Ανύτη ποιήματα
Από Βικιθήκη
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VI, 123
- Έσταθι τάδε, κράνεια βροτοκτόνε,
- μηδ' έτι λύτρον χάλκεον αμφ' όνυχα
- στάζε φόνων δαΐων, άλλ' ανά
- μαρμαρέον δόμον ημένα αιπύν Αθάνας, αγγέλειν ανόρεαν
- Κρητός Εχεκρατίδα
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VI, 153
- Βουχανδής ο λέβης· ο δε θείς Εριασπίδα υιός,
- Κλεύβοτος· α πάτρα δ’ ευρύχορος Τεγέα·
- Ταθάνα δέ τό δώρον· Αριστοτέλης δ’ επόησεν
- Κλειτόριος, γενέτα ταυτό λαχών όνομα.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VI, 312
- Ηνία δή τοι παίδες ενί, τράγε, φοινικόεντα
- θέντες καί λασίω φιμά περί στόματι
- ίππια παιδεύουσι θεού περί ναόν άεθλα,
- όφρ’ αυτούς εφορή νήπια τερπομένους.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 190
- Ακρίδι, τά κατ’ άρουραν αηδόνι και δακρυοκοίτα,
- τέτιγγι ξυνόν τύμβον έτευξεν Μυρώ,
- παρθένιον στάξασα κόρα δάκρυ· δισσά γάρ αυτάς
- παίγνι’ ο δυσπειθής ώχετο έχων Αΐδας.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 202
- Ουκέτι μ' ως τό πάρος πυκιναίς πτερύγεσσιν ερέσσων
- όρσεις εξ ευνής όρθριος εγρόμενος·
- ή γάρ σ’ υπνώοντα σίνις λαθρηδόν επελθών
- έκτεινεν λαιμώ ρίμφα καθείς όνυχα.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 208
- Μνάμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου είσατο Δάμις
- ίππου, επεί στέρνον τούδε διαφοινόν Άρης
- τύψε· μέλαν δέ οι αίμα ταλαυρίνου διά χρωτός
- ζεσσ’ επί δ’ αργαλέα βώλον έδευσε φονά.
-
- Του σκοτωμένου μαύρου του έστησ' ο Δάμις μνήμα,
- που ο Άρης τον εχτύπησε στα στήθια τα γερά.
- Το πορφυρό του απ' το κορμί πετάχθηκ' αίμα ως κύμα
- και βώλους εκατάβρεξε και χώματα ξερά.
-
- μετάφρ. Σιμ. Μενάρδος (Στέφανος, 1924)
-
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 215
- Ουκέτι δή πλωτοίσιν αγαλλόμενος πελάγεσιν
- αυχέν’ αναρρίψω βυσσόθεν ορνύμενος,
- ουδέ περί σκαλμοίσι νεώς περικαλλέα χείλη
- ποιφύσσω, ταμά τερπόμενος προτομά·
- αλλά με πορφυρέα πόντου νοτίς ώσ’ επί χέρσον,
- κείμαι δέ ραδινάν τάνδε παρ’ ηϊόνα.
-
- Τα πλωτά πιά δε θα χαρώ του κόσμου εγώ τα μέρη,
- δεν θ' αναρίξω το λαιμό απο νερά βαθιά
- ουδέ στου καραβιού μπροστά την πλώρη ταίρι ταίρι
- θα βλέπω τη φιγούρα μου, πλασμένη μια ομορφιά
- γιατ' η πνοή της θάλασσας με ξώσυρε στην ξέρη
- και τώρα στην ακρογιαλιά κοιμούμαι την τραχιά.
- μετάφρ. Σίμος Μενάρδος (Στέφανος, 1924)
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 486
- Πολλάκι τώδ’ ολοφυδνά κόρας επί σάματι Κλείνα
- μάτηρ ωκύμορον παιδ’ εβόασε φίλαν,
- ψυχάν αγκαλέουσα Φιλαινίδος, ά προ γάμοιο
- χλωρόν υπέρ ποταμού χεύμ’ Αχέροντος έβα.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 490
- Ώλεο δήποτε, Μαίρα πολύρριζον παρά θάμνον,
- Λόκρι, φιλοφθόγγων ωκυτάτη σκυλάκων·
- τοίον ελαφρίζοντι τεώ εγκάτθετο κώλω
- ιόν αμείλικτον ποικιλόδειρις έχις.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 490
- Παρθένον’ Αντιβίαν καταδύρομαι, άς επί πολλοί
- νυμφίοι ιέμενοι πατρός ίκοντο δόμον
- κάλλευς καί πινυτάτος ανά κλέος· αλλ’ επιπάντων
- ελπίδας ουλόμενα Μοιρ’ εκύλισε πρόσω.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 492
- Οιχόμεθ’, ω Μίλητε, φίλη πατρί, τών αθεμίστων
- τάν άνομον Γαλατάν ύβριν αναινόμεναι,
- παρθενικαί τρισσαί πολιήτιδες, άς ο βιατάς
- Κελτών εις ταύτην μοίραν έτρεψεν Άρης.
- Ου γάρ εμείναμεν αίμα τό δυσσεβές ουδ’υμέναιον,
- Νυμφίον αλλ’ Αίδην κηδεμόν’ ευρόμεθα.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 538
- Μάνης ούτος ανήρ ήν ζών ποτέ· νύν δέ τεθνηκώς
- ίσον Δαρείω τώ μεγάλω δύναται.
