Χαρά ολεθρία

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χαρὰ ὀλεθρία
Συγγραφέας: Διονύσιος Ηλιακόπουλος
Δημοσιεύθηκε στο Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου


ΧΑΡΑ ΟΛΕΘΡΙΑ
ΔΙΗΓΗΜΑ

«Ἡ χαρὰ πάντα ἐδὼ κάτου
«Ἀδελφὴ τῆς συμφορᾶς»

Ἰούλ. Τυπάλδος.

ΕΚΕΙΝΗ ὠνομάζετο — ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη — Σμαράγδω· εἶχε δέκα ὀκτὼ ἔτη, μαύρους καὶ ἐκφραστικοὺς ὀφθαλμούς, πυκνὴν δὲ καὶ οὔλην τὴν κόμην ὡς ἐὰν ἦτο αἰθιοπίς.

Ὁσάκις ἐμειδία τὰ ῥόδινα χείλη της μετὰ τοσαύτης χάριτος διεστέλλοντο, ὥστε αἱ δύο λευκαὶ σειραὶ τῶν ὀδόντων της ἐφαίνοντο στιλπνότεραι τῶν μαργαριτῶν ἐν τῷ ῥοδίνῳ αὐτῶν πλαισίῳ.

Ἡ χροιὰ τοῦ προσώπου της ἦτο λευκή, πρὸς τὸ σιτόχρουν μᾶλλον ἀποκλείνουσα. Ἡ κατατομὴ αὐτῆς ἀγέρωχος καὶ ὑπερήφανος κατατομή, ἦτο ὀμολογουμένως ἀξία μεγάλης καλλιτεχνικῆς χειρός. Ἡ πρὸς τὰ κάτω κλίσις τῆς ῥινός, αἱ ἐξοχαὶ καὶ τὰ κοιλώματα τῶν χειλέων ὡς καὶ τῶν βλεφάρων, ἡ τόρνευσις τῶν μήλων τῶν παρειῶν καὶ τοῦ πώγωνος, αἱ μικραὶ καὶ μαῦραι βλεφαρίδες, αἵτινες ἐξηπλοῦντο ἐπὶ τῶν κοιλωμάτων τῶν ὀφθαλμῶν, ὅταν αὕτη μάλιστα ἐθεώρει πρὸς τὰ κάτω, — καθίστων αὐτὴν τελείαν ὡραιότητα.

Ἡ Σμαράγδω ἦτο ζωηροῦ χαρακτῆρος κόρη, ἀποφασιστικὴ καὶ γεναιόφρων, εὐσεβὴς δὲ καὶ εἰς ἄκρον ἐλεήμων καίτοι πτωχὴ, καρδία εὐαίσθητος καὶ ἀγαθή.

Πατέρα καὶ μητέρα δὲν ἐγνώρισεν· ἦτο μόλις τριῶν ἐτῶν κοράσιον ὅτε ἀπώλεσεν αὐτούς, ἡ μόνη δὲ συγγενής της ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ μάμμη της, ἥτις καὶ τὴν ἀνέθρεψε, βλέπουσα αὐτὴν ταχέως αὐξανομένην καὶ τὸ μικρὸν αὐτῆς στῆθος ἐξογκούμενον, τῇ εἶπε μίαν ἡμέραν:

— Αἴ εἶνε καιρὸς πειά, Σμαράγδω μου νὰ εὑροῦμε ἕνα καλὸ σπίτι, μιὰ καλὴ καὶ τίμια φαμίλια δι’ ἐσέ, νὰ μπῇς νὰ προφυλαχθῆς, κόρη μου, νὰ οἰκονομήσῃς τίποτε χρήματα ὡς ποῦ ὁ παντοδύναμος Θεός, ἂν εἶνε γραφτό σου, νὰ σοῦ στείλῃ καμμία καλὴ τύχη. Ἀπὸ ἐμὲ τί ἠμπορεῖς νὰ περιμένης πειά; τὸ ἕνα ποδάρι μου εἶνε ’ς τὸν τάφο, ἔπειτα ξεύρεις ὅτι δὲν ἔχεις καὶ τίποτε.

— Ναί, καλότυχη, τὸ σκέπτομαι καὶ ἐγὼ αὐτό, ἀλλ’ ἐσὺ τί θὰ γείνῃς;

— Θὰ κοιμοῦμαι ἡσυχότερα, ἀφοῦ θὰ ξέρω ὅτι εἶσαι σὺ προφυλαγμένη ἀπὸ τοῦ κόσμου ταῖς πονηριαῖς καὶ τὰ κακά, ἔπειτα λίγο ψωμὶ δὲν θὰ χαθῇ καὶ γιὰ μένα, ἔχει ὁ Θεὸς παιδί μου…

— Ἀφοῦ τὸ θέλεις νὰ γίνῃ! ἀπεκρίθη ἡ καλὴ κόρη.

Καὶ ὄντως ἐγένετο· πρὸ ὀκτὼ ἤδη μηνῶν ἡ Σμαράγδω ὑπηρετεῖ ὡς θαλαμηπόλος παρά τινι καλῇ καὶ τιμίᾳ οἰκογενείᾳ ἧς ἀπέκτησε τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην.

