Ηγάπησα;

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ηγάπησα;
Συγγραφέας:


Ὤ! δὲν ἠγάπησα ποτέ! ἦσαν γλυκεῖα πλάνη
       Τὰ πάθη μου κι' οἱ πόνοι μου, γλυκὺ τοῦ νοῦ μου πλάσμα,
Ὁ Ἔρως εἰς τὰ στήθη μου κατῴκησε μ' ἐφάνη,
       Πλὴν … μοὶ ἐφάνη … πλὴν τερπνὸν ἦσαν τὰ πάντα φάσμα.

Ποτέ μου δὲν ἠγάπησα! τοὺς στεναγμούς μου μάτην
       Ἐξέχυσα, τὸν ἔρωτα ματαίως κατηράσθην!…
Πόσας ὠνόμασα σκληράς καὶ ἤμην εἰς ἀπάτην,
       Εἰς πόσας εἶπον «σ' ἀγαπῶ», καὶ ὅμως δὲν ἠράσθην!

Ποτέ σου δὲν ἠγάπησες, ταλαίπωρε καρδία!
       Πῦρ δὲν ᾐσθάνθης ἔρωτος ποτὲ νὰ σὲ θερμάνῃ,
Καὶ ἔρωτα ἐνόμισες ὅ,τι στιγμῆς γλυκεῖα
       Καὶ μάγος ἦτον ἔκστασις, ὅ,τι στιγμῆς ἦν πλάνη!

Ἀναίσθητος καὶ ἀπαθὴς διῆλθες ἐν τῷ μέσῳ
       Σφοδρᾶς καὶ κομποῤῥήμονος παθῶν ἀνεμοζάλης,
Πλὴν εἰς τὸν στρόβιλον αὐτῶν δὲν μ' ἄφησες νὰ πέσω,
       Δὲν ἔπαυσες ἀτάραχος ὡς πρότερον νὰ πάλλῃς.

Ὤ! οἴκτου ἓν μειδίαμα καὶ χλεύης θὰ ἐγείρῃ
       Βεβαίως ἡ ἀθῴα σου αὐτὴ ὁμολογία!
Ἂν ἄλλος πλήν, καρδία μου, προσμειδιῶν σ' οἰκτείρῃ,
       Καὶ σὺ ἐκεῖνον οἴκτειρε καὶ ἀλαζὼν μειδία.

Βεβαίως δὲν ἠγάπησα… θερμόν… κοχλάζον αἷμα
       Δὲν ἔῤῥευσ' εἰς τὰ στήθη μου τ' ἀναίσθητα εἰσέτι,
Οὔτε σειρῆνος μαγικὸν καὶ χύνον φλόγας βλέμμα
       Κατώρθωσε τὰ νέα μου νὰ σαγηνεύσῃ ἔτη.

Λάτριν της ἄν μ' ἐπρόσμενεν ἡ μήτηρ τῶν Ἐρώτων,
       Ἂς ὀργισθῇ προσβλέπουσα τοῦ στήθους μου τὸν πάγον,
Ἂς ἐκπλαγῇ πῶς ἔμεινα ἀναίσθητος κ' ὑπνώττων
       Ἐμπρὸς τῶν καλλονῶν αὐτῆς, τῶν φίλτρων της τῶν μάγων.

Πλὴν … ἂν μειδίαμα ποτὲ ῥοδοβαφῶν χειλέων
       Φρικίασιν δὲν ἔχυσε καθ' ὅλον μου τὸ σῶμα,
Ἂν εἰς τὸ στῆθός μου ποτὲ δὲν συνῃσθάνθην καῖον
       Νὰ στέλλῃ βέλος φλογερὸν καλῆς παρθένου ὄμμα·

Ἂν τῆς πραγματικότητος ὁ κόσμος δὲν παθαίνῃ,
       Τῆς ἀπαθοῦς καρδίας μου τὰς τακτικὰς κινήσεις,
Πλὴν ἄλλος κόσμος φανταστὸς τὴν θάλπει, τὴν θερμαίνει,
       Καὶ τοὺς παλμούς της ἅπαντας ἀναστατοῖ ἐπίσης!

Ποσάκις, ὅτ' εἰς ρεμβασμοὺς ἵπτατ' ὁ λογισμός μου,
       Τῆς κύκλω μου πεζότητος τὸν χαλινὸν ἐκπτύων,
Διέβλεπον κ' ἐθαύμαζον εἰς σφαίραν ἄλλου κόσμου
       Φάσμα ὡραῖον, μειδιῶν, καὶ τῷ προσεμειδίων!

Ποσάκις τῆς ἀΰλου του μορφῆς τὰ θεῖα κάλλη
       Θαυμάζων, ἐπεθύμησα νὰ ἤμην ὅμοιός του,
Κ ᾐσθάνθην τὴν καρδίαν μου ταχύτερον νὰ πάλλῃ,
       Κ' ᾐσθάνθην ἔνδον μου παλμοὺς αἰσθήματος ἀγνώστου!

Τὴν θείαν του αὐτὴν μορφὴν, ἣν μόνος εἶχον πλάσει,
       Ποσάκις ἐθεώρησα κ' ἐθαύμασα συγχρόνως,
Κ' ἐνώπιόν της ἔκθαμβος ἐν μυστικῇ ἐκστάσει
       ᾘσθάνθην ὅτι μ' ἔδακνε τοῦ ἔρωτος ὁ πόνος!…

Ἠγάπησα τὴν ἄϋλον σκιὰν τῶν ῥεμβασμῶν μου,
       Τῆς φαντασίας μου τὸ ὂν ὡς ἤθελον λατρεύων,
Εὐπρόσδεκτον τὴν προσφορὰν νομίζων τῶν παλμῶν μου,
       Καὶ ἀμοιβαίως εἰς αὐτοῦ τὸν ἔρωτα πιστεύων.

Ἐγεύθην κ' ἐγὼ ἔρωτος, πλὴν ἦτο θεῖος ἔρως
       Ἐκεῖνος, ὅστις εἵμαρτο τὰ στήθη μου νὰ σείσῃ,
Ὅστις τὸν πάγον ἔμελλεν - ἐὰν καὶ παρακαίρως -
       Τοῦ στήθους μου ὑπὸ παλμῶν ἁγνῶν τὸ πῦρ νὰ λύσῃ!

Πόσας τῶν συγκινήσεων αὐτῶν μου θὰ ἐφθόνει
       Τῶν εὐφλογίστων καρδιῶν τοῦ κόσμου τούτου μία!…
Πόσας τοιούτου ἔρωτος αἱ τέρψεις καὶ οἱ πόνοι
       Θὰ ἔθελγον, ὡς ἄγνωστος τοῦ Πλάστου ἀμβροσία!

Καὶ ὅμως… δὲν ἠγάπησα, οὔτ' αὕτη ἡ ἀγάπη
       Σποδὸν θ' ἀφήσῃ ἂν σβεσθῇ εἰς τὰ ψυχρά μου στήθη·
Τοῦ βίου μου ὁ πρῴην ῥοῦς ποσῶς δὲν μετετράπη,
       Κ' ἡ παλαιά μου ἄγνοια θὰ γείνῃ νέα λήθη.

Εἴς τινας ἴσως αἴνιγμα μυστηριῶδες μείνῃ
       Ἡ στάσις τῆς καρδίας μου,… ὁ πάγος καὶ τὸ πῦρ της˙
Πλὴν μήπως ᾖν' ἀδύνατος καὶ κλύδων καὶ γαλήνη;
       Μήπως εἰς τοὺς ὠκεανοὺς δὲν ἀπαντῶνται σύρτεις;