POESIES ÉROTIQUES CHYPRIOTES
| Κυπριακά Μεσαιωνικά ερωτικά ποιήματα |
| Επιμέλεια Emile Legrand, Bibliothèque grecque vulgaire, Τόμος 2, Maisonneuve, Παρίσι 1881, σ. 58—93 (ποιήματα α' έως ος'). |
Διὰ σημαδίου ἔχω γλειόντα
ʼς τὴν ὄχραν, ὁπʼ ἔν γοιὸν ἄστρον,
πράσινον δέντρον σὰν κάστρον
πάντα στέκεται θωρῶνταν
μʼ ὄρεξιν πάντες βιγλῶντα5
τοῦ δέντρου τοὺς κλώνους χάσκει,
νὰ πηδήσῃ πάνω πάσκει
καὶ γιʼ αὐτὸν στέκει στεκόντα.
Ἡ καρδιά μου μὲ τὸν γλειόντα
τοῦτον ἐμπορεῖ νὰ μοιάσῃ10
ἀποῦ τοῦ δέντρου νὰ πγιάσῃ
τὴν κορφὴν στέκει πηδῶντα,
ἡ καρδιά μου πεθυμῶντα
ʼς τὰ ψηλὰ θὲ νὰ πετάσῃ,
καὶ, μὴ δύνοντα νὰ φτάσῃ,15
στέκει χαμηλὰ κλαμῶντα.
Ὧδε μέσα γραμμένα τὰ λαμπρά μου,
βάρη καὶ πλῆξες καὶ χολαὶς βαμμέναις,
ταὶς πγοιαὶς μοῦ δῶκεν ἡ γλυκειὰ κυρά μου,
καὶ ποῖκεν ταῖς ἡμέραις μου θλιμμέναις.
Ὧδε λαλῶ τοῦ πόθου τὰ κακά μου,5
κὴ ὅλαις μου αἱ ἔγναις ὧδʼ ἕναι γραμμέναις.
Ὦ παῖδγοι, βάρτε τὸ σκοπὸν ʼς αὐτόν μου,
μάθετε σεῖς ἀποὺ τὸν ὀξοδόν μου.
Ἄγωμε, βιβιγλίον παραδαρμένον,
κή, ἂν τύχῃ πούποτε ποτὲ καὶ ʼδῶ σε,10
μὲν βαρεθῇς νὰ ʼπῇς, «ʼδὲ τὸν θλιμμένον
ποῦ κόπγιασεν γιὰ μέν!» παρακαλῶ σε
κή, ἂν ʼδῇς κείνην τοῦ μʼ ἔκαψεν τὸ ξένον,
ʼπέ της ἀχ τὴν μεργιά μου· «προσκυνῶ σε,
ʼδὲ πῶς ἐγὼ παντοῦ φιλῶ σε σέναν.»15
φίλα καὶ σοὺ τὸ χέριν της γιὰ μένα.
Κόκκινα δὲν σʼ ἐντύνω, βιβλιόν μου,
γιατί γειορτὴν δὲν εἶδα ʼς τὴν πικριάν μου·
πράσινα δὲν ταιργιάζουν ʼς τὸ λαμπρόν μον,
γιατὶ θάρρος δὲν βλέπω ἀχ τὴν κυράν μου·20
ὀχράδες δὲν στέκουν καλὰ ʼς αὐτόν μου,
γιατὶ ποτὲ δὲν εἶχα τὴν χαράν μου;
μαῦρα σʼ ἐντύνω, μαῦρα λυπημένα,
τὰ πγοιὰ ταιργιάζουν ʼς τὴν καρδιά μου μένα.
Μὲ τῆς καρδιᾶς μου τὴν ὄχραν ντυμένον25
ἄγωμε, βιβιγλίον, καὶ μὲν μουλλώσῃς·
ὅτις σοῦ ʼπῇ γιατʼ εἶσαι λυπημένον,
ἀχ τὴν ἀλήθειαν λόγον μὲν τοῦ χώσῃς·
τὰ πάθη μου μὴν στέκῃς μουλλωμένον,
βάλε βουργά φωναῖς ὅσαις νὰ σώσῃς,30
ἂν τύχως νὰ γροικήσῃ ἡ κυρά μου,
τάχα καὶ νὰ λυπηθῇ τὰ λαμπρά μου.
Ὅτις τοῦ πόθου δὲν εἶνʼ πειρασμένος,
τὰ δολερά του πάθη δὲν γνωρίζει·
ὅτις ʼπὸ κεῖνον δὲν εἶναι καμένος
κὴ ἀκόμη ʼς τὴν καρδιὰν νὰ τὸν φλογίζῃ·
ὅτις γιʼ ἀγάπην δὲν ἔνʼ πληγωμένος5
εἰς τὴν καρδιὰν, κὴ ἀκόμη μαρτυρίζει,
τοῦτα τὰ λίγα φύλλα μὴν τʼ ἀνοίσῃ,
γιατὶ ξεύρω δὲν θέλει τὰ γνωρίσῃ.
Ἄμετε, πλῆξες, πάθη καὶ λαμπρά μου,
ʼς ἐκείνην ἀποῦ βάλθην νὰ μὲ κλύσῃ
μὲ λύπην· ʼπέτε πῶς ἄφτει καρδιά μου
ὅπως νὰ λυπηθῇ νὰ συχωρήσῃ·
μʼ ἂν ἴσως καὶ δὲν θέλῃ τὰ λαμπρά μου5
μὲ τὸ γλυκύν της θάρρος νὰ τὰ σβύσῃ,
δώστε της τὴν καρδιά μου, κὴ ἀποβγᾶτε,
διατὶ ἀχ τὸ τέλος ἡ ζωὴ τιμᾶται.
Ὄντα σὲ κείνην τὴν μεργιάν γυρίσω
ἄπου τὸ ʼδεῖ σου τὸ γλυκὺν γλαμπρίζει,
τόσον τὸ φῶς σου μέσʼ τὸν νοῦν μου ʼγγίζει,
ποῦ μʼ ἄφτει, καὶ δὲν σόνω πγειὸν νὰ ζήσω.
Φοβῶντα ʼχ τὸ λαμπρὸν μὴν ξηψυχήσω,5
γιατὶ καρδιά μου νὰ μʼ ἀφήσῃ ἀρχίζει,
πιστεύγω κὴ ὡς τυφλὸν ποῦ δὲν γαγίζει,
δίχα του δὲν ἐβλέπω νὰ πατήσω.
Ἤτζου τοὺς κόρπους τοῦ θανάτου φεύγω,
κὴ ὄχι τόσον βουργὰ ποῦ πεθυμιά μου10
νὰ μὲν μὲ φτάνῃ γοιὸν ἕνʼ μαθημένη·
Μουλλόνοντα τὴν πλῆξι μου κυβεύγω,
γιὰ νὰ μὲν κλαῖν ὅσοι γροικοῦν μητά μου,
τόσον ἔνʼ ἡ φωνή μου λυπημένη.
Ὅνταν τά ʼμνοστα μάτια νὰ μὲ ʼδοῦσιν,
τὸ βλέμμαν νὰ στεργειώσουν εἰς αὐτόν μου,
τόσα τὸ φῶς τους βάλλω ʼς τὸ μυαλόν μου,
καὶ τὰ δικά μου πλειὸν οὐδὲν θωροῦσιν.
Ὅντα μὲ ʼδοῦν, τὰ μέλη μου χαλοῦσιν·5
ὅνταν μὲ ʼδοῦν, ἀξάφτει τὸ λαμπρόν μου,
ἀξ αὐτοῦ τους θωρῶ τὸν θάνατόν μου,
κʼ εἰς τὴν ζωὴν ἐκεῖνα μὲ κρατοῦσιν.
Ὅντα σὲ μὲν γυρίζουν καὶ θωροῦν με,
γνώθω κὴ ἄφτει καρδιά μου μαρτυρῶντα,10
καὶ κεῖνα γνώθουν κὴ ἀξαναβιγλοῦν με
Κὴ ὥσπου περίττου πάσκει πολεμῶντα,
τὰ πγοιὰ ʼμέραν καὶ νύχτα καταγλυοῦν με,
τόσον ἐκεῖνα στέκω πολεμῶντα.
Τὰ γλυκειὰ μάτια κεῖνα ποῦ μὲ ζιοῦσιν,
καὶ τὰ ξανθὰ μαλλιὰ τὰ χρουσαφένα,
τά ʼμορφα χείλη ποὔχουν μετρημένα,
εἰς ὅσα λόγια ʼξ αὑτοῦ τους ἐβγοῦσιν.
Ταὶς ἔγναις πούποτε δὲν πεθυμοῦσιν,5
μόνον ὅσʼ ἔναι βγιενικά φτειασμένα,
καὶ τὰ συνήθεια ποὔχουν φυτρωμένα
μέσʼ ʼς τὴν καρδιά μου δροσινὰ κὴ ἀθιοῦσιν.
Πολλάκις ἀποτόρμησα νὰ γράψω
κʼ εἰς τοῦτα τὰ χαρτιὰ νὰ ζωγραφήσω,10
ἢ μὲ μολύβιν τάχα νὰ τὰ σκιάσω·
Ἀμμέ ʼτον χρειὰ ʼς τὸ ξύστερον νὰ πάψω,
διατὶ δὲν εἶναι πρᾶμμαν νὰ μπορήσω
τόσον μὲ νοῦν ἀνθρωπινὸν νὰ γράψω.
Τοῦτα ʼνʼ τὰ γλυκειὰ μάτια ποῦ βιγλῶντα
ὅλως ἔχασα ʼγὼ τὸν ἐμαυτόν μου·
τοῦτα ʼνʼ τὰ φρύδια πʼ ἄφτουν τὸ λαμπρόν μου,
καὶ λύπην πάγω δωργιανὰ ζητῶντα.
Τοῦτα ʼναι τὰ μαλλιὰ ποῦ περιπλειόντα5
ποδένουν τὴν καρδιὰ πάντα ʼς αὐτόν μου,
ὅτι ʼπομένω δὶς τὸν λογισμόν μου,
ποῦ ζῶ γιὰ σὲν ʼποὺ μὲν ξηχωριστῶντα.
ʼΣ τὸ μέτωπό σου ἠθέλησεν νὰ ποίσῃ
ὁ πόθος τὸ θρονίν του, καὶ νʼ ἁπλώσῃ10
ʼς τὴν μιὰν μεργιὰν τὸ θάρρος μὲ τὸν ἄδην.