Ἐκεῖνος ὠνομάζετο Γεώργιος, εἶχε συμπληρώσει τὸ εἰκοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ ὑπηρέτει ἐν τῷ στρατῷ ὡς κληρωτὸς τῆς τελευταῖας ἀπογραφῆς. Ἦτο εὔσαρκος καὶ ῥωμαλέος, ἀνὴρ μᾶλλον ἢ νεανίας, μὲ ὡραίους γαλανούς ὀφθαλμοὺς καὶ ξανθὴν κόμην, μ’ ἕνα μικρὸν ἀλλὰ μετάξινον μύστακα καὶ δύο στρογγύλας καὶ ῥοδίνους παρειὰς ὡς μῆλα, μ’ ἕνα μειδίαμα πάντοτε εἰς τὰ χείλη, ἀποκαλύπτον ὅλην τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα, καὶ ἓν ἀνάστημα ἐξ ἐκείνων ἅτινα εἰσὶν ἡ ζωηροτέρα ἔκφρασις τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς ἰσχύος· ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ βαθυκύανον χρῶμα τῆς στρατιωτικῆς στολῆς, μετὰ τῶν ἐρυθρῶν περιρραμμάτων καὶ τοῦ περιλαιμίου, τὸ ξίφος, ἡ ζώνη, τὸ πιλίκιον, τοσοῦτον ἥρμοζον εἰς τὸ διαφανὲς ἐκεῖνο καὶ ῥοδόξανθον πρόσωπον, ὥστε πᾶς τις θὰ ἐδυσκολεύετο νὰ πιστεύσῃ ὅτι ὁ νεανίας ἐκεῖνος ὁ τόσον εὐγενεῖς ἔχων τοὺς χαρακτῆρας, πρὶν ἢ καταταχθῆ ἐν τῷ στρατῷ ἦτο πτωχός τις ξυλουργός, οἱ δὲ γονεῖς του ἀφανεῖς καὶ πτωχοὶ γεωργοί.

Ὁ ἀξιότιμος λοχαγὸς εἰς τὸν λόχον τοῦ ὁποίου κατετάχθη ὁ Γεώργιος, ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας ἐξεφράσθη εὐμενέστατα ὑπὲρ αὐτοῦ, διέγνω εἰς αὐτὸν ἕνα τίμιον ἄνθρωπον καὶ ἕνα καλὸν στρατιώτην.

Ὑπήκουεν ὡς παιδίον εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἀνωτέρων του πάντοτε, ἀλλ’ ἐξανίστατο καὶ ἐβρυχᾶτο ὡς λέων ἐάν ποτε ἄξεστός τις λοχίας τὸν ἐξύβριζε μὲ τὴν συνήθη εἰς τοὺς στρατῶνας ἀσέβειαν.

Οἱ συστρατιῶται του πάντες τὸν ἠγάπων καὶ τὸν ἐσέβοντο· οἱ γλυκεῖς τρόποι του, ἡ φυσικὴ καὶ εἰλικρινὴς καλοκαγαθία του, ἡ ἀδελφικὴ ἀγάπη, ἣν πρὸς πάντας ἀνεξαιρέτως ἐδείκνυε, κατέστησαν αὐτὸν τὸν ἀγαπητότερον ἐν τῷ στρατῶνι.

Μίαν ἡμέραν παρεπονέθη ὅτι ἔπασχε ἀπὸ πονοκέφαλον ἐνῷ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ πρὶν ἐκστομίση τὸ παράπονόν του, πέντε στρατιῶται ἐπαρουσιάσθησαν νὰ τὸν ἀντικαταστήσωσιν.

Τὴν μόνην χάριν, ἣν ἐζήτει παρ’ ὅλων, ἦτο νὰ μὴ τὸν ἀπομακρύνωσι τοῦ στρατῶνος· ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας ἀνελάμβανε εὐχαρίστως, ἔφθανε μόνον νὰ μὴ ἐξήρχοντο τῶν ὁρίων τοῦ ἀγαπητοῦ του στρατῶνος. Καὶ τοῦτο τὸ κατώρθωσε διὰ τῆς ἀγαθότητός του.

Ἡ οἰκία, ἐν ᾗ ὑπηρέτει ὡς θαλαμηπόλος ἡ Σμαράγδω καὶ ὁ στρατὼν τοῦ Γεωργίου ἔκειντο ἀκριβῶς ἄντικρυ, ἀλλ’ ὀλίγον μακράν· τὴν ἀπόστασιν ταύτην κατεμέτρησε μίαν ἡμέραν ὁ Γεώργιος καὶ εὗρεν ὅτι ἑξήκοντα βήματα μόνον τὸν ἐχώριζον ἀπὸ τὴν καλήν του Σμαράγδω, ἣν τόσον ἠγάπα καὶ παρὰ τῆς ὁποίας τόσον ἀντηγαπᾶτο.

Καὶ ἠγαπῶντο ἀληθῶς μετὰ πάθους, ὡς ἀγαπῶσι πάντες οἱ κατὰ πρώτην φορὰν ἀγαπῶντες.

