13 Σονέττα

Από Βικιθήκη
(Ανακατεύθυνση από 13 Σοννέτα)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
13 Σοννέτα
Συγγραφέας: Μάρκος Τσιριμώκος
Δημοσιευμένο με το ψευδώνυμο «Στέφανος Ραμάς»




ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΑΜΑ






13


ΣΟΝΕΤΤΑ








Εκδοση του Λογοτεχνικου Περιοδικου
ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1916.

ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ
ΚΑΣΙΜΑΤΗ & ΙΩΝΑ • ΑΛΕΞΑΝΤΡΕΙΑ














Totus in illis













1

Οἱ κόσμοι οἱ μέσα κι οἱ ἔξω μου σωπᾶνε ἀλαφιασμένοι!
Σὰν τὸ θολὸ χεινόπωρο καὶ τῆς καρδιᾶς μου ὁ πόνος·
Καὶ βαρειὰ σέρνεται ὁ ἀργὸς κι ὁ μαραζιάρης χρόνος,
Ποὺ τ’ ἀραχνόπεπλα πυκνὰ τοῦ πόθου μας ὑφαίνει.
Μὰ λαγαρή, κι ἀπ’ τὰ μικρὰ κι ἀπὸ τὰ πάθη ξένη,
Πρόβαλε ἡ λύπη γέρνοντας, ὡς γέρνει ἐτιᾶς ὁ κλῶνος,
Καὶ πιὰ δὲν εἶμαι ὁ ἄφιλος καὶ στὴν ἐρμιά μου μόνος,
Μοῦ παραστέκει ἡ ἀδάκρυτη, μιὰν ὀμορφιὰ ταμένη.
Καὶ μέσ’ ἀπ’ τὶς κακοκαιριὲς καὶ πέρ’ ἀπὸ τὰ ξένα,
Πὼς θἄρθουν τὰ μαγιάπριλα ἡ λύπη ἂν δὲν ξανοίγει,
Τὴν ὁλογάληνη ματιὰ γέρνει στὰ περασμένα.
Κ’ ἐκεῖθε ἡ ἀγάπη ἁπλώνεται καὶ μὲ τὴ λύπη σμίγει
Κ’ αἶώνιες ἀδερφὲς οἱ διό, λές, ξαναγίνουνται ἕνα!
Καὶ μένα σφίγγει ἡ ἀπαντοχὴ σφιχτά, καὶ δὲ μὲ πνίγει.

2

Στὸ λόφο ποὺ μᾶς ἄρεζε νὰ μένομε μονάχοι
Κι ἡ σιγαλιὰ μᾶς χάϊδευεν ἁπαλινὰ τὰ μύχια,
Τώρα τὰ ὄρνια μὲ βραχνὲς κραξιὲς κι ἁρπάγια νύχια,
Κι ἄγρια τὸ θῦμα σπάραζαν, κι ἄγρια κρατοῦν ἀμάχη.
Καὶ τῆς νοτιᾶς ἡ καταχνιὰ σέρνεται ράχη ράχη,
Κ’ ἐκεῖ ποὺ σιάχνει στὴ σταχτιὰ πλαγιὰ Κυκλώπεια τείχια,
Τὴν ξένουν οἱ ἀλαφρὲς πνοές, καὶ ξέφτια—πολυτρίχια—
Κρεμιόνται στὶς μαβιὲς κορφές, στὰ μολυβιὰ τὰ βράχη.
Κ’ ἔστρεψα ἀράθυμη ματιά, κι οἱ πίκρες τὴ βαραῖναν,
Κι εἶδα τοῦ κάμπου τὰ χωριὰ ν’ ἀχνίζουν μέσ’ στὴν πάχνη,
Καὶ γύρο ἀπ’ τὸ πευκόδασο μοῦ νεῦαν καὶ σωπαῖναν
Ἴσκιοι χλωμοί, οἱ παληὲς χαρὲς ποὺ χάρηκες μ’ ἐμένα.
Κ’ ἔρμη ψυχή! σὰ μέλισσα ποὺ τὴν κρατάει ἡ ἀράχνη
Στὸ δίχτυ, ὅμοια παράδερνες μέσα στὰ περασμένα.

