Φιλοψευδής ή Απιστών (μετάφραση)

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φιλοψευδής ή ἀπιστῶν
Συγγραφέας: Λουκιανός
Μεταφραστής: βασισμένο στην πρώτη απόδοση στη νεοελληνική (καθαρεύουσα) από τον Ιωάννηγ Κονδυλάκη
«Τέτοια πράγματα, φίλε μου Φιλοκλή, άκουσα στο σπίτι του Ευκράτους και περιφέρομαι, μα τον Δία, όπως εκείνοι που έχουν πιει μούστο, με την κοιλιά πρισμένη και τάση προς εμετό. Ευχαρίστως θα αγόραζα όσο όσο απ΄ οπουδήποτε κάποιο φάρμακο λησμονιάς για να μη μείνει μέσα μου η μνήμη όσων άκουσα και μου κάνει κακό.39 Δεν πειράζει, φίλε μου, έχουμε ισχυρό αντίδοτο για τέτοια πράγματα, την αλήθεια και τον ορθό λόγο για όλες τις περιπτώσεις, που όσο τα χρησιμοποιούμε, κανένα από αυτά τα κούφια κι ανόητα ψέματα δεν θα μας ταράξει». ακροτελεύτιον 40


ΤΥΧΙΑΔΗΣ1 Μπορείς, Φιλοκλή, να μου πεις τι είναι τέλος πάντων εκείνο που κάνει πολλούς ν' αγαπούν τα ψέματα, ώστε να χαίρονται να μη λένε οι ίδιοι τίποτε σωστό και ακούν με μεγάλη προσοχή όσους τα διηγούνται;

ΦΙΛΟΚΛΗΣ. Πολλά είναι, Τυχιάδη, εκείνα που μπορούν ν΄ αναγκάσουν μερικούς από τους ανθρώπους να λένε ψέματα, αποβλέποντας στη χρησιμότητά τους.

ΤΥΧΙΑΔΗΣΑυτό δεν έχει να κάνει με την ερώτησή μου, όπως λένε· Δεν σε ερωτώ γι΄ αυτούς που λένε ψέματα από ανάγκη· Αυτοί τουλάχιστον είναι δικαιολογημένοι, ίσως δε είναι και μάλλον άξιοι επαίνου μερικοί εξ αυτών, όσοι ή εχθρούς εξαπάτησαν ή προς σωτηρία σε δύσκολες περιστάσεις μεταχειρίστηκαν αυτό το μέσον, όπως, για παράδειγμα, ο Οδυσσέας που μεταχειρίζονταν τα ψέματα προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη ζωή του και την επιστροφή των συντρόφων του στην πατρίδα.[1] Αλλ' εννοώ εκείνους, φίλτατε,που χωρίς ανάγκη προτιμούν τα ψέματα από την αλήθεια και ευχαριστιούνται γι΄ αυτό και το μεταχειρίζονται χωρίς ευλογοφανή πρόφαση. Γι αυτό λοιπόν θέλω να μάθω, γιατί λένε ψέματα.

ΦΙΛΟΚΛΗΣ2 Ώστε γνώρισες ανθρώπους τέτοιους, που έχουν έμφυτη την προς α ψέματα;

ΤΥΧΙΑΔΗΣ Και είναι μάλιστα πάρα πολύ τέτοιοι.

ΦΙΛΟΚΛΗΣ Σε τι άλλο παρά στην μωρία πρέπει ν' αποδοθεί η ροπή αυτών προς τα ψέματα, αφού επιλέγουν το χειρότερο από το καλλίτερο;

ΤΥΧΙΑΔΗΣ Δεν είναι αυτό, αφού εγώ μπορώ να σου αναφέρω πολλούς, οι οποίοι είναι φρόνιμοι κατά τα άλλα και θαυμάζονται για την κρίση τους και όμως δεν γνωρίζω πως έχουν κυριετεί από το κακό και τόσο αγαπούν τα ψέματα, ώστε λυπούμαι να βλέπω ότι άνθρωποι τόσον καλοί ευχαριστούνται να εξαπατούν και τους εαυτούς τους και τους άλλους. Και τους μεν παλαιούς θα γνωρίζεις καλύτερα και από εμένα, τον Ηρόδοτο, για παράδειγμα, και τον Κτησία και τον Κνίδιο, και προ παντός τους ποιητές και αυτόν τον Όμηρο ακόμα· όλους περίφημους ανθρώπους, που μεταχειρίστηκαν τα ψέματα στα γραπτά τους, ώστε όχι μόνον τους συγχρόνους τους εξαπάτησαν, αλλά και μέχρι τις μέρες μας φθάνουν τα ψέματά τους, διατηρημένα στους ωραίους στίχους τους και τα μέτρα. Σε εμένα, τουλάχιστον, συμβαίνει πολλές φορές να ντρέπομαι για λογαριασμό τους, όταν διηγούνται τον ευνουχισμό του Ουρανού, τα δεσμά του Προμηθέα, την επανάσταση των Γιγάντων και την όλη τραγική κατάσταση στον Άδη, και ότι γι' έρωτα ο Ζευς έγινε ταύρος ή κύκνος και γυναίκες μεταμορφώθηκαν σε πτηνά ή αρκούδες· επιπλέον δε για τους Πήγασους, Χίμαιρες, Γοργόνες, Κύκλωπες κι άλλα παρόμοια πολύ αλλόκοτα και απίστευτα παραμυθάκια, ικανά να παρασύρουν ψυχές παιδιών που ακόμα φοβούνται τη Μορμώ[2] και τη Λάμια.
