί εις την τσέπην της.

Αι τέσσαρες γυναίκες, η σπιτονοικοκυρά μαζί με την κόρην της, η Κατερνιώ η ζωντοχήρα, κι η κυρα-Μήτραινα, η μήτηρ της μισής δουζίνας παιδιών, έκαμαν μέγαν συνασπισμόν και σταυροφορίαν εναντίον της Σταυρούλας. Δεν επίστευον εις την εξαδερφοσύνην της, την εσκυλόβριζαν, την έλεγαν ότι είναι κι αυτή μια «από κείνες». Δεν την άφηναν να προκύψει εις την θύραν, χωρίς να ζητήσουν να εύρουν αφορμήν καυγά εναντίον της. Τέλος απαιτούσαν να ξεκουμπισθεί, να τους αδειάσει την γωνιά, να ξεβρωμήσει απ’ εκεί αυτή κι οι κόττες της.

Ο εξάδελφός της, πότε ήρχετο την νύκτα, πότε έλειπεν. Αυτή του έκαμνε παράπονα κατά της οικοκυράς και των γειτονισσών.

— Τι κόσμος είν’ αυτός, καλέ ;

Ο Βαγγέλης πότε εμορμύριζεν εναντίον των, πότε εσιώπα. Συνήθως είχε το λαγούτο υποκάτω από την μασχάλην του, καθώς υποκάτω από τα σκέλη του ο σκύλος την ουράν.

Μίαν εσπέραν, ότε έγινε ραγδαιοτάτη και διαρκής βροχή, η στέγη όλων των σαθρών χαμογείων διέρρευσε. Το πάτωμα έγινε λίμνη. Όλων τα οθόνια εβράχησαν. Ο Βαγγέλης έλειπε την νύκτα. Ήλθε το πρωί, ευρίσκει το στρώμα και τα σκεπάσματα της κλίνης όλα βρεγμένα, και αρχίζει πικράν επίπληξιν κατά της εξαδέλφης του.

— Μήπως και τα δικά μου δεν θα βράχηκαν τάχα, εκεί που βρίσκονται; είπε μεγαλοφώνως, ίσως διά να την ακούουν έξω, η Σταυρούλα. Να, και το παπλωματάκι μου, κοίτα, πώς έγινε!

Ευρέθη να έχει πάπλωμα, ενώ όταν επρωτοήρθε δεν είχεν άλλο τίποτε παρά τις κόττες. Αλλά φαίνεται ότι ο εξάδελφός της τής είχε φέρει από άγνωστον μέρος, εν τω μεταξύ, αυτό το πάπλωμα.

Από την ημέραν εκείνην ήρχισε μεγάλη γρίνια και φαγούρα μεταξύ του Βαγγέλη και της εξαδέλφης του. Την άλλην ημέραν την παρεκάλεσεν αποτόμως να φύγει, τέλος πάντων, επειδή κι αυτός θέλει να φέρει εδώ «την γυναίκα του», να ζήση σαν άνθρωπος, να νοικοκυρευθεί.

Τότε η Σταυρούλα, παραδόξως, επεκαλέσθη την υποστήριξιν των άλλων γυναικών, των τέως ασπόνδων πολεμίων της. Σαν ήκουσαν εκείναι ότι την διώχνει, διά να φέρει την «λεγάμενη», (η οποία, καθώς εσυμπέραινε μετά μεγάλης πιθανότητος η Γιάνναινα, θα ήτον εκείνη την οποίαν είχεν ιδεί να προβάλλει μίαν πρωΐαν από την πόρταν του Βαγγέλη), έγιναν «το ένα τους» μαζί με την Σταυρούλαν, κι εκήρυξαν πόλεμον κατά του Βαγγέλη και των σχεδίων του. Τώρα διά πρώτην φοράν επηγγέλοντο ότι επίστευον εις την συγγένειαν της Σταυρούλας.

— Ακούς! να διώχνει, ο πρόστυχος, την εξαδέλφη του, για να μας κουβαλήσει εδώ την παλιοπατσαβούρα ! …

Όθεν, μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο λαγουτιέρης, βλέπων ότι «ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται», εμάζωξε τα ρούχα του, επήρε την κασσελίτσαν του στον ώμον, το λαγούτο του υπό την μασχάλην, κι επήγε να βρει, «την γυναίκα του, να νοικοκυρευθεί».

Τώρα έμεινεν η Σταυρούλα κυρίαρχος του δωματίου. Η ειρήνη εφαίνετο πλέον βεβαία εντός της αυλής. Πλην αμέσως, την άλλην ημέραν, η Γιάνναινα κι η κόρη της, η Μήτραινα, η Κατερνιώ, όλαι ευρούσαι ως πρόφασιν το σκούπισμα της αυλής, το λάλημα των πετεινών, ή οτιδήποτε, ήρχισαν πάλιν σφοδροτάτην καταφοράν εναντίον της ξένης.

Ποτέ αυτή δεν ήκουσε τ’ όνομά της. Όλα τα παρεγκώμια, όσα δεν υπήρχον εις κανέν εκδεδομένον λεξικόν, της έρριπτον κατάμουτρα.

— Η κοτταρού, η κοκοτταρού, η κοκουρού ! … η χαρχαλού, η πετειναρού !... η μουρλουλού, η ζουρλουλού !...

Και όλος ο ατελείωτος ορμαθός των εις «ού».

Την παρίστων μόνον ως αποτυχούσαν ερωμένην του λαγουτιέρη, η οποία δεν μπόρεσε να τον βαστάξει πλησίον της, κι εκείνος τής έφυγε … και καλά που έκαμε !



Εν τοσούτω, μετ’ ολίγας ημέρας, φθίνοντος Σεπτεμβρίου η Σταυρούλα άδειασε το δωμάτιον, και φαίνεται ότι ανεχώρησε πράγματι από τας Αθήνας. Δύο ή τρεις ημέρας πριν φύγει οι πετεινοί δεν είχον ακουσθεί εις την αυλήν. Ολίγον μετά την αναχώρησίν της συναντά ο Βαγγέλης πλησίον εις την Βλασσαρού, όπου μετώκησεν, ένα από τους νοικάρηδες της κυρα-Γιάνναινας και του λέγει :

— Η δασκάλα πήρε τον διορισμό της, και μας έφυγε … πάει στα χωριά του Βόλου … Είδες δα, κι εκείνη η Γιάνναινα, κι οι άλλες εκεί, τι κόσμος ! Πώς την εσκυλόβριζαν άδικα την καημένη.

Τότε μόνον διά πρώτη φοράν ηκούσθη ότι η «πετειναρού» ήτο δασκάλα. Ο άνθρωπος ακούσας είπεν αφελώς μέσα του :

— Α! ήτον δασκάλα! … Γι’ αυτό είχε τους κοκόρους! Σε κανένα Τμηματάρχη θα τους κουβάλησε.