Η Ευγενούλα η μοσχονιά

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ευγενούλα η μοσχονιά, η πολυαγαπημένη,
εβγήκε και παινέθηκε πως χάρο δε φοβάται.
Κι έχει τα σπίτια τα ψηλά και άντρα παλικάρι,
έχει και τους εννιά ’δερφούς, τους καστροπολεμίτες.
Κι ο Χάρος όταν τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη,
εβγήκε και σαΐτεψε στης κόρης τ’ν αρραβώνα.
Και μπαινοβγαίνουν οι γιατροί και γιατρειά δεν έχει
και μπαινοβγαίνει η μάνα της με τα μαλλιά λυμένα.
– Μάνα σαν έρθ’ ο Κωσταντής να μη μου τον πικράνεις,
στρώσ’ τονε γεύμα να γευτεί και γεύμα να δειπνήσει.
Κι ο Κωσταντίνος φάνηκε από τους πέρα κάμπους
με τετρακόσια φλάμπουρα και μ’ εκατό παιχνίδια1.
– Σταθείτε ’σείς ιφλάμπουρα και ’σείς ’πού κει παιχνίδια,
χρυσός σταυρός ξεπρόβαλε εις τα πεθερικά μου,
ή πεθερός μου πέθανε ή πεθερά μου χάθη,
ή ’π’ τα γυναικαδέρφια μου κανένα εσκοτώθη.
Δίνει βιτσιά στο άλογο στου πεθερού του πάει,
βρίσκει τον πρωτομάστορα που ’φτιαχνε το κιβούρι.
– Γεια και χαρά σου μάστορα, ποιανού ’ναι το κιβούρι;
– Είναι της μπόρας, του καπνού και της ανεμοζάλης.
[– Μα μη διστάζεις μάστορα, ποιανού ’ναι το κιβούρι;
– Με τι καρδιά να σου το ’πώ, στόμα να σε μιλήσω,
η Ευγενούλα σ’ πέθανε, η πολυαγαπημένη.
– Φκιάσ’ το φαρδύ, φκιάσ’ το μακρύ, φκιάσ’ το για δυο νομάτοι.
Δίνει βιτσιά στο άλογο, στου πεθερού του φτάνει.
– Σταθείτε ’σείς ρε ψάλτηδες και ’σείς μοιρολογίστρες.
Χρυσό μαχαίρι έβγαλε απ’ τ’ αργυρό θηκάρι,
ψηλά-ψηλά το σήκωσε και στην καρδιά το χώνει.
Και κει που θάψανε το νιο φύτρωσε κυπαρίσσι
και κει που θάψανε τη νια φύτρωσε καλαμιώνα.
Κι ένα πουλί, καλό πουλί ’πού κει που επερνούσε:
– Για δέστε τα κακόμοιρα, τα παραπονεμένα,
δε φιληθήκαν ζωντανά, φιλιούνται πεθαμένα.]