3 Και τα μεν ψέματα των ποιητών ίσως δικαιολογούνται· αλλά δεν είναι γελοίο, ότι και πόλεις και έθνη ολόκληρα από κοινού και φανερά ψεύδονται; Οι Κρήτες δεν ντρέπονται να δείχνουν τον τάφο του Διός, οι δε Αθηναίοι λένε ότι ο Εριχθόνιος βγήκε από ταν σπλάγχνα της γης και οι πρώτοι άνθρωποι φύτρωσαν από τη γη της Αττικής, όπως τα λάχανα. Αλλά αυτοί είναι πολύ πιο συμμαζεμένοι από τους Θηβαίους, που διηγούνται πως οι Σπαρτοί φύτρωσαν από τα δόντια του δράκοντα. Όποιος μάλιστα δεν πιστεύει πως αυτές οι καταγέλαστες ιστορίες είναι πραγματικές, αλλά εξετάζοντας τες λογικά, θεωρεί πως μόνο ένας ο Κόροιβος ή ο Μάργιτος μπορούν να πιστέψουν ότι ο Τριπτόλεμος πέταξε στον αέρα πάνω σε φίδια με φτερά ή ότι ο Παν ηρθε από την Αρκαδία για να βοηθήσει στη μάχη του Μαραθώνα ή ότι ο Βορέας άρπαξε την Ωρείθυα,[3] θα θεωρούνταν ασεβής και ανόητος, αφού αμφισβητεί πράγματα τόσο καταφανή και αληθινά· σε τέτοιο βαθμό κυριαρχεί το ψέμα.
ΦΙΛΟΚΛΗΣ4 Αλλ' οι ποιητές και οι πόλεις, Τυχιάδη, θα μπορούσαν άνετα να συγχωρεθούν, γιατί οι ποιητές εμπλουτίζουν τα έργα τους με τα δελεαστικά στοιχεία του μύθου που είναι πολύ γοητευτικά και τους χρειάζονται περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο για να κερδίσουν το ενδιαφέρον των ακροατών. Οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι και όποιοι άλλοι νομίζουν ότι κατ' αυτό τον τρόπο αναδεικνύουν ενδοξότερες τις πατρίδες τους - άλλωστε αν αφαιρέσει κανείς, αυτά τα μυθώδη από την Ελλάδα, εξάπαντος,- θα πεθάνουν από την πείνα- που πρωτοστατούν να οδηγούν τους ξένους γιά να βλέπουν και ν' ακούγουν τα «περίεργα του τόπου» οι ξένοι ούτε δωρεά θα θέλουν ν' ακούουν την αλήθεια. Εκείνοι όμως οι οποίοι, χωρίς κανένα τέτοιο όφελος, ευχαριστιούνται στα ψέματα· εύλογα φαίνονται καταγέλαστοι.

ΤΥΧΙΑΔΗΣ5 Σωστά μιλάς. Ήμουνα πριν από λίγο στο σπίτι του Ευκράτη «του εγκρίτου», όπου άκουσα τόσα απίθανα και μυθώδη, ώστε, χωρίς να περιμένω το τέλος των λεγομένων, έφυγα, γιατϊ δεν υπέφερα τις υπερβολές τις οποίες άκουγα· Ως Εριννύες[4] με κατεδίωξαν τα πολλά τερατώδη και παράδοξα που λέγονταν από τους εκεί παρευρισκόμενους.