3

Ἐκεῖνες ποὺ ἀντικρύζαμε σὰ φεύγανε τρεχάτες,
Ὅλες, ὅπως τὶς ζήσαμε, χλωμὲς ἢ ἀνθοῦσες κόρες,
Σὰν ἴσκιοι ἀνάλαφρες γλυστροῦν οἱ περασμένες ὥρες,
Συρμένες ἀπὸ τ’ ὄνειρο τῆς θύμησής μου· νά τες!
Κι οἱ διό μας ξαναπέρνομε τὶς ἴδιες πάλι στράτες,
Στὰ μελιχρά μου χρώματα, σὲ μαγεμένες χῶρες,
Καὶ δὲ μᾶς νοιάζει ἂν πίσω μας θρασομανοῦν οἱ μπόρες
Ποὺ γοργοκλώθει ἡ μοῖρα μας κι ἡ ἀνάγκη—ἀνάθεμά τες!
Καὶ στέκει ὁ πόθος μου κεντρί, καὶ πλάθει ὁ λογισμός μου
Τοῦ μάη συναπαντήματα κ’ αἰώνια καλοκαίρια,
Κ’ ἐμπρός σου ξαναφέρνει με σὲ ἀπομεριὰ τοῦ κόσμου.
Καὶ μοῦ λαλοῦν τὰ μάτια σου καὶ σοῦ κρατῶ τὰ χέρια,
Καὶ σὲ ἱκετεύω ἀφέντρα μου, τῶνε ματιῶ μου φῶς μου,
—Δός μου φιλὶ καὶ τάξε μου, πῶς ζεῖ ἡ ἀγάπη πλέρια.

4

Μιὰ σκύλα, ἡ ἔγνια μου ἡ στεγνή, ὁλονυχτὶς ἀλύχτα!
Καὶ μὲ τὰ μάτια ὀρθάνοιχτα καὶ μὲ τὸ σύγκρυο τρόμο
Τὴν ἄκουγα, σὰν τὴ βουὴ τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὸ δρόμο
Νὰ λέει—«Παράτα τὴ ζωὴ καὶ τὰ ὄμορφα ὅλα πνίχ’ τα!
Καὶ τῆς ἀγάπης τ’ ὄνειρο νὰ τὸ σκεπάσει ἡ νύχτα.
Μὲ τάξαν ὁ καλόγερος κι ἡ σκλάβα κληρονόμο,
Ποὺ ἡ θέλησή τους κυβερνᾶ τὸν ἄγραφο τὸ νόμο
Κι ὁρίζει τὰ πρεπούμενα, ποὺ τόλμα ἂν θὲς καὶ ρίχ’τα!»—
Κι ἀφοῦ τὰ σκότη ἡ γλυκαυγὴ μὲ ἄσπρο φῶς χαράξει,
Καὶ σὰ λουφάξει ἡ ἔγνια μου, τότε στὰ μύχια νοιώθω
Πὼς κι ἄλλη μέρα θὰ διαβεῖ τὴν πίκρα της νὰ στάξει·
Τὴν πίκρα ποὺ φαρμάκωσε καὶ προσδοκία, καὶ πόθο,
Καὶ πνίγει τὸν ἐνθουσιασμὸ ψυχῆς, ποὺ σκλάβα σέρνει
Σὰν ἁλυσσίδες τ’ ὄνειρο κι ὅσα ἡ ἀγάπη φέρνει.

5

Μέρες καὶ μῆνες διάβαιναν γοργὰ ὅλο ἡσυχία,
Στρωτὰ ἀψεγάδιαστα νερὰ σὲ ἀκύμαντα πελάγη·
Τοὺς γύρο κόσμους κ’ ἐδικοὺς ξεχνᾶμε οἱ λωτοφάγοι,
Ζώντας τῆς μέθης τὰ ὄνειρα σὲ πόθων ἀναρχία.
Μὰ τὸ βαθὺ ἀποκάρωμα δὲν κράζεται εὐτυχία,
Ἄν τ’ ὄνειρο δὲν πιάνεται στῆς γνώσης τὴν ἁρπάγη,
Κι ἂν δὲν ἀγγίξουν τὴν ψυχὴ μὲ τὸ ραβδὶ κι οἱ μάγοι,
Ποὺ δείχνοντάς το ἡ ὀμορφιὰ μαγεύει τὰ στοιχεῖα.
Τρέχει ὁ καιρός! Καὶ μονομιᾶς τινάχθηκε ἀπ’ τὸ πάθος
Σὰ σπίθα, κάπιο κάκιωμα, κι ὅλα τοῦ νοῦ τὰ φῶτα
Φεγγοβολῆσαν κ’ ἔδειξαν πᾶσα ὀμορφιὰ στὸ βάθος.
Καὶ πιὰ δὲν ξεχαστήκαμε στὴν ἡσυχία σὰν πρῶτα,
Τὶ ὁλομερὶς παλαίβαμε νὰ χτίσομε τὸ φράχτη
—τοῦ κάκου!—στὸν ἀσπέδιστο τοῦ πάθους καταρράχτη.