ʼΣ τὴν ἄλλην ζωγραφιὰ μὲ δίχα ʼχράδιν,
γοιόν τʼ ἄστρη ὧδε καὶ ʼκεῖ τέχνη νὰ ποίσῃ,
καλὸς ἀέρας, χάδιν, νοῦς καὶ γνῶσι.
Τίντα ʼφορμὴ σʼ ἔβιασεν, ῥιζικόν μου,
ʼς τὴν μάχην δίχως ἄρματα νὰ δώσω
ʼκεῖ ποῦ νικούμουν πάντα; κή, ἃ γλυτώσω,
θέλʼ εἶστεν μέγαν θαῦμα εἰς αὐτόν μου;
Τόσα βιγλῶ κοντὰ τὸν θάνατόν μου,5
ὅσον πρὸς τὴν ἐχθρή μου νὰ συμώσω,
κὴ οὐδὲ φελᾷ με, ἂν ἦνʼ καὶ παραδώσω
ʼς αὑτόν της ταπεινὰ τὸν ἐμαυτόν μου.
Ἄμποτε ἀφʼ ὧν τὸν θάνατον μοῦ δώσῃς,
ἂν ἔνʼ καὶ νʼ ἀποθάνω λογαργιάζεις,10
τοὺς πόνους μὲ τὴν ζωήν μου να τελειώσῃς·
Ἀμμʼ ἂν ἴσως κʼ ἡ γνῶσι μου ἀγκατιάζῃ
ʼς τὸ μέτωπόν της τί ἔχει ὁ λογισμός της,
ζῶντα, κὴ ἀφʼ ὧν ʼποθάνω εἶμαι δικός της.
Ἀφʼ ὧν τοῦ ξιφαργιοῦ μʼ ἔχεις σημάδιν,
ὦ πόθε, ἄλλου δὲν ἔσυρες νὰ δώσῃς·
τόπον δὲν ἔχω πγειὸν νὰ μὲ πληγώσῃς,
παρὰ πληγὴν πάνω ʼς πληγὴν ὁμάδιν.
Ἀναμωμένος καὶ πωρνὸν καὶ βράδυν,5
ἔβλεπες τὴν καρδιὰν νὰ μὲ καρφώσῃς,
κὴ οὐδʼ ἔπαψες ποτὲ νὰ μὲ πληγώσῃς,
διὰ νὰ θωρῇς τὰ μάτια μου πηγάδιν.
Κριτής γιὰ μέναν ἄδικος ἐγίνης,
ἀφʼ ὧν ἐμὲν ποῦ σʼ ἀκλουθῶ παιδεύγεις,10
καὶ τοῖς ἐχθροῖς σου πλάσιν δὲν ἐγγίζεις.
Ἐμὲν τὸν δουλευτὴν θὲ νὰ μὲ κρίνῃς,
καὶ κείνην ἁποῦ σὲ μισᾷ κυβεύγεις,
ἐγνοιάζομαι ʼς αὐτόν της δὲν ὁρίζεις.
Κοιμῶντα μοῦ φανίστην νὰ βιγλίσω
ἐκείνην ἁποῦ πῆρεν τὴν καρδιά μου,
μὲ θάρρος νὰ μοῦ στρέψῃ τὴν ὑγειάν μου
καὶ ʼγὼ νὰ ʼλπίζω μέσα μου νὰ ζήσω.
Ἀμμὲ μὲ δίχως περίσσα νʼ ἀργήσω,5
ξυπνώντα ποῖκα στρέμμα ʼς τὴν κυράν μου,
ἐδίπλασα ξανὰ τὴν καματιά μου,
καὶ πάλε πεθυμῶ νὰ ξηψυχήσω.
Μάτια μου, ἀφ᾽ ὧν κοιμῶντα μοῦ διδῆτε
τό ʼθελα νὰ θωρούσετε ἀνοιμμένα,10
τὸν κόσμον πγειὸν γιʼ ἀγάπη μου μὲ ʼδῆτε.
Μάτια μου, ἀφ᾽ ὧν βιγλᾶτε κοιμισμένα
κεῖνον ποῦ θέλω πάντα νὰ θωρῆτε,
μείνετε ʼμέραν νύχταν καμμυμένα.
Τὸ δὲν ἐτόλμησα ποτὲ ὄξυπνά μου
νὰ ʼδῶ, δὲ νὰ γνοιαστῶ ʼς τὸν ἐμαυτόν μου,
εἶδα κοιμῶντας δίχως τʼ ἀστρικόν μου
νὰ ξεύρῃ κʼ ἦτον τίτοια ἡ πεθυμιά μου
ʼΣ λογὴν, κὴ ὅπου νὰ ʼδῇ τώρα ἡ θωργιά μου,5
βιγλῶ τὴν θέϊσσά μου ʼς τὸ πλευρόν μου,
πῶς μʼ ἀθυμίζει πάντα τὸ καλόν μου,
καὶ ʼγὼ τὴν συχωρῶ ʼπαὶ τὰ λαμπρά μου.
Ὦ πόθε, ποῦ μᾶς παίζεις μὲ τὸ θάρρος,
γοιὸν ἔδειξες τίτοιαν θωργιὰν ʼς τὸ ʼδεῖ μου,10
νἆχες μʼ ἀφήσειν πάντα κοιμισμένον.
Ἂν μέλλῃ τίτοιον ʼδεῖν εὐλογημένον
ναὔρω ʼφʼ ὅτης τεγλειώσω τὴν ζωή μου,
ῥίσε νἀρτῇ, βουργὰ ʼς ἐμὲν ὁ Χάρος.
Τόσα ʼνʼ ἡ πεθυμιά μου μποδισμένη,
θέλοντας μιᾶς ποῦ φεύγει νʼ ἀκλουθήσω,
ἡ πγοιὰ τὸν πόθον δὲν τὸν ἔχει χρῆσι,
καὶ πᾷ πετῶντας ὀμπρὸς λευτερωμένη·
Κὴ ὅσα τῆς πάρουν γκέλλο νʼ ἀναμένῃ5
γιὰ τὸ καλόν της δὲν θὲ νʼ ἀγροικήσῃ,
δὲ χαλινάριν σόνει νὰ τὴν στήσῃ,
τόσον ἔνʼ ἀχ τὸν πόθον νικημένη.
Κὴ ἀφʼ ὧν δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν κρατήσω,
Χρῆσʼ εἶναι νʼ ἀκλουθῶ γοιὸν τυφλωμένον,10
ἡ πγοιὰ γνώθω ʼς τὸν ᾅδην μὲ ʼπαισόνει.
Μόνον γιὰ νἄρτω ʼς τὸ δέντρον νὰ ʼγγίσω
ἐκεῖνον τὸν καρπὸν τὸν φουμισμένον,
ἀπʼ ὅτις τὸν γευτῇ ποτὲ τεγλειόνει.
Ἂν τόσην πίστιν νὰ δίδῃς τὸ ʼπεῖν μου
εἰς ὅσον ʼς τὴν καρδιὰν πλῆξες, κυρά μου,
ἔθελαν ʼδεῖν τʼ ἀναστενάμματά μου,
εἰς τέλος, πρὶν τεγλειώσουν τὴν ζωήν μου.
Ἀμμὲ διατὶ βιγλίζεις τὴν πνοήν μου5
νὰ γνάζῃ, δὲν πιστεύγεις τὰ λαμπρά μου;
γιʼ αὐτὸν ὁ Χάρος, ὁ πγοιὸς ἔνʼ κοντά μου
θέλει σφαλίσῃ ἀποὺ μιᾶς τὸ ʼδεῖν μου.
Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ὁρισμόν του10
γιὰ νὰ λευτερωθῶ τέγλεια ʼπὸ κεῖνον
ἀποῦ μʼ ἔκαψεν πγειὰ παρὰ κἀνέναν,
Ἀμμέ ʼντα θέλουν ʼπεῖν τότες γιὰ σέναν;
τούτη σκλερὴ θανάτωσεν ἐκεῖνον
ποῦ τὴν ἀγάπαν πγειὸν παρὰ κἀνέναν.
Quand' io veggio dal ciel scender l'aurora,
μὲ τὰ μαλλιά της τόσον λαμπρυσμένα,
ὁ πόθος γνιάνει τὰ λαμπρὰ ʼς ἐμένα,
καὶ λέγω· «ἡ θέϊσσά μου ὧδʼ ἔναι τώρα.»
O felice Titon, tu sai ben l'ora.5
τὸ βιός σου νὰ τὸ φέρῃς πρὸς ἐμέναν,
καὶ ʼγὼ ἂν θελήσω νὰ τὸ ʼδῶ, ἅγι μένα!
χρῆσʼ εἶναι νὰ δώσω τέλος εἰς τὴν ὥρα.
I vostri dipartir non son si duri,
διατὶ ʼς ἐσὲν τὴν νύχταν κάμνει στρέμμα,10
κὴ ἀρέσκουν τʼ ἄσπρα σου μαλλιὰ ʼς αὐτόν της.
Le mie notti fan tristi e li giorni scuri
κείνης ποῦ πῆρεν ἀποὺ μὲν τὸ πνέμμα,
καὶ ʼγὼ τὰ δόγλια πάθη ʼπὸ ʼξ αὐτόν της.
Τὰ μάτια μοῦ φανίστην νὰ βιγλίσω
ἀποῦ δίδουν τὸ φῶς εἰς τὰ δικά μου
τόσον γλυκειὰ νʼ ἀξάψουν τὰ λαμπρά μου
ὅτʼ εἴπουν ἤτζου τὴν ζωὴν' νʼ ἀφήσω·
Κὴ ὡς γοιὸν ἀξάφτα κʼ ἤθελα νʼ ἀργήσω5
νʼ ἀφταίνω καὶ νὰ μὲ θωρῇ κυρά μου,
τρέχει ʼς τὸν νοῦ μου καὶ λαλῶ μεσά μου
κοιμοῦμαι πᾶς καὶ χάσω το, ἂν ξυπνήσω.
Κʼ ἤτζου γοιὸν ἤμουν μεσοκοιμισμένος
τοὺς ὀφθαλμούς μου πγιάσα νʼ ἀπομείνω10
κάμνοντα νἄχω κείνʼ τὴν ἐφροσύνην.