Κατ’ ἀρχὰς ἀντήλλαξαν τὰ πρῶτα τῆς συνεννοήσεως βλέμματα, κατόπιν τὰ συνήθη ἄνθη, καὶ κατόπιν τὰ τετριμμένα μὲν ἀλλὰ πάντοτε νέα καὶ ὡραῖα τῆς ἀγάπης λόγια· καὶ ὅμως δὲν ἦσαν εὐτυχεῖς, παρεπονοῦντο ἀμφότεροι κατὰ τῆς τύχης των, ἐστέναζον, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι διατί, ᾐσθάνοντο ὅτι κάτι τι ἐπίεζεν, ἐβάρυνε τὴν καρδίαν των, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ ὁρίσωσιν αὐτὰ καὶ ὁσάκις κατελαμβάνοντο ὑπὸ τοῦ ἐφιάλτου τούτου τῆς μελαγχολίας, μίαν μόνην εὕρισκον παρηγορίαν, τὰ δάκρυα καὶ νὰ βλέπωσιν ἀλλήλους. Βραδύτερον ἐννόησαν ὅτι ἡ ἀγωνία των αὕτη προήρχετο ἐκ τοῦ πόθου τοῦ νὰ θλίψωσιν ἀμφότεροι τὰς χεῖρας καὶ νὰ ἀνταλλάξωσιν ἓν θερμὸν ὡς ὁ ἔρως των φίλημα.

Ἐβλέποντο μακρόθεν, ἐκ τοῦ παραθύρου, καθ’ ἑκάστην, δεκάκις ἴσως τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ δὲν ἤρκει τοῦτο μόνον ἤδη δι’ αὐτούς, τὰ χείλη των ἐδίψων φιλήματος καὶ τὰ στήθη των ἐναγκαλισμῶν!

Ἡ νεότης καὶ ὁ ἔρως εἰσὶν ἀκόρεστοι θεότητες!

Μίαν ἑσπέραν ἀπεφάσισαν νὰ συμπεριπατήσωσι μέχρι τῆς παραλίας ἀπεχούσης ἡμίσειαν ὥραν τοῦ στρατῶνος. Ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν θὰ ἔβλεπον ἐκ τοῦ πλησίον ἀλλήλους δι’ αὐτὸ ὅλη ἐκείνη ἡ ἡμέρα τῆς προσδοκίας ἐφάνη αἰωνία δι’ αὐτούς.

«Νὰ σὲ περιμένω λοιπὸν χωρὶς ἄλλο ἀπόψε, Σμαράγδω μου;

— Βεβαιότατα, ἔλαβα τὴν ἄδειαν καὶ ἀπὸ τὴν κυρίαν.

— Δόξασοι ὁ Θεός, ἐπὶ τέλους τὸ ἀπεφάσισε.

— Ναὶ ἀλλ’ ἀφοῦ τῆς τὸ ἔκαμα πλέον ζήτημα: ἢ θὰ μὲ ἀφίνει νὰ περιπατῶ κάποτε μαζί σου ἢ θὰ φύγω… Τῆς εἶπα ὅτι εἶσαι συγγενής μου.

— Σμαράγδω μου........

— Ναὶ… Σμαράγδω σου… καὶ ἔπειτα παραπονεῖσαι ὅτι δὲν σὲ ἀγαπῶ!»

Καὶ οἱ ἑσπερινοὶ περίπατοι ἐγένοντο συχνότεροι…

Περιεπλανῶντο ἡσύχως.

Στηριζομένη ἐπὶ τοῦ βραχίονος του ἡ Σμαράγδω περιεπάτει, θεωροῦσα μετὰ προσοχῆς τοὺς χάλικας, οὓς ἐξετόπιζε διὰ τῆς ἄκρας τοῦ ἐλαφροῦ καὶ εὐστρόφου ποδός της, καὶ ἀκροαζομένη ἐκεῖνον, ἐνῷ μὲ ὑγροὺς ὀφθαλμοὺς καὶ καταπόρφυρος τῇ ὡμίλει.

Τί ἔλεγον ὑπὸ τὸ γλυκὺ φῶς τῆς σελήνης, κρατούμενοι ἐκ τῆς χειρός, ὡς μαθηταὶ δημοτικοῦ σχολείου; μυρία πράγματα βεβαίως, ἅτινα δὲν λέγονται, οὐδὲ δύναταί τις καλῶς νὰ ἀκροασθῇ αὐτὰ εἰμὴ μόνον ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἡλικίαν ἐκείνην.

Ἐνεθυμήθησαν τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ ἔρωτός των.

«Θυμοῦμαι, τῆς ἔλεγεν ὁ Γεώργιος, ποῦ κάθε πρωὶ σ’ ἔβλεπα τακτικὰ εἰς τὸ παράθυρό σου καὶ ἀπὸ μακρυὰ σὲ ἄκουα νὰ τραγουδᾶς τρυφερὰ τραγουδάκια, ἐγὼ ἐκαμόνουμουν ὅτι κἄποιον ἐπερίμενα εἰς τὸ δρόμο, ἀλλ’ ἐσὺ ἔπαυες τότε τὸ τραγοῦδι διὰ μιᾶς καὶ μιλοῦσες μὲ τὸ καναρίνι σου ἢ ἐπότιζες τὴν γάστρα μὲ τὸ βασιλικὸ, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔκαμνες μὲ μιὰ τέτοια μαγευτικὴ χάρι, ὁποῦ μὲ ἐτρέλλαινες.