ΦΙΛΟΚΛΗΣ Αλλά, Τυχιάδη, ο Ευκράτης φαίνεται αξιόπιστος και κανείς δεν θα πίστευε ότι άνθρωπος με τέτοια σεβάσμια γενειάδα,που θα είναι και εξηκοντούτης, επιπλέον δε καταγίνεται πολύ και στην φιλοσοφία, μπορεί να ανέχεται ν' ακούει άλλον ψευδολογούντα ενώπιον του, πολύ δε μάλλον να τολμήσει ο ίδιος να ψευδολογεί.
ΤΥΧΙΑΔΗΣ Και όμως δεν φαντάζεσαι, φίλε μου, τι έλεγε και πώς τα διαβεβαίωνε τα περισσότερα, ορκιζόμενος στην ζωή των παιδιών του, ούτως ώστε, ενώ τον παρετήρουν, έκανα διάφορες σκέψεις, και όταν μεν σκεπτόμουν μήπως τρελάθηκε και τα έχασε, άλλοτε δε πώς δεν διέκρινα τόσο καιρό ότι είναι ψεύτης και ότι έκρυβε κάτω από τη γελοίο πίθηκο; τόσον απίθανα πράγματα έλεγε.
ΦΙΛΟΚΛΗΣ Δεν μου τα λες σε παρακαλώ, Τυχιάδη; Γιατί θέλω να γνωρίζω την αγυρτεία που κρύβεται κάτω από τα τόσα του γένια.
ΤΥΧΙΑΔΗΣ6 Και άλλοτε σύχναζα στο σπίτι του, όταν είχα καιρό· σήμερα όμως επειδή είχα ανάγκη να συναντήσω το Λεόντιχο, με τον οποίο, όπως γνωρίζεις, ήμασταν πολύ φίλοι κι έμαθα από τον υπηρέτη του ότι το πρωί θα επισκεφθεί τον Ευκράτη, που είναι άρρωστος, πήγα κι εγώ για δυο λόγους και για να βρω το Λεόντιχο και για να δω τον Ευκράτη, γιατί δεν γνώριζα ότι είναι άρρωστος.
Δεν βρήκα τον Λεόντιχο γιατί πριν λίγο, όπως μου είπαν, είχε φύγει· βρήκα όμως άλλους πολλούς και ανάμεσα σ' αυτούς τον περιπατητικό Κλεόδημο, το στωικό Δεινόμαχο και τον Ίωνα που, όπως γνωρίζεις, έχει την αξίωση να θαυμάζεται για τα έργα του Πλάτωνα, «ως ο μόνος ακριβώς εννοών τις ιδέες του φιλοσόφου και μόνος δυνάμενος να τις μεταδώσει στους άλλους». Βλέπεις ποιους ανθρώπους σου αναφέρω· πάνσοφους που έχουν όλες τις αρετές· ό,τι κορυφαίο έχουν οι διάφορες φιλοσοφικές αιρέσεις· όλους σοβαρούς και σχεδόν φοβερούς για την αυστηρότητα της μορφής. Ήταν επίσης εκεί και ο γιατρός Αντίγονος, που, υποθέτω, είχε προσκληθεί για τον άρρωστο και ο Ευκράτης φαίνονταν ότι τώρα ήταν καλύτερα από την αρρώστια του που ήταν χρόνιοι ρευματισμοί και του είχαν προσβάλλει πάλι τα πόδια.
Ο Ευκράτης μου έκανε νεύμα να καθίσω κοντά στο κρεβάτι, όταν με είδε, αν και όταν μπήκα τον άκουσα να λέγει κάτι τι με φωνή δυνατή. Εγώ δε με πολλή προσοχή, μήπως ακουμπήσω τα πόδια του και με τις συνηθισμένες δικαιολογίες πως δεν γνώριζα ότι ήταν άρρωστος και ότι μόλις το έμαθα, έτρεξα και πήγα και κάθισα δίπλα του.
7 Βρήκα να μιλούν για την αρρώστια και εκείνη τη στιγμή αναφέρονταν στις λεπτομέρειες προτείνοντας ο καθένας διαφορετικές θεραπείες. Ο Κλεόδημος λοιπόν είπε: «Αν κάποιος μαζέψει από κάτω με το αριστερό χέρι από χάμω το δόντι αρουραίου ποντικού, που έχει φονευθεί όπως προηγουμένως, «ανέφερε» και το περιτυλίξεις με δέρμα λέοντος που να έχει πρόσφατα γδαρθεί, να το κρεμάσει δε στα σκέλη του, αμέσως παύουν οι πόνοι των ρευματισμών».
