Parisina

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ἀπὸ τὴν “Parisina”
Συγγραφέας: Λόρδος Βύρων
Μεταφραστής: Λορέντζος Μαβίλης
Τα έργα του Λορέντσου Μαβίλη (1922)


Ι

Ἡ ὧρα εἶν’ αὐτὴ ποῦ ἀπὸ τοὺς κλώνους βγαίνει
Ὁ ψιλὸς τ’ ἀηδονιοῦ κελαϊδισμός,
Ποῦ εἰς κάθε του μιλιὰ μουρμουρισμένη
Φαίνεται ὁ πόθος τοῦ ἐραστῆ γλυκός.
Καὶ τ’ ἀεράκι ποῦ τερπνὰ φυσάει
Καὶ τὸ ρυάκι ποῦ σιμὰ κυλάει
Μουσικὴ χύνουν σὰ φιλέρμ’ αὐτιά.
Εἶναι ψηλὰ τ’ ἀστέρι’ ἀνταμωμένα,
Κάτου στὴν γῆν εἶν’ ἐλαφρὰ βρεμένα
Ὄλα τὰ λουλουδάκια μὲ δροσιά.
Τὸ γαλάζιο τὸ κῦμα εἶναι βαθύτερο
Κ’ ἕνα ξάστερο σκότος ’ς τὸν αἰθέρα,
’Στὴ γλυκειά του μαυράδα καθαρό,
Ὁπ’ ἔρχεται ὅταν βασιλεύσ’ ἡ μέρα
Τὴν ὥρα ποῦ φεγγάρι λαμπηρὸ
Τοῦ δειλινοῦ τὸ φῶς σκορπίζει πέρα.

ΙΙ

Ἀλλ’ ὄχι τοῦ νεροῦ γιὰ ν’ ἀγροικήσῃ
Tὸν καταρράκτ’ ἡ Παριζίνα βγαίνει,
Ὄχι τὸ οὐράνιο φῶς γιὰ ν’ ἀντικρύσῃ
Eἰς τὰ μαυράδια τῆς νυκτὸς προβαίνει.
Κι’ ἂν εἰς τὸ περιβόλι αὐτὴ καθίζει
Δὲν εἶναι γιὰ τὰ ὁλάνοικτα λουλούδια,
Aὐτιάζεται — ὄχι γι’ αἠδονιοῦ τραγούδια —
Ἂν καὶ τέτοια λαλιὰ ν’ ἀκούσῃ ἐλπίζει.
Καὶ νά μὲς τὰ πυκνὰ φύλλα γλυστράει
Ἕνα πάτημα, ἡ ὄψη της χλωμιάζει —
Kαὶ ἡ καρδιά της γοργότερα κτυπάει.
Μέσ’ ἀπ’ τὰ στήθη της φουσκόνουν!
Μιὰ στιγμὴ μόνη ἀκόμα — κι’ ἀνταμόνουν —
Ἐπέρασε ἡ στιγμή — καὶ πέφτει ἐμπρός της
Mὲ μιᾶς γονατισμένος ὁ καλός της.

III

Καὶ τί τοὺς μέλει τώρα ὁ κόσμος ὅλος
Μὲ τὸν καιρὸν ὁποῦ τὰ πάντα ἀλλάζει;
Ὅσα ἐκεῖ ζοῦν — ἡ γῆ κι’ ὁ οὐρανὸς θόλος —
Σὰν τίποτα ὅλα ὁ νοῦς τὰ λογιάζει.
Καθὼς νεκροὶ νὰ ἦσαν δὲν προσέχουν
’Σ ὅ,τι κάτω, ψηλά, γύρω τους ἔχουν,
Πῶς ὅλα τἄλλα ἐπέρασαν θαρροῦν,
Πῶς ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο μόνοι ζοῦν.
Στενάζουν μὲ βαθειὰ γλυκάδα τόση
Ποῦ ἂν δὲν ἔπαυε ἐκείνη ἡ εὐτυχισμένη
Τρέλλα, στάχτ’ ᾑ καρδιαῖς ἤθελαν γένῃ
Ὅσαις παρόμοια φλόγα ἔχει πυρώσῃ.
Φαντάζονται οὐδὲ κἂν κρῖμα ἢ κινδύνους
’Σ τοῦ τρυφεροῦ τῶν ὄνειρων τὴ ζάλη;
Ποιὸς ποτέ του ἐσταμάτησε ἀπ’ ἐκείνους
Ὅσοι ἀγροικῆσαν μέσα τὴν μεγάλη
Tοῦ πάθους τούτου ὁρμή; ποιὸς ἐφοβήθη
Πιὰν τέτοιαν ὥρα; ἢ ποιὸς ἀνανοήθη
Πόσο λίγο βαστοῦν τέτοιες στιγμές;
Ἀλλ’ ὅμως νὰ ποῦ πέρασαν κι’ αὐταῖς!
Κι’ ὁ καθείς μας ξυπνᾷ προτοῦ γνωρίσῃ
Π’ ὄνειρο τέτοιο πλιὰ δὲ θὰ γυρίσῃ.