Θυμοῦμαι ἀκόμη τὴν πρώτη φορὰ ποῦ μοῦ χαμογέλασες, ἐφοροῦσες ἕνα μεταξωτὸ κίτρινο μαντήλι ’ς τὸ λαιμό σου, καὶ μὲ τὰ μαῦρα μάτια σου καὶ τὸ μελαγχρινό σου πρόσωπο σοῦ ἔπιανε τόσῳ καλά!»

— Ὅλα τὰ ἐνθυμοῦμαι — ἀπεκρίνετο ἐκείνη — ὅταν τὰ μάτια σου ἐγύριζαν κατ’ ἐπάνω μου καὶ ἀπὸ μακρυὰ ἔβλεπα τὰ χείλη σου κάτι νὰ μοῦ λένε, χωρὶς νὰ τὰ ἀκούω, χαρὰ καὶ λύπη μαζὺ μοῦ ἔσφιγγαν τὸ στῆθος καὶ ἡ πνοή μου δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐβγῇ. Ἄχ! ὅταν ὅλοι μαζὺ οἱ στρατιῶται πρωῒ πρωῒ καὶ ἀπὸ τέσσεροι εἰς τὴ γραμμὴ ἀπερνούσατε ἀπὸ τὸ παράθυρό μου διὰ τὰ γυμνάσια καὶ τὰ μάτια μου ἐσκοτίζοντο ἀπὸ τὸ λαμποκόπισμα ποῦ ἔκαμναν ᾑ λόγχες εἰς τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἐγὼ ἀνάμεσα σὲ τόσους ἐσένα ἐξακρίβωνα ἀμέσως καὶ μὲ βλέμμα σταθερὸ σὲ ἀκολουθοῦσα ὡς ποῦ πάλι σὲ ἔχανα.»

Καὶ τὴν διήγησιν τῶν ἀναμνήσεών των διέκοπτον ἢ διὰ νὰ ἐναγκαλισθῶσιν ἢ διὰ νὰ ἀνταλλάξωσι φίλημα.

Διαπρεπὴς μυθιστοριογράφος παρεπονεῖτο πρό τινος καιροῦ ὅτι θερμὸς καὶ εἰλικρινὴς ἔρως δὲν ἀναπτύσσεται πλέον μεταξὺ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὅτι αἱ γυναῖκες ἀπώλεσαν τὸ φῦλον αὐτῶν καὶ οἱ νέοι δὲν ἔχουσι πλέον τὴν ἡλικίαν των! ἐκ τοῦ γεγονότος δὲ τούτου διέβλεπε τὴν πτῶσιν τοῦ αἰσθήματος, τῆς καλλιτεχνίας καὶ τῆς καλαισθησίας.

Καὶ ὅμως ἐὰν ὁ ἄπελπις συγγραφεὺς ἔβλεπε τοὺς ἐραστάς μας εἰς τοὺς μακρυνοὺς ἐκείνους περιπάτους των, διερχομένους ὥρας ὁλοκλήρους ὅτε μὲν ἐν εὐδαίμονι εὐγλωττία, ὅτε δὲ ἐν εὐγλώττῳ σιωπῇ· ἐὰν τοὺς ἔβλεπεν καθημένους πλησίων ἀλλήλων, πότε μὲν ἐρυθριῶντας ποτὲ δὲ ὠχριῶντας ἢ ἀτενῶς προσβλεπομένους ἐν ἁγίᾳ σιωπῇ — θὰ ἐπείθετο ὅτι ὑπάρχουσιν ἀκόμη ὑπὸ τὸν ἥλιον καρδίαι γινώσκουσαι καὶ νὰ λατρεύωσιν καὶ νὰ ἀγαπῶσιν, ὡς ἡ μεγάλη αὐτοῦ καρδία ἐπεπόθει.

Εὐτυχὴς διέρρεεν ὁ βίος των καὶ εὐτυχεστέρας ὠνειροπόλουν ἡμέρας.

Ἐφαντάσθησαν τὴν ἡμέραν τῶν γάμων των, προῃσθάνθησαν τὴν χαρὰν καὶ τὴν ἀγαλλίασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ᾐσθάνοντο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην· εἶδον μὲ ἀνοικτοὺς ὀφθαλμοὺς ὡς ἐν πανοράματι, τὴν μικρὰν ἀλλὰ κομψὴν κατοικίαν των μὲ τὰ μικρά της δώματα καὶ τὸ κατώγαιον εἰς τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος θὰ εἰργάζετο ὡς ξυλουργός, διὰ νὰ ἦναι πάντοτε πλησίον ἀλλήλων, ἐφαντάσθησαν τὰς διασκεδάσεις των κατὰ τὰς ἑορτασίμους ἡμέρας, τὴν ἀπόκτησιν ἑνὸς παιδίου — ὡραίου ὡς ὁ πατήρ του, κατ’ ἐκείνην, — ἀγγέλου ὡς ἡ μήτηρ του κατ’ ἐκεῖνον, ὠνειροπόλησαν καὶ αὐτοὶ ὡς τόσοι ἄλλοι, πάντα τὰ ἐπὶ γῆς ἀγαθά, χωρὶς νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ἡ ζωὴ ἡμῶν ὁμοιάζει μὲ ἱστὸν ἀράχνης τὸν ὁποῖον καὶ ἡ ἐλαφροτέρα τοῦ ἀνέμου πνοὴ δύναται νὰ καταστρέψῃ, λησμονήσαντες ὅτι ἡ εὐτυχία ὁμοιάζει μὲ διαυγῆ ῥύακα τοῦ ὁποίου τὰ κρυσταλλώδη νάματα ἀρκεῖ νὰ θολώσῃ τυχαῖον περιστατικὸν, ὡς ἡ ἰδιοτροπία φιλοταράχου παιδός

....................................................................................................................................................................................................................................................

Παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι καὶ ἡ Σμαράγδω δὲν εἶδε τὸν Γεώργιον· εἰς μάτην τὸν περιέμενεν εἰς τὸ παράθυρον ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, εἰς μάτην ταχὺ ὡς ἀστραπὴ διέτρεχε τὸ βλέμμα της τὸν λόχον τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες διήρχοντο καθ’ ἑκάστην πρωΐαν ὑπὸ τὰ παράθυρά της, ἀναζητοῦν ἐκεῖνον — ὁ Γεώργιος οὐδαμοῦ ἐφαίνετο.

«Μετετέθη ἆρά γε; ἀσθενεῖ; εἶνε τιμωρημένος; ἢ μὲ ἐγκατέλειψεν; ὢ Θεέ μου, τί συνέβη λοιπόν; θὰ παραφρονήσω…»

Καὶ ἐσκέπτετο πάντα ταῦτα, ἀλλὰ βασανίζουσα τὸν νοῦν της οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ τὰ φρονήματα τοῦ Γεωργίου καὶ τὴν καρδίαν του τὴν ἐγνώριζε κατὰ βάθος, καὶ ἔκλαιεν, ἔκλαιεν ἡ δύσμοιρος παρὰ τὸ παράθυρον, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν θὰ ἐπανέβλεπεν αὐτόν! ἀλλ’ εἰς μάτην. Ἀπέπτη τὸ ᾆσμα καὶ τὸ μειδίαμα ἐκ τῶν χειλέων της, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ, νάρκη κατέλαβε τὸ σῶμα της, οἱ ὀφθαλμοί της ἐσκιάσθησαν ἐν τοῖς κοιλώμασι αὐτῶν ἐκ τῶν ἀγρυπνιῶν.

Εἰς τὴν κυρίαν της, ἥτις τόσον τὴν ἠγάπα, καὶ ἡ ὁποία μετ’ ἐκπλήξεως τὴν ἠρώτησε τί εἶχεν, ἀπεκρίθη ὅτι πρὸ ἡμερῶν τῆς ’πονοῦσε τὸ κεφάλι της.

— Νὰ κράξωμεν λοιπὸν τὸν ἱατρόν;

— Ἄ ὄχι, εὐχαριστῶ κυρία μου, κάποτε ὑποφέρω ἀπὸ αὐτὸν τὸν κεφαλόπονον, ἀλλὰ μόνος του μοῦ ἀπερνᾷ, δὲν εἶνε ἡ πρώτη φορὰ αὐτή.

Εὗρε μυρίας δικαιολογήσεις νὰ κρύψῃ τὸν πόνον της, τίς οἶδε διατί· ἴσως διότι ἐφοβεῖτο τὴν καταισχύνην τῆς ἐγκαταλείψεως.

Τὴν τρίτην ἡμέραν κατελήφθη ὑπὸ ἀγωνίας, ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγη μόνη της τὴν ἑσπέραν μέχρι τοῦ στρατῶνος, ὅπως πληροφορηθῇ περὶ αὐτοῦ, καὶ τὸ ἔπραξε.

Εὗρε τὸν σκοπὸν ἔξωθεν τοῦ πυλῶνος καὶ τρέμουσα τὸν ἠρώτησεν.

«Εἶνε ἐδῶ ὁ στρατιώτης Γεώργιος Δ..; — Τί ἔγεινε;

— Εἶνε συγγενής σου;

— Ναὶ συγγενής μου, εἶνε ἐδῶ; πές μου σε παρακαλῶ…

— Εὑρίσκεται εἰς τὸ νοσοκομεῖον, κυρία μου, πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἶνε ἄρρωστος.

— Βαρειά;

— Βαρειὰ λέει; ὑπέφερε πολὺ ὁ δυστυχισμένος· τώρα ὅμως καθὼς λέγει ὁ κὺρ γιατρός, πηγαίνει καλλήτερα.»

Ἠθέλησε κάτι νὰ εἴπῃ, ἀλλ’ ἐκρατήθη εἰς τὰ χείλη της ἡ φωνή, ἀνελύθη εἰς δάκρυα μετὰ λυγμῶν, καὶ ἔφυγε κλονουμένη, ὡς νὰ ἔφευγε τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας της. Μόλις ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη φεύγουσα εἰς τὴν ὑπηρέτριαν (διότι ἡ κυρία εἶχεν ἐξέλθει τὴν ἑσπέραν ἐκείνην) ἐρρίφθη ἐπὶ τῆς κλίνης της καὶ ἔκλαυσε τόσον, ὥστε ἀνεκουφίσθη ὀλίγον.