Ἀμμʼ ἤτζου μὴν μπορῶντα μου νὰ μείνω
πολλὰ ποὺ τὸ λαμπρὸν τρεμουχιασμένος
ξυπνῶ, κʼ εὑρέθηκα μέσʼ τὸ καμίνιν.
Ἂν ἔνʼ πικρὸς ὁ πόθος, γοιὸν λαλοῦσιν,
πῶς ἔνʼ γλυκειὰ τὰ πάθη τὰ δικά του;
κὴ ἂν ἔνʼ γλυκὺς, πῶς ἔνʼ σκλερὴ καρδιά του;
κὴ ἂν ἔνʼ σκλερός, πῶς ὅλοι τὸν ποθοῦσιν;
Ἂ δὲν ἔνʼ ἔμπιστος γοιὸν τὸν θωροῦσιν,5
γιὰτ ἴντα νὰ μετέχουνται μητά του;
ἂν ἔνʼ κʼ εἶναι φτηνὸς εἰς τὰ καλά του,
γιατί παραπονοῦνται ὅσοι ἀγαποῦσιν;
Ἂν ἴσως καὶ τὸν καθάναν πληγόνει,
πῶς δὲν εἶναι μητά του κακιωμένοι;10
ἀμμʼ ὅλοι τʼ ἀκλουθοῦν ὅσους κορπόνει.
Ἔγνοια γλυκειὰ μὲ τὴν πικριὰ σμιμμένη
τοὺς ἀγαποῦν εἰς τοῦτον ἀποσόνει,
καὶ δὲν γνώθουν πῶς ζοῦν ἀποθαμμένοι.
Ξεύρεις γιατʼ εἶνʼ ὁ πόθος φτερωμένος
καὶ μὲ τὰ πλουμιστὰ φτερὰ γυρίζει;
Γιατὶ κανένας πʼ ἀγαπᾷ σιγίζει,
οὐδὲ ποτὲ ὁ νοῦς του σιγισμένος.
Ξεύρεις γιὰτ ἴντα ʼνʼ ἤτζου τυφλωμένος;5
γιατί κἀνένας ποῦ ποθεῖ βιγλίζει,
ʼποῦ πᾶμα γιὸν τυφλὸν ποῦ δὲν γαγίζει
χτυπᾷ κʼ ἐδᾶ καὶ ʼκειᾶ σὰν παιλλιασμένος.
Ξεύρεις γιατί ἕνʼ γυμνός; γιατὶ χοχλάζει
μέσʼ ʼς τὸ κουφάριν ὅλοι ποῦ ποθοῦσιν·10
κὴ ἀξάφτουν ὅσοι νἆνʼ ʼς τὴν δούλεψίν του.
Δοξιώτην ξεύρεις γιάντα τὸν λαλοῦσιν;
γιατί πληγόνει ποὺ μακρὰ τὸ ʼδεῖν του
τοὺς ἀγαποῦν, καὶ κάμνει τους καὶ βάζουν.
[Ξεύρεις γιατί] μωρὸν παιδὶν τὸ φτειάζουν,15
γοιὸν τὸν θωρεῖς ἐδᾶ ζωγγραφισμένον;
γιατʼ οἱ ποθοῦσιν ἔχουν τὸν νοῦν χαμένον.
Τὸν ἔρωταν ἀποὔκαμεν νὰ νώσῃ
ὁ πασανεὶς πῶς ἄφτουν τὰ λαμπρά του
λιθάριν τὸν ἐποῖκεν ἡ κυρά μου
κὴ αὐτὸν τὸ ʼδεῖν της δύνεται νὰ δώσῃ.
Μὲ τὸ δοξάριν ἦρτεν νὰ ξαμώσῃ5
δίχως νὰ ʼδῇ τίντἄκαμεν μητά μου
ἐμὲν κὴ ἄλλους ποῦ στέκουνται κοντά μου
καὶ κείνη λίθιωσέν τον πριν σιμώσῃ.
Πῶς ἄλλαξεν τὴν φύσιν τὴν δικήν του
τώρα ʼναι κρυὸς ὁποὖχεν τόσην βράστην,10
πρῶτα ʼτον πνεῦμαν, τώρα ʼναι πετρένος.
Ὅτις ποθεῖ τώρα ʼναι ἀναπαμμένος,
κὴ ἂν ἔνʼ καὶ πρῶτα τίποτε πειράστην,
λεύτερος ἃς χαρῇ τὴν ποθητήν του.
Ποιὸς ἔνι γοιὸν ἐμέναν πικραμμένος;
καὶ πγοιὸς ὡς γοιὸν ἐμέναν μαρτυρίζει;
πγοιὸς μέσʼ ʼς τὸ χιόνιν ἄφτει καὶ ʼμπυρίζει,
καὶ τίς ἔνʼ γοιὸν ἐμέναν πειρασμένος;
Ὁ ναύτης ἔνʼ καμπόσον ʼναπαμμένος,5
ποῦ μέραν οὐδὲ νύχταν δὲν σιγίζει,
γιατί, ἂν δουλεύγῃ, διάφορος ὀλπίζει
κὴ ὅσα διαβάζει δὲν γνώθει, ὁ θλιμμένος.
Ἂν ἔνʼ κὴ ὁ ζευγαλάτης παραδέρνῃ
ὅλον τὸν χρόνον δίχα νἄχῃ πνάσει10
κερδαίνει ἀχ τὸν καρπὸν ποῦ σπέρνει.
Οὐδένας γοιὸν ἐμὲν δʼ ἔναι νὰ μοιάσῃ
διατί ἡ καρδιά μου πάντα της ἁφταίνει,
κὴ ἁποῦ μπορεῖ δὲν θέλει νὰ γιτιάσῃ.
Δὲν ἔχω παραπόνεσιν ʼποὺ σέναν,
ἀμμʼ ἁποὺ τὸ πικρὸν τὸ ῥιζικόν μου,
ὁποὖνʼ τόσον κατάδικον ʼς αὐτόν μου,
καὶ δὲν μʼ ἀφίνει νὰ χαρῶ, ἄγι μένα!
Τόσον σκλερὴ γοιὸν δείχνεις μετὰ μένα5
δὲν εἶσαι, ἀμμʼ ἔτζου θέλει τʼ ἀστρικόν μου,
κὴ ἀφʼ ὧν γνωρίζω κʼ ἔτζʼ εἶνʼ τὸ γραφτόν μου
νἆναι πάντα τὰ μάτια μου κλαμμένα,
Δὲν πρέπει πγειὸν ἐγὼ νὰ σὲ πειράζω,
μηνῶντα σου «λευτέρωσʼ με, κυρά μου,10
ἀχ τὰ λαμπρὰ καὶ πάθη τὰ διαβάζω.
Μόνον ἐγὼ μπορῶ τὰ κλάμματά μου
νὰ λείψω δίχως πγειὸν νʼ ἀναστενάζω,
καὶ μόνος νὰ τὰ λείψω, ἀγγέλισσά μου.»
Κοντεύγʼ ἡ ὥρα κὴ ὁ καιρὸς, κυρά μου,
ποῦ μέλλει νὰ μισσέψω ἀπὸ ʼξ αὐτό σου,
ὅμως ἀφίνω δᾶ ʼς τὸν ὁρισμόν σου
ὅλον τὸν ἐμαυτόν μου, ἀγγέλισσά μου.
Μηδὲν μπορῇς, ἂν ἐμπορῶ, θεά μου,5
μισσεύγοντα νʼ ἀφήσω ἐμὲν ʼς αὐτόν σου·
μισσεύγω, ἀμμʼ ὅπου πάγω γοιὸν δικό σου
μένουσιν μετὰ σὲν τὰ πνεύματά μου.
Πάγω, κὴ ἂν ἔννωσες ποτὲ ʼς ἐσέναν
πάθος ἀγάπης, βλέπε τὴν καρδιά μου10
πᾶς καὶ τὸ σῶμαν πγειὸν δὲν σὲ βιγλίσῃ.
Ἂν ʼπῇ κἀνένας κὴ ἄλλην παρὰ σέναν
ἀγάπησα ποτέ, ʼπὲ ἀχ τὴν μεργιά μου·
«μὲ δίχως τὴν καρδιὰν πῶς νʼ ἀγαπήση;»
Ἤτζουν ἂν μπόρουν εἰς χαρτὶν νὰ γράψα,
τὰ πάθη μου γοιὸν ἔναι νὰ γροικοῦντα,
πόσοι γλυκοί μου ἀστέρες ἐλυποῦντα,
κʼ ἔθελεν πάψειν ἀποὺ μὲν ἡ κάψα·
Ἀμμὲ γιατὶ δὲν ἠμπορῶ πῶς ἄψα,5
νὰ ʼπῶ τινὲς ποτὲ δὲν μʼ ἀθυμοῦνται,
ὡς τώρα καὶ τὰ μέλη μου ʼσωκῃοῦνται,
καὶ τώρα γιὰ παρηγοργιὰ ἀξάψα.
Ὁ πόθος μὲ τὰ πάθη μου παινᾶται,
καὶ θέλει νὰ παθιάζω μουλλωμένος,10
μόνον ἐκεῖνος θὲ νὰ τὰ ξηγᾶται.
Κὴ ἂν ποτὲ νὰ τἄλαχεν ὁ καμμένος
ἐκείνης ποῦ γιὰ μὲν δὲν μὲ λυπᾶται,
δὲν εἶμαι ζωντανός, δᾶ ποθαμμένος.
Τʼ ἀδόνιν κεῖνον ποῦ γλυκειὰ θλιβᾶται,
τόσον λυπητικὰ, τόσον καμμένα,
νὰ ʼπῇς δὲν ἔχει ταίριν γοιὸν καὶ μέναν,
γιὰ ταύτου πρὸς ἐμὲν παραπονᾶται.
Τόσον γλυκειὰ τὴν λύπην μου μετρᾶται,5
καὶ πολεμᾷ νὰ στέκωμαι γνασμένα,
τὰ κλάμματά του, ποὖναι λυπημένα
ἀποὺ τὰ πγειὸν γνωρίζω πῶς φυρᾶται.
Μόνον κʼ εἶναι πουλὶν, πάντες λυπᾶται
τὰ πάθη μου καὶ κεῖνον, καὶ θρηνίζει,10
κὴ ἀφʼ ὧν μὲ τόσην πλῆξιν μʼ ἀγνωρίζει,
τʼ ἀγκώματά του ʼξ αὐτοῦ μου ξηγᾶται.