-Όχι σε δέρμα λέοντος, είπε ο Δεινόμαχος, έχω ακούσει εγώ, αλλά θηλυκής ελαφίνας, που να είναι ακόμη παρθένος και αβάτευτη και αυτό φαίνεται πιθανότερο, γιατί η ελαφίνα είναι ζώο πολύ γρήγορο και η μεγάλη της δύναμη είναι στα τα πόδια. Και το λιοντάρι βέβαια είναι πολύ δυνατό, και το λίπος του και το δεξιό μπροστινό του πόδι και η τρίχες του μουστακιού του, που πηγαίνουν πέρα, μπορούν να ωφελήσουν πολύ, αν ξέρει κανείς να τα μεταχειρισθεί με το σχετικό στον καθένα για το καθένα ξόρκισμα· αλλά για νοσήματα των ποδιών πολύ λίγο φαίνονται να συντελούν.
Και εγώ, είπε ο Κλεόδημος, έτσι το ήξερα άλλοτε, ότι πρέπει να είναι το δέρμα από ελάφι, γιατί το ελάφι είναι γρήγορο αλλά πριν λίγο καιρό άλλαξα γνώμη όταν κάποιος Αφρικανός, σοφός σ΄ αυτά τα πράγματα μου είπε ότι το λιοντάρι είναι γρηγορότερο και από τα ελάφια, αφού τα καταδιώκει και τα συλλαμβάνει.
8 Απεδοκίμασαν αυτά και είπαν ότι ο Αφρικανός έχει δίκαιο. Νομίζετε λοιπόν, είπα εγώ, ότι με ξόρκια και με εξωτερικά κρεμαστάρια μπορεί να παύσει ένα κακόν που υπάρχει μέσα στο σώμα; Γέλασαν γι' αυτούς μου τους λόγους και ήταν φανερό ότι μ' θεώρησαν πολύ ανόητο, γιατί δεν γνώριζα πράγματα τόσο πασιφανή, που κανείς με το κοινόν νουν δεν μπορεί ν' αρνηθεί. Ο ιατρός όμως Αντίγονος φαίνονταν ότι ευχαριστήθηκε από την ερώτηση μου, γιατί δεν δίνονταν, φαίνεται, προηγουμένως μεγάλη προσοχή στις θεραπείας του, όταν βολεύονταν τον Ευκράτη, σύμφωνα με τις υποδείξεις της επιστήμης του :«να μη πίνει κρασί, να τρώει λάχανα και γενικά η δίαιτά του να είναι κατευναστική».
Ο Κλεόδημος δέ, που συγχρόνως χαμογελούσε «Τι λέγεις, Τυχιάδη;» μου είπε. Δεν πιστεύεις ότι από τα τοιαύτα γίνεται ωφέλεια στα νοσήματα; Βεβαίως, του απήντησα, δεν είμαι τόσον ανόητος, ώστε να πιστεύω ότι τα εξωτερικά που δεν έχουν συνάφεια με το εσωτερικό του οργανισμού, αποδιώχνουν τα νοσήματα χάρις στα ξόρκια και τις μαγείες, που έλεγες, και επιφέρουν τη θεραπεία, γιατί κρέμονται πάνω στο ανθρώπινο σώμα. Αλλ' αυτό δεν γίνεται και αν ακόμη στου λέοντος της Νεμέας το δέρμα περιτυλίξει κανείς και δέκα ολόκληρους αρουραίους. Εγώ τουλάχιστον είδα και λιοντάρι να κουτσαίνει από πόνους μέσα σε ολόκληρο το δέρμα του.
9 Είσαι τελείως ανίδεος, είπε ο Δεινόμαχος, αν δεν φρόντιζες να μάθεις με τρόπο ωφελούν τα τοιαύτα σε νοσήματα· μου φαίνεται όμως ότι δεν θα παραδεχθείς ακόμα κι αυτά τα προφανέστατα: «ότι με τους εξορκισμούς παύουν οι πυρετοί, μαγεύονται τα φίδια, θεραπεύονται οι βουβώνες»· αυτά δε και άλλα γίνονται και από τις γριές ακόμη. Αφού δε αυτά γίνονται, γιατί να μη πιστεύσεις ότι γίνονται και άλλα με παρόμοια μέσα;
Τα συμπεράσματά σου, Δεινόμαχε, είναι αυθαίρετα, του είπα εγώ, και, κατά την παροιμία, βγάζεις το καρφί με το καρφί γιατί και αυτά τα οποία λες δεν είναι τόσο βέβαιο και τόσον ασφαλές ότι γίνονται. Αν λοιπόν δεν με πείσεις προηγουμένως με λόγο, ότι είναι φυσικό ο πυρετός και το οίδημα να φοβούνται μίαν λέξη παράδοξη ή μίαν φράση ιερή ή βαρβαρική και γι' αυτό φεύγουν από το βουβώνα, θα εξακολουθώ να θεωρώ τα λεγόμενα ως παραμύθια των γραιών.