6

Γλυκιὰ μιὰ μέρα τοῦ Σταυροῦ, κοντὰ τὸ μεσημέρι,
Μᾶς ἴσκιωναν παλιᾶς ἐλιᾶς μ’ ἀνἀριον ἴσκιο οἱ κλῶνοι.
Κ’ ἐνῶ τὰ πάντα σώπαιναν, μικρό ’να χελιδόνι
Ἐκάθησε στὰ σύρματα, γιὰ τὸ ἀκριβό του τέρι,
Καὶ μὲ κρυφὸ παράπονο κελάδησε—ποιὸς ξέρει;
Μισεύει γιὰ τὴν ἀραπιὰ καὶ τὸν καημό του ἁπλώνει;
Μισεύει κι ἀποχαιρετᾶ κι ὁ πόνος του κορώνει!
Καὶ βούρκωσαν τὰ μάτια σου καὶ μοὔσφιξες τὸ χέρι,
Καὶ μὲ λαχτάρα ὁλόγυρα κυττᾶς, σὰν ἀλαφίνα,
Τὰ ὅσα ἡ πλάση χάρισε στολίδια στὴν Ἀθήνα,
Καὶ τ’ ἁπαλόγραμμα βουνά, τοῦ κάμπου τὴ μαγεία,
Καὶ τὰ νερά, καὶ τὰ νησιὰ πανώριου κόλπου, κι εἶπες:
Στὴν ξενητειὰ σὰν τὴ χαρὰ κι ἡ θύμησή σου γύπες
Θὰ μοῦ ξεσκίζουν τὴν καρδιὰ—ἡ ἄγρια νοσταλγία!

7

Παραστρατῆσαν σύννεφα ποὺ κουβαλοῦν τὰ χιόνια,
Κάθε πουλάκι κρύφτηκε στὸν πιὸ πυκνὸ κρυψώνα
Κι ἀνέμισαν χιονόψυχες, κι εἴδαμε τὸ χειμῶνα·
Ὁ ἁψὺς βοριᾶς ἐθέριζε τὰ φύλλα ἀπὸ τὰ κλώνια.
Μὰ τὴν καρδιὰ δὲν ἄγγισε τὸ κρύο σὰν ἄλλα χρόνια,
Γιατὶ ἡ γλυκιά μου θύμηση, πάντα ἡ γλυκιά σου εἰκόνα,
Σὰν ἥλιος τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ πράσινο πευκώνα,
Σὰ φλόγα ἀπ’ τὴν ἀγάπη μου, κοντά της λάμπει αἰώνια.
Καὶ καίονται οἱ πόθοι μου οἱ κρυφοί, κι ἀπ’ τὴ δικιά τους στάχτη
Ξαναγεννιέται τ’ ὄνειρο, ποὺ δὲ γνωρίζει φράχτη
Τόπου, ἢ καιροῦ, στὸν κόσμο του ποὺ δείχνει σὲ καθρέφτη.
Καὶ νά! παιδάκια ποὺ ἀπολνοῦν καράβια πλάϊ στὴ στέρνα,
Κι ἀπάνω μου κι ἀπάνω τους γλυκιὰ ἡ ματιά σου πέφτει,
Καὶ πέρα ἀλάλαξε στριγγιὰ ἡ καταλαλιὰ λατέρνα.