Μέραν ʼδὲ νύχτα δὲν μοῦ ξηκολλᾶται,
οὐδʼ ἄντα νὰ πετάσῃ ξωμακρίζει·
τὸ κλᾶμμαν ἂν μουλλώσω, μʼ ἀθυμίζει,15
κὴ οὕλη νύχτα μητά μου δὲν κοιμᾶται.
Πιστεύγω πόθος τὤπεψεν ʼς αὐτόν μου,
διὰ νὰ μηδὲν σιγήσῃ τὸ λαμπρόν μου.
ʼΔέτε ποὖμʼ ἀχ τὸν πόθον πεσωμένος,
ὅτι κρατεῖ με ζωντανὸν σταγνιό μου·
ἀμμʼ ἕναι τόσα πειρασμένʼ ἡ ζώ μου,
κʼ ἦτον κάλλιον μου νἄμουν ποθαμμένος.
Φεύγω τοὺς μʼ ἀγαποῦν, καὶ τὴν ἐχθρή μου,5
τρέχω σὰν τὸ μωρὸν ʼς αὐτὴν δομένος·
κράζω τὴν λευτεργιὰν πεθυμημένος,
νἄμουν δημένος ὅλην τὴν ζωήν μου.
Διαστρατηλάτης ἔνʼ τὸ θέλημά μου
τοῦ νοῦ μου, κὴ ὅπου νὰ διαβῇ ʼκλουθᾷ του·10
ἄνεμον ἀγκαλίζω, καὶ μητά του
ʼς τὸ χιόνιν ζωγραφίζω τὴν ὑγειά μου.
Θὲ νὰ παιθάνω, καὶ ζητῶ νὰ ζήσω,
τὰ μάτια κλαῖσιν, καὶ γελᾷ καρδιά μου·
τόσα στραβὰ μὲ σύρνει ἡ πεθυμιά μου,15
καὶ θέλει τὸ δὲν θέλω νὰ θελήσω.
Ἔζουν μὲ δίχως ἔγνοιαν τῆς χαρᾶς μου,
δὲν εἶχα ζῆλαν κείνους ποῦ γελοῦσιν,
ὅτι, ἂν ἴσως καὶ χαίρουνται, ποθοῦσιν,
τίτοιαις χαραὶς δὲν μοιάζουν τῆς χαρᾶς μου.
Τώρα τά ʼμορφα μάτια τῆς κυρᾶς μου,5
ποῦ κάμνασιν τὰ πάθη νὰ μὲ ζοῦσιν,
ἐσκούλλισέν τα νέφος, δὲν θωροῦσιν
κὴ ὁ ἥγλιος πᾷ νὰ σβύσῃ τῆς ὑγειᾶς μου.
Ὦ φύσι, ποῦ ʼβρες τίτοια ἀφεντίαν,
κὴ ἀπὸ πόθεν τίτοιαις ὄρεξες σοῦ ʼμπαίνουν,10
καὶ καταλεῖς τὰ φτειάνεις δίχα αἰτίαν;
Ὅλαις ᾑ χάρες ʼποὺ μιὰν βρύσιν βγιαίνουν,
ἀμμὲ σοὺ, πλάστη, ἀποὔχεις ἐξουσίαν,
γιατὶ τὰ δίδεις ἄλλοι νὰ τὰ παίρνουν;
Ἐσεῖς ποῦ μὲ τὰ ὦτα σας ἐμὲν ἀκοῦτε,
ἀξέρπαστο τὴν γλῶττα μου πῶς κυματίζω
μετὰ δακρύων πληξικῶν καὶ κατινίζω,
ʼς τὸν λογισμόν σας για μέτρον μὲ ψηφᾶτε.
Ἂν ʼδῆτε τὴν ἐξαίρετον μορφὴν ποῦ ʼδᾶτε,5
τόμου καὶ τόσα ἠμνάστρου ποῦ μαρτυρίζω,
ὄχι μόνον συχώρησιν ποὺ σᾶς ὀλπίζω,
ἀμμὲ καθεὶς ὡς ἀμαλὸν νὰ μὲ λυπᾶται.
Ὀϊμοὶ πολυόμματος θωρῶ εἰς ὅσον σόνω
τὸ πῶς οὐδὲν ἐντέχομαι, οὐδʼ ἕνʼ ἀξιά μου10
δυσέρωτε κʼ ἐντρέπομαι κʼ ἐρυθριάω
Ἀμμὲ ῥουθέντα τοὔμορφην τόσα γεννάω
μὲ δυναστειὰν ὁτόσην, κʼ ἡ πεθυμιά μου
ἕναι νἀβγῶ ἀχ τὴν φυλακὴν, καὶ δὲν ξορτόνω.
Ἀνέλπιστα δυὸ μάτια μὲ σκλαβῶσα
μʼ ἕναν τους βλέμμαν ὄμνοστον μὲ θάρρος,
μὲ μιὰ χρυσὴν σαγίτταν μʼ ἐλαβῶσαν
εἰς τὴν καρδιὰ, καὶ γνώθω μέγαν βάρος·
κὴ ἀποὺ τὴν ὥραν ὅπου μʼ ἐβιγλῶσαν,5
γνώθω πολλά κοντά με τρέχει ὁ Χάρος·
ἀμμὲ δὲν ἔχει νῖκος νὰ μὲ πάρῃ
ὡς ὁποῦ νἄχω τὴν γλυκειάν της χάρι.
Τὰ πάθη δίκῃον ἔνʼ νὰ τὰ βαστάνω,
καλὰ καὶ δίχως δίκῃον μαρτυρίζω·
πρέπει μου καὶ περίττου ὅσα παθάνω,
καλὰ καὶ δὲν μοῦ πρέπει νὰ θρηνίζω,
γιατὶ ποθῶ ʼψηλὰ καὶ δὲν ἐφτάνω·5
πρέπει μου μέραν νύχταν νὰ βακρίζω,
ἀμμὲ ποθῶ μὲ τόσην πιστιοσύνην,
κʼ ἔπρεπεν ναὖρα κάμποσην λεμοσύνην.
Ἔσυρες, πόθε, πᾶσα σου ξουφάριν
κὴ ὅλα τριγύρου δῶκαν ʼς τὴν καρδιά[ν] μου·
εἰς ἕναν τόπον ἔχασες τὴν χάριν
νὰ δώσῃς ἐκεῖ ποὔχω τὴν κυράν μου,
ἀλήθεια κʼ ἔχω την μέσʼ ʼς τὸ κουφάριν5
ἐκεῖ ποῦ κροῦς καὶ παίρνεις τὴν ὑγειάν μου
ἀμμὲ νʼ ἀγγίσῃς δὲν τορμᾷς ʼς αὐτόν της,
φοβᾶσαι γοιὸν ἐμέναν τὸν φανόν της.
Δέδεν ʼς αὑτόν μου τόσον τὸ καμίνιν
εἰς ὅσον ἔνʼ τὸ κάλλος εἰς ἐσέναν,
διατὶ δὲν εἶχεν ζωντανὸν οὐδέναν,
ποτὲ μὲ τόσα πάθη μηδʼ ἐγίνην
ἀληθινὸν καὶ δὲν ἔχει κἀνέναν5
νὰ φτάνῃ μετὰ μὲν ʼς τὴν δουλοσύνην
ἀλλὰ ʼδῶ πόθος δύνεται ʼς αὑτόν μου
αὔραν πγειὸν νὰ πιντώσῃ ʼς τὸ λαμπρόν μου.
Ἂν ἔξευρα καὶ δύνετον ὁ Χάρος
τὴν ἔγνοιαν τῆς ἀγάπης νὰ μοῦ λυώσῃ,
τὰ χέργια μου μοναῦτα δίχα βάρος
τὸν θάνατον ἐθέλασιν μοῦ δώσῃ.
Ἀμμʼ ἀποὺ μέναν ἔλειψεν τὸ βάρος5
πγειὸν νὰ μπορῇ τινὰς νὰ μὲ γλυτώσῃ·
μόνον ʼς τὰ γλυκειὰ μάτια τῆς κυρᾶς μου
στέκεται τὸ βοτάνιν τῆς ὑγειᾶς μου.
Τʼ ὄμνοστον ʼδεῖ σου μʼ ἔβαλεν ʼς τὸ βάρος,
τὸ ʼδεῖ σου, γοιὸν θωρῶ, μὲ θανατόνει,
τὸ ʼδεῖ σου κράζει νὰ μὲ πάρῃ ὁ Χάρος,
καὶ πάλε γνώθω κεῖνον μὲ γλυτόνει.
Ὅταν τὸ ʼδεῖ σου νὰ μοῦ δώσῃ θάρρος5
νἄρτῃ ʼς αὑτόν μου πλῆξι πγειὸν δὲν σόνει,
λοιπὸν ʼς τὸ ʼδεῖ σου στέκεται, κυρά μου,
ζωὴ, τὸ τέλος, πλήξιν καὶ χαρά μου.
Μέσα ʼς τὰ δάση θὲ νὰ καταντήσω,
ἄπου τʼ ἀδόνιν κλαίγει πᾶσα μέραν,
ʼς τὸ κλᾶμμαν συντροφιὰν θὲ νὰ τοῦ ποίσω,
δίχως νὰ πάψω ʼδὲ πωρνόν, ʼδὲ ʼσπέραν·
κὴ ἂν θέλῃ νὰ σιγήσῃ, μὲν τʼ ἀφήσω5
ποτέ του μουλλωτὸν νὰ πάρῃ ἀέραν,
ἂν τύχως ἔτζι κληόντα νὰ γροικήσῃ
ἐκείνη ποῦ μπορεῖ νὰ μοῦ βουθήσῃ.
ʼΠοὺ μὲν τὸ κλᾶμμαν δὲν θέλει τελειώσῃ,
ὡς ποῦ ʼς τὴν δάφνην φύλλον πρασινίζει·
κὴ ὄνταν τὰ μάτια μου θέλουν στεγνώσειν
τότες τὸ χιόνιν ἄφτει καὶ ʼμπυρίζει·
πρὶν ἡ καρδιά μου ἀνάπαψιν νὰ ʼνώσῃ,5
λαμπρὸν θέλετε ʼδεῖν κρυὸν νὰ χιονίζῃ·
πγειά ʼφκολον ἔνʼ ἡ θάλασσα νὰ πήξῃ
παρʼ ἀποὺ μέναν τὸ λαμπρὸν νὰ λείψη.