10 Μου φαίνεται, είπε ο Δεινόμαχος, ότι αφού λέγεις τέτοια, ούτε στην ύπαρξη των θεών πιστεύεις, εάν δεν νομίζεις δυνατές τις θεραπείες με ιερές λέξεις. Αυτό, απήντησα, να μη το λέγεις, φίλτατε γιατί τίποτε δεν μας εμποδίζει να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχουν οι θεοί και αυτά να είναι ψέματα. Εγώ δε και τους θεούς σέβομαι και τις θεραπείες τους βλέπω και αναγνωρίζω ότι θεραπεύουν τους αρρώστους με τα φάρμακα και την ιατρική, γιατί ο Ασκληπιός και οι μαθητές του γιατροί, μεταχειρίζονται κοινά φάρμακα και θεραπεύουν τους αρρώστους και όχι με λιοντάρια και αρουραίους.
11 Άφησε τον, είπε ο Ίων, εγώ δε θα σας διηγηθώ κάτι τι θαυμάσιο. «Θα ήμουν δέκα τεσσάρων περίπου ετών παιδί, όταν ήλθε κάποιος και ανήγγειλε στον πατέρα μου, ότι το Μίδα τον αμπελουργό, υπηρέτη μας, πολύ εύρωστο και εργατικό, κατά το μεσημέρι μία οχιά και ότι ήδη είχε αρχίσει να σήπεται το πόδι του. Ενώ σήκωνε και έδενε τα κλήματα στους στύλους, πλησίασε το ερπετό και τον δάγκωσε στον μεγάλο δάχτυλο και αυτό μεν πρόφθασε και κρύφτηκε πάλι, ο δε αμπελουργός άρχισε να φωνάζει από τρομερούς πόνους.
Μόλις δε μας είπαν αυτά, είδαμε το Μίδα να τον μεταφέρουν σε φορείο (κίμποδους) οι άλλοι σύντροφοί του πρησμένο ολόκληρο, μελανιασμένο, το δέρμα του ιδρωμένο και μόλις που ανέπνεε». Ενώ δε ο πατέρας μου ήταν περίλυπος, κάποιος από τους παριστάμενους φίλους είπε: «Μη ανησυχείς, θα πάω αμέσως και θα φέρω ένα Βαβυλώνιο, απ΄ αυτούς που λέμε Χαλδαίους και θα γιατρέψει αμέσως τον άνθρωπο». Για να μη πολυλογώ, ήλθε ο Βαβυλώνιος και ξανάφερε στη ζωή το Μίδα αφού έβγαλε το δηλητήριο από το σώμα του με κάποιο ξόρκι και έδεσε το πόδι του πέτρα, που έσπασε από επιτύμβια στήλη νεκρής παρθένας το δηλητήριον από το σώμα του, προσέτι δε κρέμασε στο πόδι του ένα κομμάτι πέτρα, το οποίον είχε κόψει από την επιτύμβια στήλη του τάφου μιας παρθένου. Ο δε Μίδας σηκώθηκε από το φορείο με το οποίο τον είχαν φέρει και έφυγε για το αμπέλι του».
