Η άνοιξις (Μπέτσου)

Από Βικιθήκη
(Ανακατεύθυνση από Αθηναΐς/Α/5/Η άνοιξις)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἡ ἄνοιξις
Συγγραφέας: Μαριέτα Μπέτσου
Αθηναΐς, Μάιος 1876


Η ΑΝΟΙΞΙΣ
ΠΟΙΗΣΙΣ
ΜΑΡΙΕΤΑΣ ΜΠΕΤΣΟΥ.

Ἦλθε καὶ πάλ’ ἡ ἄνοιξι, περάσανε τὰ χιόνια
 Οἱ κάμποι πρασινίσανε
 Τα δένδρα λουλουδίσανε
 Κι’ ἦρθαν τὰ χελιδόνια.

Μυρίσαν τὰ τριαντάφυλλα, τὰ κρῖνα, τὰ ζουμπούλια
 Καὶ ἡ δροσοῦλα τῆς βραδιᾶς
 Ποτίζει τ’ ἄνθη τῆς ῥοδιᾶς
 Λαμποκοπᾷ ἡ πούλια.

Φυσᾷ τ’ ἀγέρι σιγανὰ, τ’ ἀηδόνι χαιρετάει
 Κι’ αὐτὸ κρυμμένο’ στά κλαριὰ
 Χαίρεται τὴν ἐλευτεριὰ
 Γλυκὰ σὰν κελαδάῃ.

Πέρα ’στὸν κάμπο βόσκουνε χαρούμενα τ’ ἀρνάκια
 Καὶ ὁ βοσκὸς τὰ καρτερᾷ
 Κι’ αὐτὰ κινοῦνε μὲ χαρὰ
 Γκλὶν, γλὶν τὰ κουδουνάκια.

Γελᾷ ὁ οὐρανός, ἡ γῆ, οἱ κάμπ’ ὅλα γελοῦνε
 Κι’ αὐτὰ τὰ πεῦκα στὰ βουνὰ
 Γέρνουν κι’ ἐκεῖνα ταπεινὰ
 Τὸ Μάι χαιρετοῦνε.

’Στοὺς κήπους πᾶν ᾑ εὔμορφαις κι’ ὁ ζέφυρος σιμά τους
 Κι’ αὐγερινὸς ἀπὸ ’ψηλὰ
 Θαρρεῖς κι’ ἐκεῖνος ταῖς φιλᾷ
 Καὶ παίζει ’στά μαλλιά τους.

Ψάλλω κι’ ἐγὼ τὴν ἄνοιξι που βλέπω τ’ ὀρφανά μου
 Μεσ’ στὰ χορτάρια τὰ χλωρὰ
 Νὰ κόβουν ἄνθη δροσερὰ
 Νά ῥίχνουν στὴν ποδιά μου.