Ὅνταν ὁ ἥλιος λάμψῃ τὴν ἑσπέραν,
βοήθειαν θέλω ʼδεῖν τότʼ ἀξ αὐτό σου·
ὄνταν νὰ λάμψουν τʼ ἄστρα τὴν ἡμέραν,
μὲ θάρρος θέλω ʼδεῖν τὸ πρόσωπό σου·
ὄνταν νὰ ʼδῆς νʼ ἁφταίνῃ πᾶσʼ ἀέραν,5
τότες ʼς ἐμὲν γυρίζεις τὸν σκοπό σου,
κὴ ὡς ὁποῦ θάρρος ἀξ αὑτό σου ὀλπίζω,
τὸν ἄμμον σπέρνω καὶ νερὸν θερίζω.
Τίντα θαρρεῖς μὲ τόσην σκλεροσύνην
τὴν ἔχεις ʼς τὴν καρδιὰ νὰ κερδέσῃς;
γιαντ᾽ ἀφορμὴν τὴν ἐμμορφιὰν ἐκείνην
θέλεις μὲ τίτοιαν ἀκουὴν νὰ σβέσῃς;
Ντύθου, κυρά μου, ντύθου λεμοσύνην,5
καὶ χρειαστῶ πρὸς ἐμέναν νὰ βιγλίσῃς,
ποῦ γίνετον γιὰ λόγου σου, κυρά μου,
ἀππλίκεμμαν τῆς πλήξις ἡ καρδιά μου.
Ὅσον περίττου, πόθε, μὲ παθιάζεις,
ὁπόσον πεθυμῶ νὰ σʼ ἀκλουθήσω,
κὴ ἂν ἔνʼ καὶ πάντα θὲ νὰ μὲ πειράζῃς
γιὰ κεῖνον δὲν μεινίσκω νʼ ἀγαπήσω·
κὴ ἄλλο τόσον, ὦ τύχη, μὴν κοπγιάζῃς,5
γιατὶ τὸν πόθον δὲν θέλω νʼ ἀφήσω,
ὡς ποῦ νὰ ζῶ ʼς αὑτόν του ʼμαι δομένος,
κὴ ἂν ἐμπορῶ ἄλλο τόσον ἀποθαμμένος.
Χόρτασε κὴ ἀκανεῖ νὰ μὲ πληγώσῃς
καὶ τόσα δὲν ἐπλήγωσες κἀνέναν,
πόθε, φτάρκησε πγειὸν νὰ μὲ λαβώσῃς,
καὶ τόπον δὲν ἔχω πληγῆς οὐδέναν·
ἂν ἕνʼ καὶ τέλος πάσχεις νὰ μοῦ δώσῃς,5
ἀδιάφορα κοπγιάζεις μετὰ μέναν,
διατὶ νὰ ξεύρῃς κὴ ὅλοι ποῦ ποθοῦσιν
δίχως καρδιὰν κʼ εἰς ἄλλον σῶμαν ζοῦσιν.
Τρέξετε, μάτια, τρέξετε, κὴ ἀμέτε
ʼς τὴν θάλασσαν, γοιὸν πᾶσιν τὰ ποτάμια·
καὶ σεῖς, ἀναστενάμματά μου, ʼδέτε
τὸν οὐρανὸν μὲ τοὺς ἀνέμους τάδια
ἀφʼ ὧν ἡ γλῶσσα δὲν σόνει πγειόν, ʼπέτε5
ἐσεῖς ταῖς ἐμμορφιαίς της καὶ τὰ χάδια,
κὴ ὅσα ʼς τὴν γῆν τὰ χείλη δὲν τορμοῦσιν
ὁ οὐρανὸς κʼ ἡ θάλασσʼ ἂς τʼ ἀκοῦσιν.
Ὁ πόθος εἰς δυὸ χείλη κουρελλένα
μαργαριτάργια καπόσα φυτεύγει,
δείχνει μὲ τέχνην κʼ ἔχει τα χωσμένα,
καθὰ ποῦ θέλει κάπγοιον νὰ δοξεύγῃ
ἁποῦ δυὸ μάτια στέκουν βλεπημένα,5
καὶ μʼ ἕναν τίτοιον μόδον τὰ κυβεύγει
κὴ ὅτις γιὰ κεῖνα νὰ σκαλέψῃ χνάριν,
βουργὰ τὰ μάτια κάμνουν τὸ λιθάριν.
ʼΣ τὸ πράσινον τοῦ πόθου τὸ λειβάδιν
πολλοὶ τραντάφυλλα κὴ ἀθοὺς θωροῦσιν,
ἀμμὲ τʼ ἀγκάθια ποὔχουσιν ὁμάδιν,
ἀποὺ τὴν προθυμιὰν δὲν τὰ βιγλοῦσιν·
γιʼ αὐτὸν τὰ μάτια κάμνουσιν πηγάδιν,5
ὄντα ʼς ἐκεῖνα πάντα μυριστοῦσιν·
ἀμμʼ ὅτις τόπον καὶ καιρὸν γυρεύγει
δίχως τʼ ἀγκάθια τοὺς ἀθοὺς ἐγκλέγει.
Ἅντα μὲ πόθον δυὸ καρδιαὶς ποθοῦνται,
μακρὸς καιρὸς ποτὲ δὲν ταὶς χωρίζει·
τὴν ζῆλαν ʼδὲ τὸ φτόνος δὲν φοβοῦνται,
ʼδὲ μησίτης μέσον τους νἄρτῃ ὁρίζει·
κὴ ἂν ἴσως καὶ κάθʼ ὥραν δὲν βιγλοῦνται,5
ἡ πεθυμιὰ διὰ κεῖνον δὲν γυρίζει·
λοιπὸν ἂν ἦμʼ ἀπόμακρα ʼχ τὸ ʼδεῖ σου,
ἀμμὲ καρδιά μου πάντα ʼναι ʼς αὑτή σου.
Καιρὸς τὴν ἐμμορφιὰν σοῦ δῶκεν τόσην
καὶ μὲ καιρὸν ἔνʼ χρῆσι νὰ τὴν δώσῃς·
καιρὸς ἐβάρτην διὰ νὰ σὲ ψηλώσῃ,
καὶ μὲ καιρὸν ἔνʼ χρειὰ νὰ χαμηλώσῃς·
ὁ καιρὸς μʼ ἐδῶκεν γιὰ νὰ μὲ σκλαβώσῃ,5
καὶ σοὺ καιρὸν τῆς λευτεργιᾶς νὰ δώσῃς·
μὲ τὸν καιρὸν ἀπʼ ἀγκρίστη μερόνει,
καὶ μὲ καιρὸν ὅ,τι ἀρκεύτη τελειώνει.
Στάθου, κυρά μου, στὰ, νὰ σὲ βιγλίσω,
καὶ δὲν κάμνεις καλὰ νἆσαι κρυμμένη·
ταὶς ἐμμορφιαίς σου πῶς νὰ ταὶς φουμίσω,
ἂν ἴσως καὶ σοὺ στέκεσαι χωσμένη;
Ξεύρεις, κυρά μου, πρὶν νὰ σοῦ θυμήσω5
πως ἔνʼ μιὰ φρόνιμη βουλὴ γραμμένη
καὶ λέγει· «ἂν ἔνʼ καλὸν οὐδὲ ψηφᾶται
κεῖνον τὸ πρᾶμμαν ὁποῦ δὲν βιγλᾶται.»
Ἔβγαλε, πόθε, κεῖνον τὸ πιντέλλιν,
κʼ ἤτζου τυφλὰ τινὰν πγειὸν μὲν δοξεύγῃς·
μηδὲν γινίσκεσαι τυφλὸν κοπέλλιν,
καὶ, δίχα νὰ θωρῇς, πγειὸν μὲν παιδεύγῃς·
ἀμμʼ ἐγὼ ξεύρω γιάντα ʼσαι χαέλλιν,5
καὶ τὴν ποθῶ νὰ ʼδῇς οὐδὲν γυρεύγεις,
γιατί, ἂν τὴ ʼδῇς ποθαίνῃς ἀγαπῶντα,
γιʼ αὐτὸν δοξεύγεις κὴ ἀχτυπᾷς καμμῶντα.
Ὁ πόθος ὅσα ζοῦν ʼς τὸν κόσμον σόνει,
καὶ κάμνει τὴν ἀγάπην νὰ γνωρίζουν·
τʼ ἄγρια φαρμακερὰ χτηνὰ μερόνει,
καὶ κάμνει τα μʼ ἀγάπην νὰ γυρίζουν·
μόνον ʼς αὑτόν σου σέναν δὲν ξορτόνει5
νὰ δείξῃ τὸ λαμπρόν του, ἀμμὲ χιονίζουν,
ὦ κακιωμένη τῆς φιλιᾶς καὶ φύσις,
λοιπὸν τὴν ὀμμορφιὰν τίντα νὰ ποίσῃς;
Δίδει τὴν βράστην ʼς τὸ λαμπρὸν ἡ φύσι,
ʼς τὸ χιόνιν δίδει κρυότην, δίδει ἀσπράδαν,
λαμπρὸν ἀχ τὸ λαμπρὸν νὰ βγῇ ἔναι χρῆσι,
τὸ χιόνιν πάλε βγάλλει μαργωμάδαν·
μπορεῖ τὸ χιόνιν τὸ λαμπρὸν νὰ σβύσῃ,5
καλὰ κὴ ἂν διώχνῃ τὸ λαμπρὸν τὴν κρυάδαν,
καὶ μέναν τὸ λαμπρόν μου δὲν πυρίζει,
βγιαίνει ʼποὺ μιὰν ἡ πγοιὰ πάντα χιονίζει.
Κακὰ γνωρίζει τὴν καρδιὰν κἀνένας,
ἅνταν τὸ πρόσωπόν τινος βιγλίζῃ·
ἐκεῖνον τὤχω ʼς τὴν καρδιὰν, οὐδένας
ʼς τὸν κόσμον ἐμπορεῖ νὰ τὸ γνωρίζῃ·
καίγει καρδιά μου ἄνταν θωρῇ κἀνέναν5
τὸ πῶς τὸ πρόσωπόν του χαχανίζει·
λοιπὸν γελῶ πολλαίς φοραὶς κλαμμῶντα,
τοὺς μὲ μισοῦσιν νὰ γελοῦν θωρῶντα.