12 Τόση ενέργεια έκαμαν το ξόρκισμα και το κομμάτι της επιτύμβιας στήλης. Αλλ' ο Χαλδαίος εκείνος έκαμε και άλλα θαυμάσια. Το πρωί πήγε στον και πρόφερε επτά ιερατικές λέξεις από ένα αρχαίο βιβλίο, αφού δε εξάγνισε το μέρος με θειάφι και δαδί και έκαμε τρεις γύρους επί τόπου, έδιωξε όλα τα ερπετά που βρίσκονταν μέσα α όρια του αγρού. Ήρθαν λοιπόν πολλά φίδια, λες και τα τραβούσε η επωδή, ασπίδες, έχιδνες, φίδια με κέρατα, σαΐτες (ακοντίαι}, βάτραχοι της στεριάς και φύσαλοι· απουσίαζε μόνο ένα γέρικο φίδι, που από τα γηρατειά, υποθέτω, δεν μπόρεσε να συρθεί ή δεν άκουσε καλά το πρόσταγμα. Ο μάγος είπε πως δεν βρίσκονταν όλα εκεί και αφού διάλεξε το νεότερο φίδι και τό έστειλε αγγελιοφόρο στον πύθωνα, λίγο αργότερα ήρθε κι αυτός. Όταν συγκεντρώθηκαν όλα, ο Βαβυλώνιος τα φύσηξε και όλα κάηκαν στη στιγμή από ην ανάσα του, ενώ εμείς μείναμε αποσβολωμένοι·
13 «Πες μου, Ίων», είπα εγώ, «το νεαρό φίδι, που ήταν αγγελιοφόρος, οδηγούσε από το χέρι τον πύθωνα που, όπως είπες, ήταν ηλικιωμένος ή μήπως ο πύθωνας είχε μπαστούνι και στηριζόταν πάνω του;»
«Εσύ κοροϊδεύεις», είπε ο Κλεόδημος, αλλ' εγώ που ήμουνα άλλοτε περισσότερο από εσένα άπιστος για τέτοια πράγματα νόμιζα ότι κατά κανένα τρόπο δεν μπορούν να συμβαίνουν αυτά.Όταν όμως είδα για πρώτη φορά εκείνο τον βάρβαρο ξένο να πετάει -είχε ερθει από τη χώρα των Υπερβόρειων, καθώς έλεγε- είστηκα και υποχώρησα μετά από πολλές αντιρρήσεις. Τι να έκανα, αφού τον είδα στο φως της μέρας να πετάει στον αέρα, να βαδίζει πάνω στο νερό ή να περιπατεί πάνω στη φωτιά με όλη του την ησυχία; Συ με τα μάτια σου, του είπα, τον είδες αυτόν τον υπερβόρειο να πετά ή να βαδίζει πάνω στο νερό; Μάλιστα, ο Κλεόδημος φορούσε στα πόδια του καρβατίνας[5] όπως συνηθίζουν στον τόπον του. Τι χρειάζεται ν΄ αναφέρω όσα μας έδειξε, στέλνοντας στους ανθρώπους έρωτες, φέρνοντας πάνω δαιμόνια, ανακαλώντας μπαγιατεμένους νεκρούς, κάνοντας την Εκάτη να εμφανίζεται με σάρκα και οστά και κατεβάζοντας κάτω τη Σελήνη΄ Θα σας διηγηθώ όμως όσα είδα να κάνει στο σπίτι του Γλαυκία, του γιου του Αλεξικλέους.
14 Πριν λίγο καιρό είχε πεθάνει ο πατέρας του Γλαυκίου κι αυτός είχε παραλάβει την περιουσίαν του, όταν ερωτεύτηκε τη Χρυσίδα την θυγατέρα του Δημαινέτου. Εμένα με είχε δάσκαλο της φιλοσοφίας και, αν ο έρωτας εκείνος δεν τον απασχολούσε, θα είχε πλέον μάθει όλη την περιπατητική φιλοσοφία, αφού σε ηλικία δεκαοκτώ ετών έκανε ανάλυση και είχε αποπερατώσει τα μαθήματα της φυσικής. Επειδή δε ο Έρωτας τον έφερε σε αμηχανία μου ανακοίνωσε τα πάντα. Και εγώ, αφού ως δάσκαλός του έπρεπε να τον βοηθήσω, οδήγησα προς αυτόν τον υπερβόρειο εκείνο μάγο, με την συμφωνία να λάβει αμέσως τέσσερις μνες γιατί έπρεπε κάτι να προκαταβληθεί για τις θυσίες που θα γίνονταν δεκαέξι εάν θ' κατακτούσε τη Χρυσίδα. Ο μάγος περίμενε την γέμιση της σελήνης γιατί τότε κατά κανόνα γίνονται αυτού του είδους οι μαγείες και τότε άνοιξε λάκκο στο ανοικτό μέρος του σπιτιού και περί το μεσονύκτιο μας κάλεσε τον Αλεξικλέα τον πατέρα του Γλαυκίου, που είχε πεθάνει πριν από επτά μήνες. Ο γέροντας αποδοκίμαζε τον έρωτα του γιου του και θύμωνε· τελικά όμως συναίνεσαι. Έπειτα έφερε την Εκάτη που συνοδεύονταν από τον Κέρβερο και κατέβασε την Σελήνη, που παρουσίαζε πολύμορφο και μεταβαλλόμενο θέαμα γιατί καταρχήν παρουσίαζε γυναικεία μορφήν, έπειτα φάνηκε σαν βόδι πανέμορφο, έπειτα σκυλάκι. Επί τέλους λοιπόν ο υπερβόρειος έπλασε από πηλό μικρό έρωτα και του είπε: «Πήγαινε και φέρε την Χρυσίδα. Ο πηλός επέταξε και μετ' από λίγο ήλθε η Χρυσίδα και κτυπούσε την πόρτα και μπαίνοντας μέσα αγκάλιασε τον Γλαυκία, σαν να τον αγάπησε περιπαθέστατα, και κοιμήθηκε μαζί του μέχρι που λάλησαν οι πετεινοί. Τότε η Σελήνη πέταξε στον ουρανό και η Εκάτη βυθίσθηκε στην γη και τα άλλα φαντάσματα εξαφανίστηκαν, την δε Χρυσίδα στείλαμε στο σπίτι της κατά την αυγή περίπου.
