Φλογέρα
| ←Καθώς περνούσες | Καθώς περνούσες Συγγραφέας: Τραγούδια της ερημιάς |
Όνειρα αγάπης→ |
| Εκδόθηκε στη συλλογή Τραγούδια της ερημιάς το 1898, από τις εκδόσεις Εστία. |
ΛΑΛΕΙ φλογέρα στο βουνό, γλυκιά φλογέρα λάλει,
Μες στης ερμιάς τη σιγαλιά, μες στου βραδιού τα μάγια,
Σκόρπιζε το τραγούδι σου γλυκό, απαλό σα χάδι·
Γύρω τριγύρω μια χαρά που βόσκει το κοπάδι
Νανούριζέ το, ταίριαζε το γλυκολάλημά σου
Με το νεράκι σιγαλά που τρέχει απ’ τη βρυσούλα
Κελαριστό κι ολόδροσο και σμίγε τον ηχό σου
Με το τρελό παιγνίδισμα της αύρας μες στα φύλλα·
Ξύπνα στα όρη τις ξωθιές, στα δάση τις νεράιδες
Με το τραγούδι σου κι αυτές τρελούς χορούς να στήσουν
Κι εκεί με πόθο που σ’ ακούει δειλόν κι η βοσκοπούλα
Χάιδευε το γλυκόνειρο που κρυφοπλέγει ο νους της.
Λάλει φλογέρα στο βουνό, γλυκιά φλογέρα λάλει.
Σκόρπιζε μες στον ήσυχον αγέρα το σκοπό σου
Σα σιγαλό νανούρισμα στην ερημιά, στην πλάση
Μες στου βραδιού το αγκάλιασμα που γέρνει στολισμένη
Μ’ όση ομορφιάν έχει η άνοιξη, μ’ όσα έχει κάλλη ο Μάης·
Τα χιλιδόνια τα στερνά τραγούδια τους σκορπάνε,
Τ’ αγέρι χύνει στα κλαδιά το γλυκοανασασμό του,
Παίζει τρελοφλοισβίζοντας το κύμα στ’ ακρογιάλι,
Κάπου στα δάση αντιλαλεί παράπονο τρυγόνας
Κι η ρεματιά ολογάργαρη κυλάει μες στην κοιλάδα.
Μα στο τρελό σου λάλημα, φλογέρα μαγεμένη,
Φλογέρα γλυκοτράγουδη, ξέρεις εσύ και σμίγεις
Κάθε νερού παιγνίδισμα, κάθε ψιθύρισμα αύρας,
Κάθε πουλιού παράπονον ή χαρωπό τραγούδι,
Κάθε της πλάσης γέλασμα και στεναγμό και κλάμα.
Σε λίγο, μες απ’ των δασών τα βάθια και τ’ αηδόνι
Το μαγικό του λάλημα κι εκείνο γλυκοσμίγει
Κι από τον κάμπο σύνωρα κι η κόρη που γυρίζει
Με τη χρυσή της τη φωνή κι αυτή τραγούδι αρχίζει·
Και της ερμιάς ο αντίλαλος αρπάζει στα φτερά του
Το λυγερό του το σκοπό, τα λόγια της αγάπης.
Μα το δικό σου λάλημα, γλυκόφωνη φλογέρα,
Πιο μαγεμένα αντιλαλεί κι από τ’ αηδόνι ακόμα
Κι απ’ το τρελό κι ολότρεμο της λυγερής τραγούδι
Πιο κρυφοαγγίζει την καρδιά και την ψυχή χαϊδεύει.
Λάλει φλογέρα στο βουνό, γλυκιά φλογέρα λάλει.
Τραγούδιζε την ομορφιά της πλάσης και τα κάλλη,
Ψέλνε του κόσμου τη χαρά και της ζωής τη χάρη,
Τραγούδα την παλικαριά, την ομορφιά της νιότης,
Τραγούδα του παλιού καιρού τ’ αθάνατα τραγούδια,
Τα πανηγύρια, τους χορούς που στένουν oι κοπέλες,
Τραγούδα τη γλυκιά ζωή της ερημιάς, τραγούδα
Του Μάη τα συγνεφιάσματα, του Απρίλη τα λουλούδια.
Κι απ’ όλα πιο γλυκότερα, πιο μαγεμένα απ’ όλα
Της κόρης τα καμώματα, της λυγερής το νάζι
Και της αγάπης τις χαρές και τους καημούς τραγούδα.
Λάλει φλογέρα λυγερή, γλυκιά φλογέρα λάλει.