Φοβοῦμαι καὶ θαρρῶ, γλυκειὰ κυρά μου,
ἁφταίνω καὶ χιονίζω ʼς τὸ καμίνιν,
ἕναν καιρὸν γελᾷ καὶ κλαῖ καρδιά μου,
θωρῶντα πγειὰ σὲ μετὰ καλοσύνην·
γλυκειὰ καὶ δροσινά ʼναι τὰ λαμπρά μου,5
ἅντα νὰ ʼδῶ τὴν ἐμμορφιά σου κείνην·
ἀμμʼ ἕναι ἀχ τὴν χαρὰν νὰ ξηψυχήσω,
ἅνταν τὴν εὐγιεγνειά σου νὰ βιγλίσω.
Γλυκειὰ ἕνʼ τὰ πάθη, πλῆξες καὶ λαμπρά μου,
γλυκαὶς ᾑ παραπόνησες, τὸ κλᾶμμαν,
γλυκειοὺς γνώθω τοὺς πόθους καὶ κακόν μου,
γλυκειὰ καὶ τὰ κομπώματα καὶ τρᾶμμαν·
μὲν θυμωθῇς, ὦ πνεῦμαν ἐδικόν μου,5
διατὶ κράζω γλυκὺν πᾶσα μου πρᾶμμαν·
τόσον γλυκὺν τὸ ʼδεῖν τῆς ποθητής μου,
ὁποῦ γλυκιαίνει τὴν πικριὰν ʼς αὐτῆς μου.
Ἂν μέλλεται ποτὲ νὰ μὲ σηκώσῃς,
Χάρε, μηδὲν ἱστέκῃς νὰ σκοπίζῃς
καλλιώτερον καιρὸν γιὰ νὰ μὲ σώσῃς,
γοιὸν τοῦτον ποὖμαι τώρα, μὲν ὀλπίζῃς.
Σῶσε με τὸ λοιπὸν νὰ μὲ λυτρώσῃς5
ὡς ὁποῦ μὲ τὸ θάρρος μὲ βιγλίζεις,
καὶ κείνους φαίνεται γλυκὺς ὁ Χάρος,
ποῦ δίδει τέλος ἄντα νἄχη θάρρος.
Πάθος δὲν ἔνʼ ʼς ἐκείνους ποῦ ποθοῦσιν
γοιὸν ἄνταν ʼδοῦν καὶ λείψῃ τους θάρρος,
κὴ ἄνταν ἡ πεθυμιά τους πιντωθοῦσιν,
τότες τοὺς φαίνεται γλυκὺς ὁ Χάρος·
τότες ἠξεύρουν σπλαχνικὰ νὰ κλῃοῦσιν,5
τότες τοῦ πόθου γνώθουσιν τὸ βάρος·
κὴ ἁποῦ ποθεῖ καὶ δʼ ἔναι ἀγαπημένος,
ἦτον καλλιόν του νὰ μή ʼτον γεννημένος.
Ἂν ἴσως καὶ νὰ πίστευγες, κυρά μου,
τὰ πάθη τὰ διαβάζω γιʼ ἀφορμή σου,
ὡς γοιὸν ἐγὼ πιστεύγω καὶ ἡ πικριά μου
ἔχει ἀφορμὴν ἀχ τὸ γλυκὺν τὸ ʼδεῖ σου·
ἔλπιζα πρὶν μὲ θάψουν τὰ λαμπρά μου5
νὰ γνώρισες πῶς εἶμαι δουλευτής σου·
ἀμμʼ ἀφʼ ὧν πίστιν δὲν δίδεις γοιὸν πάθος,
πάγω βουργὰ ʼς τοῦ Χάρωνος τὸ βάθος.
Ἂν ἦνʼ καὶ νἆχεν πλῆξιν ἡ καρδιά σου
ʼς τὰ πάθη μου τοῦ ξένου λεμοσύνην,
εἰς ὅσον ἕνʼ τὰ κάλλη τὰ δικά σου
μὲ δίχως ἄλλην μέψιν παρὰ κείνην·
ἤθελαν κλαῖν διὰ μένα τὰ δικά σου5
μάτια, γιατὶ μὲ κάψαν ʼς τὸ καμίνι·
ἀμμʼ, ἀφʼ ὧν λύπην δὲν ἔχεις γοιὸν κὴ ἄλλην,
θέλουν με ʼδεῖν βουργὰ μέσʼ ʼς τὸ βαβάλλιν.
Ἂν ἔνʼ καὶ γοιὸν τὰ μάτια μου βιγλίζεις
καθὰ ποῦ νὰ σὲ ʼδοῦν τὴν ἐμμορφιά σου
νὰ μπόρεν ἡ καρδιά μου ποῦ γογγύζει
νὰ δείχνῃ ʼς τὴν καθάργιαν τὴν θωργιά σου·
ἀγάπην ἔμπιστην εἶχε νὰ ʼλπίζῃ,5
καὶ βουθειὰν περίσσην ʼχ τὴν ἀφεντιά σου·
ἀμμʼ, ἀφʼ ὧν ἡ καρδιά μου δὲν θωρέται,
ἀπʼ ἀφορμῆς σου μέλλει νὰ σωκαῖται.
Χάρε, ἀφʼ ὧν δὲν πιστεύγει ʼς τὰ διαβάζω
ὡς γοιὸν πιστεύγω κʼ ἔνι ʼπὸ ʼξ αὐτόν της·
ἀφʼ ὧν δὲν ἔχει λύπην ʼς τὰ παθιάζω
εἰς ὅσην ἐμμορφιὰν τὸ πρόσωπόν της·
ἀφʼ ὅτης δὲν θωρεῖ ʼς τὸ πῶς στεντιάζω,5
ὡς γοιὸν τὰ κάλλη ἐγὼ θωρῶ ʼς αὐτόν της
πίστεψε σού, λυπήθου, βίγλισέ με
κὴ ἀποὺ τὰ τόσα πάθη, λύτρωσέ με.
Διὰ νʼ ἀκλουθῶ τὸν πόθο σου, κυρά μου,
μὲ τόσην πίστιν νὰ δοθῶ ʼς αὐτήν σου,
ʼς τὸν θάνατον μʼ ἔφεραν τὰ λαμπρά μου,
κὴ οὐδʼ ἔχουν παῦσιν διὰ τὴν ἀφορμή σου·
καὶ τόσον πληθυνίσκουν τὰ κακά μου,5
ὅσον μὲ λείπει τὸ γλυκὺν τὸ ʼδεῖ σου·
ἀμμʼ, ἂν ἐσοὺ ʼς αὐτόν μου νὰ βιγλίσῃς,
δύνεσαι ἀποὺ νεκρῶν νὰ μʼ ἀναστήσῃς.
Διατὶ ποτέ μου δὲν εἶδα ʼξ αὑτῆς σου
θάρρος νὰ λείψουν τὰ λαμπρὰ ʼποὺ μένα,
τὰ πγοιὰ μοῦ δῶκεν τὸ γλυκὺν τὸ ʼδεῖ σου,
καὶ δὲν παύγουν ποτὲ καιρὸν κἀνέναν,
διατὶ δὲν μὲ ψηφᾷς ʼς τὴν δούλεψί σου,5
μισσεύγω ἀπὸ τὴν Κύπρον εἰς τὰ ξένα,
ἀμμʼ ἔξευρε πῶς πάγω, ἀγγελισσά μου,
πάντα μὲ σὲν θέλʼ εἶσταιν ἡ καρδιά μου.
Ἂν ὁ τεχνίτης τὸ πωρνὸν δουλεύγῃ,
τὴν νύχταν μὲ τὸ διάφορός του πνάζει·
ἂν ἔνʼ κὴ ὁ πολεμάρχος ῥιζικεύγει
συχνὰ τὴν ζών του, γιὰ τὴν τιμὴν παθιάζει·
ὁ ναύτης ʼς τὸ νερὸν ἂν κιντυνεύγῃ,5
ʼγδέχεται κέρδος, καὶ γιʼ αὐτὸν στεντιάζει·
καὶ ʼγώ ποτέ μου δὲν θαρρῶ ʼποὺ σέναν
παρὰ λαμπρόν, ζημιαὶς, πάθη σὲ μέναν.
Γοιὸν τὸ κερὶν ποῦ βρίσκεται ʼς τὴν φώτην,
ἄντα φυσᾷ δίχως νερὸν ἀέριν,
ἐπέσωσες τὴν ἄχαρήν μου γνειότην,
κὴ ἀξάφτει καὶ χειμὸν καὶ καλοκαίριν·
κὴ ἂν ἦμαι ʼς τὸ λαμπρὸν, ἀμμʼ ἔχω σκότην5
καὶ νύχταν καὶ πωρνὸν καὶ μεσομέριν·
κʼ ἤτζου, γοιὸν νἄμουν μέσα ʼς ἕναν σπήλῃον,
πγειὸν ἀχ τὸ κλᾶμμαν δὲν θωρῶ τὸν ἥλιον.
Κοντεύγʼ ἡ ὥρα κὴ ὁ καιρός, κυρά μου,
ποῦ μέλλει νὰ μισσέψω ʼπὸ ʼξ αὐτόν σου,
καλὰ καὶ πάντα βρίσκεται μετά μου,
καὶ δὲν λείπω ποτὲ ʼχ τὸν ὁρισμόν σου·
μένει μὲ σὲν γιὰ θύμιον ἡ καρδιά μου,5
κὴ ἄς ἦναι κυβεμμένη ἀχ τὸν σκοπό σου·
κρατῶντα την ὅσον καιρὸν νʼ ἀργήσω,
δὲν ἔχεις ἔγνοιαν ἄλλην νʼ αγαπήσω.
Καλὰ κὴ ἂν λογαριάζω νὰ μισσέψω,
μηδὲν θαρρῇς καὶ πάγω ʼπὸ ʼξ αὐτόν σου,
ἀφίνω τὴν καρδιά μου, ὥστε νὰ στρέψω,
ἀμάχιν εἰς τὸ στῆθος τὸ δικό σου·
καὶ μὲν γνοιαστῇς ποτέ μου νὰ σκαλέψω5
τὴν ἔγνοιάν μου ἀχ τὸ ʼδεῖν τῶν ἀμματιῶ σου·
λοιπόν θέλεις ἐδᾶ, θέλεις ʼς τὰ ξένα,
πάντα καρδιά μου μένει μετὰ σένα.