Κατόπιν ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ τὸ πρᾶγμα μετὰ σκέψεως καὶ ἐν τῇ θλίψει της εὗρε παρηγορίαν τινά, ὅτι δηλαδὴ δὲν τὴν ἐγκατέλειψεν ἐκεῖνος, ὡς ἐπὶ στιγμὴν ὑπώπτευσε καὶ δεύτερον ὅτι ἡ θέσις τῆς ὑγείας του ἐβελτιοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἡ κατάστασίς της αὕτη ὑπῆρξε μεταβατική, διότι ἐπανῆλθε τὸ πνεῦμα της εἰς ὡρισμένον ἤδη πλέον κύκλον ἀγωνίας καὶ φόβου, εἰς τὴν ἀσθένειάν του. Ἤθελε νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ, νὰ καθήσῃ παρὰ τὸ προσκεφάλαιον αὐτοῦ, νὰ γίνῃ ἐκείνη ἡ νοσοκόμος του, νὰ μείνῃ νύκτας ὁλοκλήρους ἄγρυπνος πλησίον του, ἀλλὰ σκεπτομένη ταῦτα πάντα ἠρυθρία καὶ τρόπον τινὰ δικαιολογοῦσα ἑαυτὴν ἔλεγε; «Ἐγὼ ἐντὸς τοῦ στρατῶνος; ἐνώπιον τόσων στρατιωτῶν; μία κόρη; ὤ εἶναι ἀδύνατον! ἀδύνατον!»

Ἡ ταλαίπωρος κόρη εἶχε τὴν ὑπερηφάνειαν τῆς παρθενίας της καὶ τὸ ἠθικὸν σθένος τῆς ἁγνότητός της. Μὴ δυναμένη νὰ εὕρῃ διέξοδον ἐγκατέλειψε ἑαυτὴν εἰς τὴν τύχην…

Κατώρθωσε νὰ μάθη ἐκ νέου τὴν παρήγορον εἴδησιν, ὅτι ὁ Γεώργιος εὑρίσκετο ἐν ἀναρρώσει, καὶ ὅτι ὁ ἰατρὸς θὰ τοῦ ἐπέτρεπε τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ νοσοκομείου. Ἡ χαρά της ὑπῆρξεν ἀπερίγραπτος, ἐνόμιζεν ὅτι τὸν ἔβλεπεν εἰς τὸ ἀγαπητὸν προαύλιον τοῦ στρατῶνος, ὠχρὸν καταβεβλημένον, ἀλλὰ τέλος πάντων ὑγιᾶ.

Κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἐνόει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ παράθυρον ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ ὁποίου ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν θὰ τὸν ἔβλεπεν μετὰ δωδεκαήμερον χωρισμόν. Τὰς ἐργασίας της ἐξετέλει ἤδη μετὰ καταπληκτικῆς ταχύτητος καὶ τοῦτο ἵνα ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἀγαπητὸν παράθυρόν της.

Αἴφνης, ἐνῷ εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ παραθύρου ἔχουσα τὰ βλέμματα προσηλωμένα εἰς τὴν ἐν τῷ προαυλίῳ τοῦ στρατῶνος θύραν, διακρίνει τὸν Γεώργιον… Ἐγείρεται, ὑψόνει τὰς χεῖρας θέλουσα καὶ μακρόθεν νὰ τὸν χαιρετήσῃ· θέλει νὰ φωνάξῃ, νὰ τὸν κράξῃ, ἀλλ’ ἡ βιαία πνοή της δὲν τὴν ἀφίνει, τὰ δάκρυα τῆς χαρᾶς πλημμυροῦσιν καὶ σκοτίζουσι τοὺς ὀφθαλμούς της, γονατίζει ἀσυνειδήτως ἐπὶ τοῦ χαμηλοῦ βάθρου τοῦ παραθύρου, ἐκτείνει τὰς χεῖρας της εἰς τὸ κενὸν ὡς νὰ ἦτο πλησίον της ἐκεῖνος, διὰ νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ.... ἀλλ’ οἴμοι! τὸ εὔχαρι σῶμα κλίνει μοιραίως πρὸς τὰ ἐμπρός, χάνει τὴν ἰσορροπίαν καὶ πίπτει… πίπτει… ἐκ τοῦ μεγάλου ἐκείνου ὕψους, ἐπὶ τοῦ λιθοστρώτου τῆς ὁδοῦ, ἵνα μὴ ἐγερθῇ πλέον.

Ὁ φρικώδης δοῦπος ἀντήχησεν ἀπαισίως εἰς τὸν ἀέρα καὶ τίποτε πλέον........

Δύσμοιρος κόρη, τίς θὰ ἠδύνατο ποτὲ νὰ μαντεύσῃ ὅτι τοιοῦτον ἐπεφυλάσσετο εἰς σὲ τέλος;

Ὑπέφερες, ἐστέναξες, ἔκλαυσες, διῆλθες ἡμέρας ἀγωνιῶν καὶ πόνων καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνόμισες ὅτι ἡ τύχη ἤρχισε νὰ σοὶ προσμειδιᾷ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔτεινες τὰς χεῖρας ἵνα συλλάβῃς τὴν μάγον εὐτυχίαν, σκληρὰ μοῖρα σὲ ὤθησε καὶ ἔπεσες, ἔπεσες εἰς τὸν τάφον!