15 Αν τα έβλεπες αυτά, Τυχιάδη, δεν θα εξακολουθούσες να μη πιστεύεις στους εξορκισμούς. Έχεις δίκαιον, του είπα θα πίστευα πράγματι αν έβλεπα αυτά που είπες αλλά τώρα νομίζω ότι δικαιολογείται η δυσπιστία μου αφού δεν έχω όμοια με σας οξυδέρκεια. Γνωρίζω παρά ταύτα την Χρυσίδα που ανέφερες και ξέρω ότι είναι πρόθυμος και εύκολος στα ερωτικά. Δεν εννοώ όμως γιατί νομίσατε αναγκαίο να της στείλετε τον πήλινο πρεσβευτή και να καλέσετε τον υπερβόρειο μάγο και αυτή τη Σελήνη, ενώ με είκοσι δραχμές ήταν δυνατό και μέχρι τις χώρες των υπερβόρειων να σας ακολουθήσει η Χρυσίδα. Γιατί πολύ υπακούει σε αυτή την επωδή και της συμβαίνει το αντίθετο από εκείνο που συμβαίνει στα φαντάσματα· τα φαντάσματα όμως αν ακούσουν ήχο χαλκού ή σιδήρου φεύγουν και αυτά και σεις τα λέγετε αυτή δε αν κάπου κουδουνίζει χρήμα τρέχει προς τον ήχον. Απορώ άλλωστε πώς αυτός ο μάγος, αφού μπορεί να κάνει τις πλουσιότερες από τις γυναίκες να τον αγαπήσουν και να παίρνει απ΄αυτούς τάλαντα ολόκληρα, αρκείται σε τέσσερεις μνες που εισπράττει από το Γλαυκία για να τον κάνει αξιέραστο.
16 Είναι γελοία αυτή (γελοία ποείς) η απιστία σου προς όλα, είπε ο Ίων. Αλλά θα επιθυμούσα ν' ακούσω τι λες γι' εκείνους που διώχνουν με εξορκισμού τους δαίμονες από τους δαιμονιζόμενους φανερά, ώστε να μη μπορεί να υπάρξει αμφιβολία. Και είναι περιττή η δική μου μαρτυρία, γιατί όλοι γνωρίζουν τον εκ Παλαιστίνης Σύρο, τον περίφημο για τέτοια κατορθώματα, που τους σεληνιαζόμενους, που πέφτουν κάτω και διαστρέφουν τα μάτια τους και αφρίζουν, σηκώνει και αποπέμπει υγιείς έναντι μεγάλης αμοιβής. Όταν τους βρει να κυλιούνται καταγής και ρωτά από που μπήκε στο σώμα, ο ασθενής σιωπά, απαντά δε ο δαίμονας στη γλώσσα την ελληνική ή βαρβαρική, κατά την πατρίδα του δαιμονιζόμενου και λέει πως και από που μπήκε μέσα στον άνθρωπο· εκείνος όμως με εξορκισμούς ή, αν δεν εισακουσθεί, με απειλές ψάχνει το δαίμονα. Εγώ δε και είδα δαίμονα να εξέρχεται με αυτό τον τρόπο, μαύρο και καπνισμένο ως προς το χρώμα. Δεν είναι παράδοξο, του είπα, ότι βλέπεις τα τοιαύτα, Ίων, αφού μπορείς να βλέπεις και τις ιδέες του Πλάτωνα, πυ για μας τους μύωπες είναι πράγμα σκοτεινό.