Συ πρωτοσκόρπισες στη γης την αρμονία μια μέρα,
Το πρώτο πρώτο μια φορά στον ουρανό από κάτου
Τραγούδι που αγρικήθηκεν εχύθηκε από σένα·
Κι όσο είναι η πλάση ζωντανή κι ο κόσμος δεν πεθαίνει
Πάντα κι αιώνια θ’ αντηχάει σε δάση και λαγκάδια
Το λυγερό παράπονο που κλαίει στο λάλημά σου.
Το λυγερό παράπονο της άμοιρης νυφούλας
Όπου στερνό χαιρέτισμα στις ομορφιές του κόσμου,
Στ’ άνθια, στον ήλιο, στα πουλιά και στο γλυκόν αγέρα,
Στου Λάδωνα αντιλάλησε τα ρείθρα μιαν ημέρα.
Λάλει φλογέρα αθάνατη, γλυκιά φλογέρα λάλει.
Νάτην η βλάχα η λυγερή τη ράχη κατεβαίνει
Με την ποδιά την πλουμιστή, με τα φλουριά στα στήθια,
Καμαρωμένη σα μηλιά τα μήλα φορτωμένη·
Γελούν τρελά τα μάτια της και λάμπει ο τόπος γύρα
Και παίζουν οι πλεξίδες της στους ώμους σα δυο φίδια.
Έτσι περνούσε έναν καιρό στα δάση η Αμαρυλλίδα
Και της τραγούδιζε ο βοσκός τραγούδια της αγάπης.
Λάλει της κόρης που περνάει, γλυκιά φλογέρα λάλει.
Στο λυγερό σου λάλημα και στον τρελό σκοπό σου
Βρίσκεται ακόμα του παλιού του τραγουδιού η δροσούλα.
Είσαι ο γλυκός αντίλαλος μιανής ζωής χαμένης,
Ζωής που πάντα με καημόν η γης θαν τη θυμάται·
Ζωής οπώφευγε τρελή μες στην ερμιά μια μέρα
Με γέλια, παιγνιδίσματα στα δάση, στα νεράκια,
Μ’ ανθοστεφάνωτους χορούς και μ’ όμορφα τραγούδια.
Ο Μέγας Παν επέθανε και σβήστηκαν μαζί του
Σαν τον αφρό που μια φορά τις είχε γεννημένες,
Σαν όνειρο που ένα όνειρο γλυκό ήταν η ζωή τους
Κι οι νύφες οι χιονόποδες, οι χαρωπές παρθένες
Πο’ ‘πλεγαν έρωτες τρελούς μες στων δασών τους θόλους,
Που ανάλαμπαν οι λαγκαδιές απ’ τα λευκά τους κάλλη
Κι απ’ τα τραγούδια τους φαιδρά τα όρη αντιλαλούσαν.
Ο Μέγας Παν επέθανε και ρημαγμένα εμείναν
Τώρα τα δάση κι οι σπηλιές και των νερών τα ρείθρα
Και σώπασαν τ’ αυλήματα και πάψαν τα παιγνίδια.
Πάνε των τρύγων οι γιορτές και τα φαιδρά τα δείπνα
Στους χλοϊσμένους τους αγρούς και στα ξανθά ακρογιάλια.
Ο Μέγας Πάν επέθανε και σβήστηκε για πάντα
Κάθε ομορφιά, κάθε χαρά που είδε εδώ κάτου η πλάση·
Μα στο τρελό τραγούδι σου, φλογέρα μαγεμένη,
Ο τραγοπόδης ο θεός αναστημένος πάλι,
Πάλι της Πίτης τραγουδεί τ’ αμάραντα τα κάλλη.
Πάλι από μες απ’ τις πηγές, απ’ τ’ άντρα, απ’ τις κοιλάδες
Βγαίνουν και πιάνουν το χορό στα ξέφωτα οι νυφούλες
Και στον αχό σου αντιλαλούν τα γέλια, τα τραγούδια.
Στο λυγερό σου λάλημα, γλυκόφωνη φλογέρα,
Ο Δάφνης πάλι ερωτικά της Χλόης του τραγουδάει·
Στου τραγουδιού σου το σκοπό, φλογέρα μαγεμένη,
Στενάζει ακόμα της Ηχώς ο πόνος μες στα δάση,
Σιγό σιγό κι ολότρεμο και θλιβερό σκορπιέται
Μες στον αγέρα του βραδιού το μοιρολόι του Λίνου
Κι ωσάν αηδονολάλημα γλυκό, ως να στάζει μέλι,
Φτάνει απ’ τα βάθη του καιρού του Θύρση το τραγούδι.
Λάλει φλογέρα αθάνατη, λάλει φλογέρα λάλει…