Οἴμοι οὕτω πίπτουσιν εἰς τὸ χάος ἐκ τοῦ ὕψους, εἰς ὃ ἀνέρχονται πᾶσαι αἱ εὐγενεῖς ὑπάρξεις!

Ἡ πτῶσις σου, ταλαίπωρος κόρη εἶνε ἡ ἀλληγορικὴ εἰκὼν τοῦ βίου μας. Ὑψούμεθα, ἐκτείνομεν τὰς χεῖρας, ἵνα συλλάβωμεν τὴν ποθουμένην εὐτυχίαν, καὶ πίπτομεν, πίπτομεν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον εἰς τὸ χάος!..........

Ὅταν οἱ γείτονες τὴν ἀνήγειραν νεκρὰν πλέον ὅπως τὴν μεταφέρωσιν εἰς τὴν οἰκίαν, περιέδεσαν τὴν αἱμόφυρτον καὶ φρικωδῶς συντετριμμένην κεφαλήν της διὰ τοῦ ἐκ μετάξης κιτρίνου ἐκείνου μανδηλίου, ὅπερ ἔφερεν εἰσέτι εἰς τὸν λαιμόν της.

Ὁ ἀτυχὴς Γεώργιος τίποτε δὲν ἐννόησε. Κατὰ τύχην καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ἀπαίσιον γεγονὸς συνέβαινεν, εἶχε τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὰ κάτω ἐστραμμένους, δύο δὲ φίλοι καὶ συστρατιῶται του οἵτινες καὶ ἐγνώριζον τὸ μυστικὸν του καίτοι ἔμαθον τὸ δυστύχημα τὸ ἀπέκρυψαν εἰς αὐτόν. Ἐκεῖνος τὴν περιέμενεν νὰ τὴν ἴδῃ εἰς τὸ παράθυρον ἐνῷ ἐκείνη τὸν ἐπρόσμενεν εἰς τὸν οὐρανόν. Ὅλην ἐκείνην τὴν ἡμέραν παρεπονεῖτο κατ’ αὐτῆς, διότι μόνον ἐπὶ στιγμὴν ἐνεφανίσθη εἰς τὸ παράθυρον.

— Μὲ μιᾶς ἐχάθη ἀπὸ τὰ μάτια μου — ἔλεγεν — διατί λοιπὸν νὰ μὴ ’βγαίνῃ ἀφοῦ ἔχει τόσον καιρὸ νὰ μὲ ἰδῇ καὶ νὰ τὴν ἰδῶ;»

Ἤθελε νὰ τὴν δικαιολογήσῃ ἀλλὰ δὲν εὕρισκε ἰσχυροὺς πρὸς τοῦτο λόγους· τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἡ ἀγωνία του ἔφθασε πλέον εἰς τὸ κατακόρυφον.

— «Κλεισμένο τὸ παράθυρό της; καὶ διατί; ὤ αὐτὸ εἶναι φρικτὸ πρᾶγμα, αὐτὴ εἶναι σκληρότης χειροτέρα ἀπὸ τὸ θάνατο………»

Καὶ ὅλοι τοῦ ἔκρυπτον τὸ φοβερὸν μυστικόν.

Ἐσκέφθη νὰ ὑπάγῃ μέχρι τῆς οἰκίας της· ἐδοκίμασε μάλιστα, ἀλλ’ οἱ τρέμοντες ἐκ τῆς ἀσθενείας πόδες του ἠρνήθησαν αὐτῷ τὴν χάριν.

Ἐκάλεσεν ἕνα τῶν πιστοτέρων φίλων του καί:

«Νικόλα — τῷ εἶπε — μίαν χάριν ζητῶ ἀπὸ ἐσέ, ἀλλὰ δὲν θὰ μοῦ τὴν ἀρνηθῇς.»

Ὁ δυστυχὴς Νικόλας ὠχρίασεν, ἐννόησε περί τινος ἐπρόκειτο……

«Λέγε, φθάνει νὰ εἰμπορῶ, ξέρεις πόσο σὲ ἀγαπῶ καὶ εἶναι περιττὸν νὰ μὲ παρακαλῇς.

— Εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ· ἀλλὰ τὴ χάρι αὐτὴ δὲν θὰ σ’ τὴν λησμονήσω, θέλω νὰ πᾷς μὲ κάθε τρόπο ’ς τὴν Σμαράγδω καὶ νὰ τῆς πῇς ἀπὸ μέρους μου, ὅτι μὲ ἔχει νὰ τρελλαθῶ μὲ τὸν τρόπο της, νὰ τῆς πῇς ὁ Γιώργης μοὖπε: αὐτοὶ εἶνε οἱ ὅρκοι σου; θέλω νὰ μάθῃς ἀπὸ αὐτὴ τί τῆς ἔκαμα καὶ ἐχάθηκε· νὰ τῆς πῇς ὅτι ἤμουν ἀσθενὴς καὶ αὐτὴ ἦτον ἡ αἰτία ὅπου μὲ ἔχασε, γιατί αὐτὸ θὰ ἦνε το παράπονό της, ὅπου δὲν θέλει νὰ προβάλῃ, νὰ τῆς πῇς ἀκόμη ὅτι ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ μὴ βγαίνῃ, νὰ μὴ τὴν βλέπω, θ’ ἀποθάνω ἀπὸ τὸν πόνο μου.»