8

Γλυκὰ ἀγοράκια παίζανε μὲ πιὸ γλυκὰ κορίτσια,
Γέλια, ἀγκαλιές, τρελλὲς χαρὲς σὲ μέθης παραζάλη·
Δίπλα τους γάργαρο νερὸ κυλοῦσε ἀγάλι ἀγάλι
Κι ἄσπρα παπάκια λούζονταν μὲ ἀλλόκοτα καπρίτσα.
Στὸ λίθινο πεζοῦλι, πλάϊ στὴ χαμηλὴ ἐκκλησίτσα,
Μιλοῦσες γιὰ τὸ δειλινὸ ποὖχε περίσσια κάλλη,
Κ’ ἐγὼ τὰ μάτια σου ἔβλεπα νὰ κελαϊδοῦνε πάλι
Τοὺς ἵμερους χελιδονιῶν σὲ νιόχτιστη φωλίτσα.
Καὶ ζώντας ξαναπλάσαμε τ’ ὄμορφο παραμύθι,
Καὶ ξυπνητοὶ ἀγκαλιάσαμε καὶ σφίξαμε στὰ στήθη
Τ’ ὄνειρο τ’ ἀνεπάντεχο, καὶ ζήσαμε τὸ θάμα!
Κι ἂν ξανανοιώθω στῆς ζωῆς τὰ βάθια τὴν ἀσχήμια,
Κι ἂν στὴν ἐρμιά μου θ’ ἀντηχεῖ τὸ αἰώνιο πάλι κλάμα,
Κάλλη θὰ παίρνει ἡ θύμηση σὰν ἡ ὀμορφιὰ ἀπ’ τὴ γύμνια.

9

Τὴν πᾶσα μέρα ἡ θύμηση, σὰ μοῖρα ἀναγελάστρα,
Τὴ σέρνει μέσα στὰ ὄνειρα τὴ σκέψη ἀγάλι ἀγάλι·
Μοσκοβολεῖ ὁ χειμώνανθος καὶ πάλι στὸ ἀνθογυάλι
Καὶ ξανανθίζει ὁ ἅλικος ὁ κρῖνος μου στὴ γλάστρα.
Κι ἡ πλάνη ἡ γλυκομίλητη, τοῦ ὀνείρου μου βυζάστρα,
Τὸ βράδυ βράδυ φέρνει με σὲ ρόδινο ἀκρογιάλι
Καὶ στὴ λευκὴ βαρκοῦλα μας σὲ ζαναβρίσκω πάλι·
Καὶ πλέει στὴν πάστρα τοῦ νεροῦ καὶ δίπλα πλένε τ’ ἄστρα.
Κι ἡ πᾶσα ὥρα γίνεται τῆς θύμησης δουλέφτρα!
Μὰ τὴ στιγμὴ τὴ σιωπηλὴ ποὺ κλεῖ τὸ μερονύχτι,
Σκορπιοῦνται καὶ γητέματα καὶ κάθε σκέψη ψέφτρα.
Κ’ ἔρμος! καθὼς λαχτάρησα στοῦ πόνου μου τὸ δίχτυ
Ξανοίγω γνώριμη λαλιά, ποὺ λέει, σὰν ἀπ’ τὰ βάθια
Κι ἀπὸ τὰ ξένα—ἀγάπα με!—ἢ τρέλλα; ἢ τηλεπάθεια!

10

Φεγγάρι φέγγει ὁλόγιομο τὴ μαγεμένη πλάση,
Ἀχνόλευκοι ἴσκιοι ἁπλώνονται καὶ πλάϊ χλωμὲς μαυρίλες,
Καὶ ξεχωρίζουν ἁπαλὲς τῶν λόφων οἱ καμπύλες,
Γαληνεμένοι ὅλοι οἱ καημοὶ κι οἱ πόθοι ἔχουν φωλιάσει.
Σιωπὴ βαθειά, ποὺ καὶ τ’ αὐτὶ ξανοίγει μεσ’ στὰ δάση
Νὰ ρέουν στὸν κορμὸ οἱ χυμοί, στὰ φύλλα ἀνατριχίλες.
Τέτοια βραδιὰ μοῦ ἀνοίξανε τοῦ παραδείσου οἱ πύλες
Κι ἀνθοὺς μὲ τὴν ἀγάπη μου γιὰ μιὰ ζωὴ εἶχα μάσει.
Κ’ ἔδωσα στὰ λουλούδια της τὸ στῆθος μου γιὰ βάζο·
Καὶ θέλω τ’ ὄνειρο νὰ ζεῖ, τὸν πόνο νὰ σωπαίνει·
Καὶ τὰ κρυφὰ μελλούμενα γιὰ φανερὰ τὰ κράζω.
Κι ὅτι ἂν ἀπάντεχο συμβεῖ-τὦπε ἡ ξενιτεμένη-
Θ’ ἀνθεῖ ἡ ἀγάπη ἀμάραντη, τὸ νοιώθω καὶ τὸ τάζω,
Κι ἀκόμα ἂν ἔξαφνα φανεῖ πέρ’ ἀπ’ τὰ ξένα ξένη.