IV

Μὲ ματιαῖς φεύγουν κεῖθε ἀργὰ ριγμέναις,
Ποῦ ἀπόλαυσαν χαραῖς κριματισμέναις,
Κ’ ἐλπίζουν, πλῆν λυποῦνται, ὡσὰν στερνὸς
Γι’ αὐτοὺς ἐκεῖνος νὰ ἦταν χωρισμός.
Οἱ πλήθιοι στεναγμοί, τὸ σφιχτοἀγκάλιασμα
Καὶ τῶν φιλιῶν τὸ ἀτέλειωτο ἀναγάλλιασμα
Ἐνῷ φέγγει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴ θωριά της,
Ὁποῦ, ὡς φοβᾶται, δὲν τὴ συχωράει,
Ὡς νἄβλεπε τὸ μέγα ἁμάρτημά της
Κάθ’ ἄστρο γαληνὸ ποῦ τοὺς τηράει —
Τ’ ἀγκάλιασμα κ’ οἱ πλήθιοι στεναγμοὶ
Δεμένους τοὺς κρατοῦν ἀκόμη ἐκεῖ.
Ἀλλ’ ἔφθασε ἡ συιγμὴ νὰ χωρισθοῦν,
Μὲ βαρειὰ τὴν καρδιὰ καὶ τρομασμένοι,
Ἀπ’ ταῖς ἀνατριχίλαις παγωμένοι
ὁποῦ γοργὰ τὸ κρῖμ’ ἀκολουθοῦν.

V

Καὶ ὁ Οὗγος πάει στὴν ἔρημή του κλίνη.

Ἄλλου γυναῖκα ἐκεῖ νὰ ἐπιθυμήσῃ,
πλὴν τ’ ἄπιστο κεφάλι της ἐκείνη
Σιμὰ στὸν καλὸν ἄνδρα θ’ ἀκουμβήσῃ.
Στὸν ὕπνον ὅμως δείχνει θερμασμένη

....................................................................................................................................................................................................................................................


VI

Τὴ σφίγγει στὴν καρδιά του κοιμημένη,
Γροικῶντας κάθε λέξη της κομμένη·
Κι’ ἀκούει — τί σαστίζει κι’ ὅλος φρίκη
Σὰ νἄκουε τ’ Ἀρχαγγέλου τὴ φωνή;
Καὶ πῶς νὰ μὴ σαστίσῃ; Καταδίκη
Δὲ θὲ νὰ τοῦ βροντᾷ πλιὸ τρομερὴ
’Σ τὸ μνῆμα ὅταν γιὰ πάντα θὰ ξυπνήσῃ
Τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ γιὰ ν’ ἀντικρύσῃ.
Πῶς νὰ μὴ φρίξῃ; Τὴ γλυκειά του εἰρήνη
Ἡ μιλιὰ τοῦ κατάστρεψεν ἐκείνη.
Ἕνα μουρμουρητὸ ἀποκοιμισμένο,
Τὄνομ’ αὐτὸ σιγὰ ψιθυρισμένο,
Τῆς γυναικὸς τὸ κρῖμα φανερόνει
Καὶ μ’ ἐντροπὴ τὸν Ἄζο κηλιδόνει.
Καὶ τίνος τὄνομα εἶναι ποῦ βογγάει
Εἰς τὸ προσκέφαλό του φοβερό,
Καθὼς τὸ κῦμα ποῦ στὴν ἄκρη σπάει
Πετῶντας τὸ σανίδι ’ς τὸ σκληρὸ
Βράχο καὶ τὸν πνιμμένον κομματιάζει
Τὸν δύστυχο ποῦ πέφτει καὶ βουλιάζει,
Γιὰ νὰ μὴν ἀνεβῇ στὸν κόσμο πλιά;
Παρόμοια στὴν ψυχὴ τοὖλθ’ ἡ κτυπιά.
Τίνος τ’ ὄνομ’ αὐτό; Τ’ Οὕγου; Ἐκεινοῦ;
Ἀλήθεια! αὐτὸ δὲν τοὖχ’ ἐλθεῖ στὸ νοῦ!
Τοῦ Οὕγου, τοῦ παιδιοῦ μιᾶς π’ ἀγαποῦσε,
Τοῦ δικοῦ του παιδιοῦ ποῦ ἦταν κακὸς
Τῆς διεστραμμένης νειότης του καρπός,
Ὅταν τὴ Λεύκω ὁ Ἄζος ἀπατοῦσε,
Τὴν κόρη ποῦ ’ς τὴν τρέλλα της πιστεύθη
Αὐτὸν ποῦ ἀπέκει δὲν τὴν ἐπαντρεύθη.

VII

Τὸ μαχαῖρι ἀπ’ τὴ θήκη πάει νὰ βγάλῃ,
Ἀλλὰ πρὶν ὅλο βγῇ τὸ κρύβει πάλι.
Ἄν καὶ τῆς ἄξιζε, ὅμως δὲν τολμάει
Μορφὴ νὰ σφάξῃ τόσο ἀγγελική,
Κἄν ὄχι ἐνῷ γελᾷ στὸν ὕπνο – ἐκεῖ,
Ὄχι, δὲν εἰμπορεῖ. Δὲν τὴν ξυπνάει!

Ἀλλ’ ἀπάνου της βλέπει μ’ ἕνα μάτι,
Ποῦ ἂν σηκονόνταν κείνη ἀπ’ τὸ κρεββάτι,
Θἄπεφτε πάλι πίσω κοιμισμένη
Μὲ τὴν κάθε αἴσθησή της παγωμένη.
’Σ τὰ φρύδια του χοντραῖς σταλαματιαῖς
Ἄστραφταν εἰς τοῦ λύχνου ταῖς φωτιαῖς,
Ἀκόμη αὐτὴ κοιμοῦνταν. Δὲ μιλοῦσε.
’Σ τὸ νοῦ του αὐτὸς ταῖς μέραις της μετροῦσε.