Ἐμίσσεψα 'χ τὴν Κύπρον γιὰ νὰ σβύσῃ
τʼ ἁφτούμενον λαμπρὸν ποὺ μὲ μπυρίζει·
ἦρτα ʼποὺ τὴν ἀνατολὴν ʼς τὴν δύσιν,
νὰ πάψῃ τὸ λαμπρὸν ποῦ μὲ φλογίζει·
ἔφυγα ʼχ τὸν ἐχθρόν μου να σιγήσῃ5
ταὶς σαγιττιαὶς ποῦ τὴν καρδιά μου σκίζει·
ἀμμʼ ὅσʼ ἀπὸ ʼξ αὐτόν της ξωμακρίζω,
τόσον περίττου ἀξάφτω καὶ βακρίζω.
Διὰ σέναν δὲν δειλιῶ ʼς ὅσα διαβάζω,
μηδὲ βαργειοῦμαι, ἂν ἦμαι κολασμένος·
διὰ σέναν τὰ λαμπρὰ δὲν τὰ στιμιάζω,
καλὰ κὴ ἂν ἦμαι πάντα μου καμμένος·
μόνον γιὰ τοῦτον κἄπου ἀναστενάζω,5
κʼ ἕναι νὰ στέκω κάποσα γνοιασμένος
πᾶς καὶ ἂς ʼπῇ δὲν εὕρω λεμοσύνην
τόσην εἰς ὅσην ἔχεις καλοσύνην.
Δέντρη, μηδὲν θαρρεῖτε καὶ λυποῦμαι,
γιατὶ ἀθοί σας λείπουν ἀξʼ αὑτόν σας·
δέντρη, μηδὲν θαρρεῖτε καὶ θλιβοῦμαι,
γιατὶ παίρνουσιν ἄλλοι τὸν καρπό σας·
ἀμμʼ ὅσα ʼς τὸ πάθος μαρτυροῦμαι,5
ἔνι καὶ λείπει ὁ ἥλιος μου ἀχ τὸ σκιό σας·
γιὰ τοῦτον κλαίω μετά σας κάθα ὥραν,
γιατὶ δὲν ἔναι καὶ πάλε γοιὸν μιὰν φόραν.
Ἐνίκησές με σού μʼ ἕνα σου βλέμμαν,
τὸ πγοιὸν κἀμμιʼ ἄλλη ἀκόμη δὲν καυκᾶται,
τώρα θὲ νὰ νικήσω ʼγὼ τὸ πνέμμαν,
γιατὶ τὸ βγιενικὸν μόνον λυπᾶται·
κὴ ἂν ἴσως κʼ εἰς ἐμέναν ποίσω στρέμμαν5
ποτὲ θέλω νὰ γράψω νʼ ἀγροικᾶται
ὁ πόθος ποθεῖται μπορεῖ κἀμπόσα,
ἀμμʼ ὄχι γοιὸν μιὰν ἄγκρι μηδὲ τόσα.
Πῶς ἐμποροῦσιν δυὸ ἄστρα λαμπρυσμένα
νὰ μηδὲν φέγγουν δίχως νὰ φλογίζουν;
δυὸ δροσινὰ τραντάφυλλα ʼνοιμμένα
πῶς ἔναι μπορετὸν νὰ μὲν μυρίζουν;
ἤτζου κʼ ᾑ δυό σου βουκκιαὶς, ἅγι μένα,5
πρέπει μὲ δίκῃον μὲν μὲ μαρτυρίζουν,
κʼ ἤτζου τὰ δυό σου χείλη τὰ κουρέλλια
νὰ μὲν μὲ φέρουσιν εἰς τὸ τέλος τέλεια.
Καθὰ νὰ ʼδῶ τὸ βγιενικὸν τὸ ʼδεῖ σου,
ὅλος ἁφταίνω καὶ θαρρῶ μεσόν μου·
κὴ ἅνταν τὴν εὐγιεγνειὰν καὶ τὴν τιμή σου,
τὸ θάρρος ὅλον φεύγει ʼπὸ ʼξ αὑτόν μου·
μὲ τὴν τιμὴν τὴν λύπησιν ʼς αὑτή σου5
ἐλπίζοντα γλυκὺ ἔνι τὸ λαμπρόν μου,
κὴ ἂν τοῦτον μοῦ λαλῇ νὰ σʼ ἀκλουθήσω,
τʼ ἄλλον ἀποὺ μακρὰ νὰ μὲν τολμήσω.
Ἂν τὤνα μοῦ λαλῇ νὰ μὲν τολμήσω,
τʼ ἄλλον μὲ σφίγγει καὶ δίδει μου θάρρος,10
κʼ εἶμαι μεσόν τους ὅπου νὰ γυρίσω
ἀποθαμμένος, πρὶν μὲ πάρῃ ὁ Χάρος·
κὴ ἂν ἔνʼ καὶ χίλιαις φοραὶς ξηψυχήσω,
πάντα ʼμαι ζωντανὸς μὲ μέγαν βάρος·
κὴ ὡς γοιὸν ὀλπίζω κʼ εἶμαι φοβουμένος,15
ζῶ μὲ τὸν Χάρον, ζῶ κὴ ἀποθαμμένος.
Ἂν ἴσως κʼ εἶμαι ζωντανὸς ἢ ἀποθαμμένος
θέλοντα ʼς ὅσα πάθη νὰ μοῦ δώσῃς,
γιατὶ ἀποβγιαίνω κʼ εἶμαι ἀναπαμμένος
τόσον βουργὰ γοιὸν πγειὸν νὰ μὲ πληγώσῃς·20
γιατὶ δὲν πλήσσω ἂν ἦμαι λαβωμένος,
χαίρομαι ὄνταν ἐσὺ νὰ μὲ λαβώσῃς,
ἀμμʼ ἔτζου ὅσο ποῦ ζῶντα παιθηνίσκω,
πάντα μου ζῶ κὴ ἀνάπαψιν δὲν βρίσκω.
Πάντα γιὰ σέναν θέλω νὰ παθιάζω,
ἂν ἔνʼ καὶ δὲν θέλω ποτὲ νὰ ʼπνάσω,
παθιάζοντα θαρρῶ νὰ μὲν κοπγιάζω
ʼς τὰ δωργιανὰ, ʼδὲ θάρρος θὲ νὰ χάσω·
τριπλοῦ πάθος σὲ τοῦτα ποῦ διαβάζω5
ἂν ἔχω θάρρος θέλω νὰ διαβάζω·
κὴ ἂν ἔνʼ καὶ πγειὰ νὰ βγῶ ʼχ τὰ πάθη ὀλπίζω
ὅμως, πλάσιν, γιὰ σὲν δὲν ἀπολπίζω.
Πλάσιν, γιὰ σὲν ποτὲ δὲν ἀπολπίζω,
τοὺς πόνους ἔχω ʼγειὰν καὶ κύβεψί μου,10
συχνὰ μέσα ʼς τὸν νοῦ μου διαλογίζω
ἂν ἔνʼ καὶ ζῶ μὲ δίχα τὴν πνοήν μου,
καρδιὰν ʼς ἐμέναν δὲν ἔχω γνωρίζω·
ἀμμὲ ζῶ τέλεια χώργια ʼχ τὴν ζωήν μου
ʼς τὴν πγοιὰν ὁτόσα πεθυμῶ νʼ ἀργήσω15
ὅσον ʼς αὐτόν σου γνοιάζοντα νὰ ζήσω.
Ἂν ἕνʼ καὶ τόσα μόνον θὲ νὰ ζήσω
εἰς ὅσον ποῦ νὰ γνοιάζωμαι ʼς αὑτόν σου
γνοιάστου ἂν ἦνʼ καὶ θὲ νὰ ξηστρατίσω
τὴν ἔγνοιαν μου ἀχ τὸ ʼδεῖν τῶν ἀμματιῶ σου·20
πλάσιν, ζωὴν δὲν ἔχω ὅ,τι κὴ ἂν ποίσω,
ὅσον τὸ ʼδεῖ μοῦ λείψῃ ἀχ τὸ δικό σου
καὶ τόσα ἔχω ταὶς ἔγναις μου ʼς ἐσέναν
κʼ ἔθελα καὶ ἄλλαις ἔγναις εἰς ἐμέναν.
Ἔθελα καὶ ἄλλαις ἔγναις εἰς ἐμέναν25
νὰ γνοιάζωμαι τὰ κάλλη κὴ ὀμμορφιαίς σου
ᾑ μέραις μου τελειόνουσιν γιὰ σέναν
ἐγνοιάζοντα κʼ ἵντα μὲ ταὶς τιμαίς σου
νἄχῃ τόπον καὶ λύπησιν κἀνέναν
ὡς γοιὸν θωρῶ ʼς ταὶς τόσαις ὀμμορφιαίς σου,30
καὶ ὡς γοιὸν ἐλπίζω καὶ θαρρῶ φοβῶντα,
ζῶ μέσʼ ʼς τὸν ᾅδην ποθαμμένος ζῶντα.
Ποτʼ ἔδειξεν ʼς τὸν κόσμον τόσον θάρρος
ὅσον ἔδωκεν ʼς τὴν κυρά μου ἡ φύσι,
οὐδὲ ʼς κἀνέναν πάθος μηδὲ κάψα
ὡς γοιὸν ἐμὲν ἁποῦ τὰ μέλη μου ἅψα,
καὶ δίχα νὰ μετρήσῃ5
ἔδωκεν ὅσον εἶχεν κʼ εἰς τοὺς δυό μας
τινὰς ὁτόσον κάλλος εἶδεν πλασμένος;
κὴ ἀποῦ ʼχει πγειά μου πάθος ἔνʼ σιδερένος.
Τὴν ζωήν μου κατινίζω
ὁποῦ θαρρεῖς καὶ θάλλει,10
διατὶ δὲν ἔχεις λύπησιν γοιὸν κὴ ἄλλην,
καθὰ τζιμπεῖ βιγλίζω
ἃ θὲ νʼ ἀλλάξῃς τόσην σκλεροσύνην
καὶ ʼδὲ πῶς μαρτυρίζω
καὶ ʼγὼ διὰ νὰ ʼμπορῶ νὰ σὲ βιγλίσω,15
καὶ γιὰ νὰ σοῦ δουλέψω θὲ νὰ ζήσω.