Καὶ ταῦτα λέγων ἐνηγκαλίζετο τον φίλον του τρέμων, καὶ μὲ τὰ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τὸν παρεκάλει…

Τὴν ἰδίαν ἐκείνην στιγμὴν ἀκριβῶς οἱ κώδωνες τῆς γειτονικῆς ἐκκλησίας ἔκρουον πενθίμως οἱονεὶ ἀποχαιρετίζοντες διὰ τελευταίαν φορὰν τὸ κηδευόμενον σῶμα τῆς ἀτυχοῦς Σμαράγδως.

Ὁ ταλαίπωρος Νικόλας ὁ ἐπιστήθιος φίλος δὲν ἠδυνήθη νὰ κρατηθῇ· ἔκλινε τὴν κεφαλὴν εἰς τὸ στῆθος τοῦ φίλου του καὶ ἀνελύθη εἰς δάκρυα.

— Ὑπομονὴ Γεώργη μου, πρέπει νὰ σοῦ τὸ πῶ, γραφτό της ἦταν, ἡ κακότυχη Σμαράγδω σου ἀπέθανε....

— Ἀπέθανε; ἀπέθανε; ἡ Σμαράγδω μου εἶπες; ἄχ!»

Μία σπαραξικάρδιος κραυγὴ ἐξῆλθε τοῦ στήθους του, δι’ ὑπερανθρώπου δυνάμεως ἐξέφυγε ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ φίλου του, ἔφθασε ὡς ἐξηγριωμένη λέαινα μέχρι τῆς μεγάλης θύρας τοῦ στρατῶνος, καὶ ὡς κεραυνόπληκτος ἔπεσε λιπόθυμος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Δύο νοσοκόμοι καὶ ὁ φίλος του τὸν μετέφερον εἰς μίαν αἴθουσαν τοῦ νοσοκομείου ἀναίσθητον, καὶ τῷ παρέσχον τὰς δεούσας περιθάλψεις, ὅταν δὲ ἀνέλαβε καὶ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς του, εἶπε μὲ ἀσθενῆ καὶ διακεκομμένην φωνὴν εἰς τὸν φίλον του.

— «Νικόλα, μὴ φύγης· ἔχω ἀνάγκην νὰ σοῦ πῶ…»

Οἱ δύο φίλοι ἔμειναν μόνοι ἐν τῇ αἰθούσῃ· πρῶτος ὁ Γεώργιος διέκοψε τὴν σιωπήν. Ὑπεκρίθη γενναιότητα εἰς τὸν φίλον του, ὑπομονὴν καὶ σθένος ψυχῆς, ἠθέλησε νὰ μάθῃ λεπτομερῶς τὰ καθέκαστα τοῦ θανάτου της ἅτινα καὶ ἠκροάσθη ψυχρὸς καὶ ἄφωνος, συστρέφων μόνον ἑκάστοτε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἢ συσπῶν τὰ κάτωχρα χείλη του.

Ἡ αἰφνιδία αὕτη μεταβολὴ ἐφάνη παράδοξος εἰς τὸν φίλον του, ἀλλὰ μόνος του ἔσπευσε νὰ διασκεδάσῃ πᾶσαν τυχὸν ὑπόνοιαν, λέγων:

«Πρέπει νἄχω ὑπομονὴ εἰς τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα» καὶ ἐστήριξε τὴν κεφαλὴν ἐπὶ τῆς παλάμης σύννους καὶ ἄφωνος!

Τὴν ἐπαύριον, ἐνῷ οἱ στρατιῶται ἐξετέλουν γυμνάσια τάγματος ἐν τῇ μεγάλῃ πλατείᾳ τῆς πόλεως, καὶ ὁ στρατὼν σχεδὸν ἦτο ἔρημος, ὑπὸ τὰς εὐρείας αὐτοῦ στοὰς ἀντήχησεν εἷς πυροβολισμός.

Οἱ μάγειροι, οἱ θαλαμοφύλακες καὶ δύο γραφεῖς, ἔσπευσαν ἀμέσως καὶ εὗρον τὸν ἀτυχῆ Γεώργιον κυλισμένον εἰς τὸ αἷμα του ἀλλὰ πρὶν ἢ προφθάσωσι νὰ τὸν ἀνεγείρωσιν, εἶχεν ἐκπνεύσει.

Ὁ δύσμοιρος ἐγίνωσκε ὅτι ἡ Σμαράγδω του τὸν περιέμενεν, ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς μετ’ αὐτῆς περιπάτους του εἰς τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ὅπου ἡ ἀποχώρησις δὲν κτυπᾷ τὴν ἐννάτην ἑσπερινὴν ὥραν!…

Οἱ ἄνθρωποι τὸν ἔκλαυσαν καὶ τὸν ἐσυγχώρησαν· ἀλλ’ ἐσυγχωρήθη ἆρά γε καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ;

Ζάκυνθος

Διονύσιος Ἠλιακόπουλος