(Aπό την Λάμια του Keats)
Εμφάνιση
| (Από την «Λάμια» του Keats) Συγγραφέας: Μεταφραστής: Κωνσταντίνος Καβάφης |
| Μετάφραση αποσπασμάτων του ποιήματος του Τζον Κητς, Λάμια. Γραμμένο το 1892. Αποκηρυγμένο. |
[Ι]
[..........................................................]
- «Ως πότε εν τω νεκρικώ αυτώ στεφάνω
- θα κείμαι! Πότε η πτωχή θα εξυπνήσω,
- πότε εν σώματι τερπνώ θα ανασάνω,
- κ’ εν σώματι τω βίω πρέποντι θα ζήσω,
- και καταλλήλω έρωτι και ηδονή,
- και καρδιών, χειλέων πάλη, πλησμονή!
- Φευ, φευ,τριστάλαινα. Φευ, συμφορά δεινή!»
[...........................................................]
- «Ήμην γυνή. Ω, δος μοι σχήμα γυναικός!
- Έφηβον εκ του άστεος των Κορινθίων
- λατρεύω. Την καλή μορφήν μου φιλικώς
- απόδος· και οδήγει μ’ εις αυτόν πλησίον.»
[............................................................]
- Και ότε εφαντάζετο μίαν ημέραν
- ούτω, εν τοις θνητοίς είδον οι οφθαλμοί της
- τον Λύκιον αγωνιζόμενον, και πέραν
- πάντων το άρμα του να τρέχη. Νεαρός
- Ζευς τη εφάνη, με Διός σεπτήν γαλήνην ...
- Έκτοτε δε την εκυρίευσε σφοδρός
- έρως. Λιποθυμούντος έρωτος γλυκύτης
- κ’ επιθυμίαι εκυρίευσαν εκείνην.
[............................................................]
- Το πρόσωπόν του έκρυπτε μη τύχη φίλος
- και τον αναγνωρίση. Σφίγγει ερωτύλος
- την χείρα της. Ότ’ αίφνης εμφανίζεται
- ανήρ βραδύς το βήμα, και με δόλιον,
- οξύ το βλέμμα. Έχει μιξοπόλιον
- τον βοστρυχώδη πώγωνα. Γνωρίζεται
- ως σοφιστής από το ένδυμά του. Είναι
- η κεφαλή του φαλακρά.
- Ο Λύκιος
- ετάχυνε το βήμα, πλην ανοίκειος
- τρόμος την Λάμιαν καταλαμβάνει. «Γύναι
- φιλτάτη,» λέγει «ρίγος σε διαπερά.
- Πόθεν η ταραχή αυτή η αιφνιδία;
- Η χειρ σου διαλύεται.» Aλλ’ η αβρά
- σύντροφος απαντά· «Κούρασις και ανία
- είναι απλώς. Λύκιε, τίς ο γέρων ήτο;
- Δεν δύναμαι ν’ ανακαλέσω την μορφήν του.
- Εκρύπτεσο ως η ψυχή σου να εφοβείτο
- να αντικρύσης την οξείαν όρασίν του.»
[ΙΙ]
[...................................................................]
- »Ούτω να θριαμβεύσω διά σου ποθώ,
- εν μέσω της Κορίνθου μέγα απορούσης.
- Θ’ αποστομώσω τους εχθρούς μου. Θ’ ευφρανθώ
- ακούων της φωνής των φίλων επαινούσης,
- ενώ το άρμα μας εν μέσω των ευχών,
- το άρμα το γαμήλιον των ευτυχών,
- ταχύ θα τρέχη επί φαεινών τροχών.»
[.....................................................................]
- «Δεν έχω φίλους, κ’ εν Κορίνθω ζω σχεδόν
- άγνωστος. Των γονέων μου η κόνις κείται
- εντός λαρνάκων αφανών, και εις τον ουδόν
- του δώματός των του υστάτου λησμονείται
- να αναφθή θυμίαμα. Η γενεά των
- όλη απέθανε, κ’ εγώ η επιζώσα
- παραμελώ αυτούς, υπό παθών ακράτων
- κυβερνωμένη και τυφλώς σε αγαπώσα.
- Ω Λύκιε, προσκάλεσ’ όσους φίλους θέλει
- η νεαρά καρδία σου, αλλ’ αν σοι μέλη
- περί του έρωτός μου, αν το ποθητόν
- βλέμμα σου μ’ αγαπά, μη εις την τελετήν
- φέρης τον Aπολλώνιον τον σοφιστήν.
- Κρύψε με, Λύκιε, κρύψε με απ’ αυτόν.»
[.....................................................................]
- εκτός ενός, όστις με βλέμματ’ αυστηρά
- και βραδέα βήματα και σταθερά
- εισήλθεν. Ην ο γέρων Aπολλώνιος.
- Και εμειδία, ωσεί τάχα πρόβλημά τι
- προ του οποίου εκοπίαζ’ ο δαιμόνιος
- νους του, να εξηγείτο λύσει απλουστάτη
- και ν’ αληθεύη αρχικόν του μάντευμά τι.
[.....................................................................]
- «Φίλτατε Λύκιε, κανών τεθεσπισμένος
- δεν είναι να επιβάλλεται άκλητος ξένος
- και με την φορτικήν του να χαλνά μορφήν
- συντρόφων νεωτέρων συναναστροφήν.
- Aλλ’ απητείτο· και συγχώρει επομένως.»
[.....................................................................]
- «Δεν σε ελύτρωσ’ από κάθε συμφοράν,
- δια να σ’ ίδω τώρα όφεως βοράν!»
- Ω της Λαμίας ήρχισεν η αγωνία!
- Του σοφιστού το βλέμμα πύρινον προυχώρει,
- και την διέσχιζεν ολόκληρον, ως δόρυ
- διαπεραστικόν. Εν τη αδυναμία,
- εν τη νεκρώσει της, εν τη φρικτή οδύνη,
- την ασθενή της χείρα την λευκήν εκίνει
- και τω εζήτει, τω ικέτευε σιγήν.
- Aλλά ο σοφιστής το βλέμμα του ευρύνει
- και «όφις! όφις!» βάλλει φοβεράν κραυγήν.