Περίττου δύσκολην ζωγὴν κἀμμία δὲν ἔνι,
σὰν κείνους ὁποῦ ʼγδέχουνται τὸ πεθυμοῦσιν
καὶ γδέχουνται μὲ πεθυμιὰ νὰ κατινοῦσιν,
γοιὸν τὸ κερὶν εἰς τὸ λαμπρόν, πάντα θλιμμένη
εἰς τοῦτον ἔνʼ ἡ γνειότη μου καταντημένη5
ὥστʼ ἤτονε ἡ τύχη μου νὰ μοῦ μηνύσῃ
καὶ ἡ πικραμμένη μου καρδιὰ νἴσως κὴ ἀργήσῃ,
ἀχ τὸ λαμπρὸν τῆς πεθυμιᾶς ἔνι καμμένη.
Τὸ πεθυμᾷς ἀξ αὐτοῦ μου δύσκολον ἔνι,
γιατὶ τὰ λόγια ποῦ ζητᾷς πολλὰ βαροῦσιν·
τʼ « ὄχι » τὰ χείλη δὲν τορμοῦν νὰ σοῦ τὸ ποῦσιν,
καὶ νὰ σοῦ ʼποῦσιν τώρα « ναί » στράτα δὲν ἔνι·
γιὰ τὴν τιμή μου ἀπόμεινε μὲν ἔνʼ χαμένη,5
κὴ ἂν ἴσως καὶ δὲν δύνεσαι τόσον νʼ ἀργήσῃς
παίρνοντας ἀχ τὴν κρυότη σου ὄρισε νὰ ποίσης
ἠβράστιναν εἰς αὑτοῦ σου συγκερασμένη.
Ἀφῆκες με, πουλὶν, καὶ τὴν φουλειά του
ἦρτες νὰ χτίσῃς ὧδε ʼς τὸ κελλί μου·
ἐγὼ ἀγαπῶ πολλὰ τὴν συντροφιά σου
καὶ σοὺ ʼβρες τόπον ἔμπιστον, πουλί μου,
ἐσού ʼχες ʼματωμένην τὴν καρδιά σου5
καὶ ʼγὼ ξανασπασμένη τὴν δικήν μου·
ἐσου κλαίγεις τὸν ἄνδρα δίχα πίστι,
καὶ ʼγὼ τὴν θέϊσσά μου, γιατὶ ἀγκρίστη.
Ἐσοὺ, πουλί μου, πάντα σου ξηγᾶσαι
ʼς τὴν γλῶσσα σου τα πάθη σου μητά μου,10
και ʼγω μητά σου σέναν ποῦ θλιβᾶσαι
θρηνίζω, γοιὸν θωρεῖς, τὰ κλάμματά μου·
ἐσοὺ μητά μου μὲν παραπονᾶσαι
καὶ ʼγὼ λαλῶ ʼς ἐσὲν τʼ ἀγκώματά μου,
τάχατε ʼποφουσκόνεις μετὰ μέναν,15
καὶ ʼγὼ παραπονοῦμαι μετὰ σέναν,
Ὅνταν τινὰς ποῦ πάντα του παθιάζει
κἀνέναν κακορρίζικον βιγλίσῃ
νὰ τὸν ἰδῇ τὸ πῶς ἀναστενάζει
καὶ πῶς παραπονᾶται νὰ γροικήσῃ,20
παραπονᾶται μερτικὸν καὶ πνάζει,
καὶ στρέφεται ἀχ τὸν θάνατον νὰ ζήσῃ,
καὶ τοῦτον ἔχουν ὅλοι ποῦ θλιβοῦνται
μʼ ἄλλους τὴν πλῆξιν νὰ παρηγοροῦνται.
Λοιπὸν τὴν θλῖψι σου, πουλὶν, γροικῶντα25
εἰς τὴν δική μου ἀνάπαψιν εὑρίσκω
τὰ βάρη σου, πουλάκι μου, θωρῶντα
πάντες ἀχ τὰ δικά μου ἀλαφρυνίσκω·
πουλάκι μου, τὰ δάκρυα του βιγλῶντα
μαθαίνεις με πάντες νʼ ἀπομεινίσκω·30
ἀλήθεια ἐσὲν τὰ πάθη σου φυροῦνται,
γιατί ἔνʼ παλῃὰ, μὰ μὲν τώρα γεννοῦνται.
Ἐσοὺ, πουλί μου, πάγεις καὶ γυρίζεις,
και ʼγὼ πάντα μου στέκω καὶ θρηνίζω·
ἐσοὺ βιγλῶντα ἀφίνεις νὰ θρηνίζῃς35
καὶ ʼγὼ ποτὲ ἀφίνω νὰ βακρίζω·
ἐσοὺ τὸν κόσμον, γοιὸν πετᾷς, βιγλίζεις·
καὶ ʼγώ ʼς τὴν φυλακήν μου μαρτυρίζω·
ᾑ πλῆξες σου ἐφυράναν καὶ ʼπαγλύναν,
καὶ μέναν τώρα γνειόνουν, τώρʼ ἀντρύναν.40
Ἐσοὺ, πουλίν, ποῦ ποῖκες τὴν φιλιάν μου
γιὰ δυὸ φτερὰ ποὔχασες δὲν μουλλόνεις,
καὶ ʼγὼ, πουλὶν, ποὔχασα τὴν καρδιά μου,
γιατί, ἅντα μὲ θωρῇς, δὲν ξαναγνόνεις
ἂν ἔναι σὰν ἐσέναν τὴν πικριά μου45
νὰ λαλοῦν γοιὸν λαλεῖς κὴ ἀποφουσκόνεις·
δὲν ἔλειβγεν ἀξ αὐτοῦ μου τὸ θάρρος,
ἀμμὲ διατὶ ὄχι δὲν λείπει ἀχ τὸ βάρος.
Ὅτις ἀξάφνου μάλαμμαν βιγλίσῃ,
τῆς ἐμμορφιᾶς τὸ βλέμμαν τοῦ μεινίσκει,
ὅτι πῶς ὀμμορφήτερον κρινίσκει,
ὁ κόσμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ποίσῃ·
ἀμμʼ ἀφʼ ὅτης εἰς τὸ λαμπρὸν κολλήσῃ,5
πγιάνει ἄλλην ὀμμορφιὰν ἀποὺ τὴν φώτην
ʼμορφότερην πολλὰ παρὰ τὴν πρώτην,
καὶ τίτοια εἶναι τοῦ χρουσαφιοῦ ἡ φύσι.
Ἤτζου μὲ τζέγνιασεν καὶ μὲν τὸ ʼδεῖ σου,
εἰς ὅσον σʼ ἀναντράνισα, κυρά μου,10
εἴπουν, ὁ κόσμος δὲν ἔχει μεσά μου
νὰ ξαναποίσῃ πγειὸν κἀμμιὰ μοιαστή σου·
ἀμμʼ ἀφʼ ὅτης ἀφῆκες τὸ μαντύ σου
κʼ ἔπγιασες τὸ μισάδιν ἀλλʼ ὄμμορφή ʼσαι,
καὶ ὅτις σὲ ʼδῇ, κρινίσκει τὸ πῶς εἶσαι15
ʼμορφήτερη ʼχ τὴν πρώτην ἐμαυτή σου.
Γιατʼ ἡ κυρά μου φεύγει ἀποὺ ʼξ αὐτόν μου,
ἦλθα, πουλιὰ, μὲ σᾶς νὰ καταντήσω·
γιατʼ ή κυρά μου ξάνπεν τὸ λαμπρόν μου,
ἦλθα ʼς τὸ σκιό σας, δέντρη, νὰ καθίσω·
καὶ μετὰ σέναν, βρύσι, ἂν ἠμπορήσω5
νὰ δροσιστῶ πριχοῦ μὲ καταλύσῃ·
κὴ, ἀφʼ ὧν δὲν θέλει πγειὸ νὰ μοῦ γροικήσῃ,
γροικᾶτε μου, πουλιὰ, δέντρα, καὶ βρύσι.
Γροικᾶτε μου, πουλιά μου, καὶ λυπηθῆτε,
γροικῶντα τὴν πολλήν της σκλεροσύνην10
καὶ σεῖς δέντρα ʼχ τὴν λύπην μαραθῆτε
ʼδόντας τὴν ἐδικήν της κακοσύνην
λυπήθου με καὶ σοὺ μὲ λεμοσύνην,
βρύσι μου, κὴ ὅτις ἄλλος ἀγροικήσῃ·
κὴ, ἀφʼ ὧν δὲν θέλει πγειὸν νὰ μοῦ γροικήσῃ,15
γροικᾶτε μου, πουλιὰ, δέντρα, καὶ βρύσι.
Δὲν θέλει πγειὸν νʼ ἀκούσῃ τὸ λαμπρόν μου,
δὲν ʼπολογᾶται ʼς ὅσα τῆς μιλήσω·
πλάσιν οὐδὲ ψηφίζει τὸ λαμπρόν μου,
δὲν θέλει νὰ σταθῇ νὰ τὴν βιγλίσω,20
κὴ ὅσα χαρτιὰ ποτὲ νὰ τῆς μιλήσω,
ἀποὺ μακρὰ δὲν θέλει νὰ τʼ ἀγγίσῃ·
κὴ, ἀφʼ ὧν δὲν θέλει πγειὸν νὰ μοῦ γροικήσῃ
γροικᾶτε μου, πουλιὰ, δέντρα, καὶ βρύσι.
Πέτε, πουλιὰ, μὲν πάψετε τὸ κλᾶμμαν,25
καὶ δίκῃον ἔνʼ νὰ κλαίγετε μητά μου,
δέντρη, καὶ δεῖλις καὶ πωρνὸν καὶ κᾶμμαν,
γοιὸν σείζεστε, λαλεῖτε τὰ κακά μου·
βρύσι, πιντάθου μὲ τὰ κλάμματά μου,
καὶ ʼγὼ θέλω φωνάζειν· κρίσιν, κρίσιν!30
κή, ἀφʼ ὧν δὲν θέλει πγειὸν νὰ μοῦ γροικήσῃ,
γροικᾶτε μου, πουλιὰ, δέντρα, καὶ βρύσι.