11

Καὶ πάλι παρακαλεστοὶ οἱ παλιοί μου φίλοι, οἱ θρύλοι,
Λὲς ἀπολνοῦν, σὰ μέλισσες ἀπ’ τὴν ξανθὴ κυψέλη,
Νεραϊδοποῦλες γαλανὲς κι ὅτι ἡ ψυχή μου θέλει,
Καὶ μάγια, καὶ χαμόγελα τοῦ ὀνείρου σ’ ὥριο δεῖλι.
Καὶ πλιά, ποὺ πλάϊ τὰ μάτια σου δὲ λάμπουνε σὰν ἥλιοι
Καὶ στάλα στάλα οἱ λόγοι σου δὲ στάζουνε τὸ μέλι,
Μηδὲ κι οἱ πόθοι ἁπλώνονται, μιὰν ἁπαλὴ νεφέλη,
Ποὺ κρύβει χίλια ἀτέλειωτα φιλιὰ χείλη μὲ χείλη.
Καὶ πλιά, ποὺ πλάϊ καὶ δίπλα μου ξένοι γιὰ μὲ ὅλες κι ὅλοι.
Μέσ’ στ’ ὄνειρο τὴν κύλησα τὴ λύπη ἀγάλια ἀγάλια,
Καὶ μοῦ στολίζει μ’ ἄνθια της πλῆθος τὸ περιβόλι.
Κ’ ἐκεῖ μὲ τὰ παράπονα καὶ μὲ τὰ παρακάλια
Μοῦ λέει πάλι γλυκόλογα—καρδοῦλα!—μιὰ νεράϊδα
Πάλι ἴδια ὡς τὴν ξανάκουσα, πάλι ἴδια ὡς τὴν ξανάειδα.

12

Γιὰ μένα καὶ πευκόλοφοι, καὶ λεῦκες, καὶ πλατάνια,
Καὶ τὸ τρεχούμενο νερό, κι ὅλα χωρὶς ψεγάδια.
Τὴ μέρα ὁ ἥλιος πιὸ λαμπρὸς κι ἡ ἀστροφεγγιὰ τὰ βρἀδια.
Κ’ ἔπλεκα στὴν ἀγάπη μου μὲ ἀμάραντα στεφάνια.
Κι ἡ Maya τὰ μελλούμενα τυλεῖ μὲ τουλουπάνια,
Κ’ εἶναι ἡ χαρά μου ἀνύποπτη, γλυκόλογα καὶ χάδια,
Κι εἶναι ἡ ζωή μου ὁλόδροση, κλαδιὰ καὶ παρακλάδια,
Καὶ ζῶ γιὰ τὴν ἀγάπη μου μὲ νέα πνοὴ ἐπουράνια.
Μὰ τώρα ποὺ τοῦ χωρισμοῦ τὰ βάσανα κατέχω
Καὶ τὰ μελλούμενα τὰ ζῶ κι ἀντέχω, κι ἀπαντέχω,
Τώρα, πιστή μου θύμηση καὶ πάλι ἀγκάλιασέ με!
Κ’ ἔξω ἀπ’ τοῦ χρόνου τὸν τροχὸ κι ἀπὸ τὸν κόσμο, στάσου
Παρηγοριά μου μοναχή, νὰ φέγγει με ἡ χαρά σου,
Νὰ λέμε τ’ ἀλησμόνητα κι ἀγαλινὰ νὰ κλαῖμε.