-
- Σαν ζούσε αυτός ο άνθρωπος ήτανε σκλάβος• τώρα
- που πέθανε ίσος έγινε με το Δαρείο το Μέγα.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 646
- Λοίσθια δη τάδε πατρί φίλω περί χείρε βαλούσα
- είπ’ Ερατώ, χλωροίς δάκρυσι λειβόμενα·
- «Ώ πάτερ, ού τοι ετ’ ειμί, μέλας δ΄εμόν όμμα καλύπτει
- ήδη αποφθιμένης κυάνεον θάνατος».
-
- Τά λόγια τούτα τά στερνά τού αγαπημένου κύρη
- είπε η Ερατώ καί, κλαίγοντας, τόν κράταγε σφιχτά :
- «Πατέρα μου, δική σου πιά δέν είμαι• φεύγω. Ο μαύρος
- ο θάνατος τά μάτια μου τά γαλανά σφαλά».
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 649
- Αντί τοι ευλεχέος θαλάμου σεμνών θ’ υμεναίων
- μάτηρ στήσε τάφω τώδ’ επί μαρμαρίνω
- παρθενικάν, μέτρον τε τεόν καί κάλλος έχοισαν,
- Θερσί· ποτιφθεγκτά δ’ έπλεο και φθιμένα.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, VII, 724
- Ήρα μένος ε, Πρόαρχ’, όλεσ’ εν δαΐ, δώμά τε πατρός
- Φειδία εν δνοφερώ πένθει έθου φθίμενος·
- αλλά καλόν τοι ύπερθεν έπος τόδε πέτρος αείδει,
- ως έθανες πρό φίλας μαρνάμενος πατρίδος.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, IX, 144
- Κύπριδος οὗτος ὁ χῶρος, ἐπεὶ φίλον ἔπλετο τήνᾳ
- σἰὲν ἀπ᾽ ἠπείρου λαμπρὸν ὁρῆν πέλαγος,
- ὄφρα φίλον ναύτῃσι τελῇ πλόον· ἀμφὶ δὲ πόντος
- δειμαίνει λιπαρὸν δερκόμενος ξόανον.
-
- Της Αφροδίτης είναι εδώ τόπος ιερός. Εκείνη
- να καμαρώνει απ' τη στεριά τη θάλασσ' αγαπά
- για να χαρίζει των ναυτών ολόγυρα γαλήνη
- τι τ' αγαλμά της άμα ιδεί το πέλαγος σωπά.
- μετάφρ. Σιμ. Μενάρδος (Στέφανος, 1924)
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, IX, 313
- Ίζευ άπας υπό καλά δάφνας ευθαλέα φύλλα,
- ωραίου τ’ άρυσαι νάματος αδύ πόμα,
- όφρα τοι ασθμαίνοντα πόνοις θέρεος φίλα γυία
- αμπαύσης, πνοιά τυπτόμενα Zεφύρου.
-
- Κάτ’ από τούτη κάθισε τή φουντωμένη δάφνη
- κι από τήν όμορφη πηγή γλυκό νεράκι πιές,
- τ’ αποσταμένο σου κορμί ν’ αναπαυτεί απ’ τή λάβρα,
- τώρα πού τό χαϊδεύουνε τού Ζέφυρου οι δροσιές.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, IX, 314
- Ερμάς τάδ’ έστακα παρ’ όρχατον ηνεμόεντα
- εν τριόδοις, πολιάς εγγύθεν αϊόνος,
- ανδράσιν κεκμηώσιν έχων άμπαυσιν οδοίο.
- Ψυχρόν δ’ αχραές κράνα υποϊάχει.
[Επεξεργασία] Παλατινή Ανθολογία, IX, 745
- Θάεο τὸν Βρομίου κεραὸν τράγον, ὡς ἀγερώχως
- ὄμμα κατὰ λασιᾶν γαῦρον ἔχει γενύων
- κυδιόων, ὅτι οἱ θάμ’ ἐν οὔρεσιν ἀμφὶ παρῆιδα
- βόστρυχον εἰς ῥοδέαν Ναὶς ἔδεκτο χέρα.
-
- Του Βάκχου δες περήφανο τον τράγο τον προκέρα
- τηρώντας τ' άσπρα γένια του, το μάτι πως σφαλά,
- καμαρωτός γιατί συχνά στα βράχ' η Νύμφη πέρα
- τα μάγουλά του χάδεψε με χέρια ροδαλά.
- μετάφρ. Σιμ. Μενάρδος (Στέφανος, 1924)
[Επεξεργασία] Ελληνική Ανθολογία, XVI 228 (από την Ανθολογία του Πλανούδη)
- Ξείν’, υπό ταν πέτραν τετρυμένα γυί’ ανάπαυσον
- αδύ τοι εν χλωροίς πνεύμα θροεί πετάλοις.
- Πιδακά τ’ εκ παγάς ψυχρόν πίε· δη γαρ οδίταις
- άμπαυμ’ εν θερμώ καύματι τούτο φίλον
[Επεξεργασία] Ελληνική Ανθολογία, XVI 231 (από την Ανθολογία του Πλανούδη)
- τίπτε κατ᾽ οἰόβατον, Πὰν ἀγρότα, δάσκιον ὕλαν
- ἥμενος ἁδυβόαι τῷδε κρέκεις δόνακι;
- ὄφρα μοι ἑρσήεντα κατ᾽ οὔρεα ταῦτα νέμοιντο
- πόρτιες ἠυκόμων δρεπτόμεναι σταχύων.
[Επεξεργασία] Ελληνική Ανθολογία, XVI 291 (από την Ανθολογία του Πλανούδη)
- Φριξοκόμα τόδε Πανί καί αυλίασι θέτο Νύμφαις
- δώρον υπό σκοπιάς Θεύθοτος οιονόμος·
- ούνεχ’ υπ’ αξαλέου θέρεος μέγα κεκμηώτα
- παύσαν ορέξασαι χερσίν μελιχρόν ύδωρ.