17 Γιατί; Μόνο ο Ίων, είδε τέτοια πράγμτα; ρώτησε ο Ευκράτης. «Δεν έχουν συναντήσει και πολλοί άλλοι δαιμόνια, ορισμένοι τη νύχτα και άλλοι τη μέρα; Εγώ έχω δε τέτοια πράγμτα όχι μόνο μια αλλά σχεδόν μυριάδες φορές· στην αρχή με τάραζαν, αλλά τώρα που συνήθισα, δεν θεωρώ πως βλέπω κάτι παράλογο, ειδικά από τότε που ο Άραβας μου έδωσε το δαχτυλίδι, που είναι φτιαγμένο από σίδερο σταυρών και μου έμαθε το ξόρκι με τα πολλά ονόματα· εκτός αν αμφιβάλλεις και για μένα, Τυχιάδη». Και πώς είναι δυνατόν, είπα εγώ, να απιστήσω προς τον Ευκράτην του Δείνωνος, άνθρωπο σοφό, που με τόση ελευθερία λέει ό,τι του καπνίσει στο σπϊτι του, χωρίς να φοβάται αντιλογίες; Την ιστορία του ανδριάντα, είπε ο Ευκράτης, που εμφανίζεται όλες τις νύκτες και σε όλους τους ανθρώπους του σπιτιού, όχι μόνον από εμένα μπορείς ν' ακούσεις, αλλά και από όλους τους δικούς μας. Ποιου ανδριάντα; ρώτησα.
18 Δεν είδες, είπε, όταν εισέρχεσαι στην αυλή, ένα ωραιότατο ανδριάντα, έργον του Δημητρίου του αγαλματοποιού; Εννοείς εκείνον που παρίσταται να ρίπτει το δίσκο και σκύβει σε ν στάση της εκκίνησης με το πρόσωπο γερμένο προς το χέρι που κρατεί το δίσκο και λυγίζει λίγο το γόνατο ούτως ώστε να φαίνεται έτοιμος με τη βολή τού δίσκου να ανατιναχθεί;}Όχι εκείνον, απήντησε· αυτός ο δισκοβόλος είναι έργο του Μύρωνα, ο δισκοβόλος που λες· ούτε το διπλανό εννοώ, τον ωραίο που δένει το κεφάλι του με ταινία (τόν διαδούμενον τήν κεφαλήν του τη ταινία), γιατί αυτό είναι έργο του Πολυκλείτου. Άφησε τα αγάλματα που βρίσκονται δεξιά καθώς μπαίνεις, ανάμεσα στα οποία βρίσκονται τα έργα του Κριτία και του Νησιώτη «οι Τυραννοκτόνοι·» Αν έχεις δει δίπλα στη βρύση τον κοιλαρά, τον φαλακρό τον ημίγνυμο, με κάποιες τρίχες της γενειάδας του να ανεμίζουν και με φουσκουμένες φλέβες, λες κι είναι αληθινός άνθρωπος, αυτόν εννοώ· μου φαίνεται είναι ο Πέλλιχος, ο Κορίνθιος στρατηγός».
19 «Μα τον Δία», είπα εγώ, «είδα ένα άγαλμα στα δεξιά της πηγής με ταινίες και ξεραμένα στεφάνια και το στήθος του γεμάτο φύλλα χρυσού». «Εγώ έβαλα τα φύλλα χρυσού», είπε ο Ευκράτης, «όταν με γιάτρεψε από το ρίγος, που θα με έκανε να πεθάνω μέσα σε δυο μέρες. «Είναι γιατρός ο υπέροχός μας Πέλλιχος;» είπα εγώ. «Μην κοροϊδεύεις», είπε ο Ευκράτης, «γιατί δεν θα δυσκολευτεί να σε τιμωρήσει. Εγώ γνωρίζω τι μπορεί να κάνει ο ανδριάντας για σένα που τον εμπαίζεις ή δεν νομίζεις ότι μπορεί να στείλει πυρετούς σε όσους θέλει, αφού μπορεί να τους αποδιώχνει; Παρακαλώ το ανδριάντα να με λυπηθεί και να με συγχωρήσει, αφού είναι τόσο γενναίος. Αλλά τι άλλο τον βλέπετε να κάνει όλοι εσεις που κατοικείτε στο σπίτι;
Άμα νυχτώσει, είπε ο Ευκράτης, ο Πέλιχος κατεβαίνει από το βάθρο του και περιφέρεται στο σπίτι· τον συναντούν δε όλοι και μερικές φορές τον ακούουν να τραγουδά, αλλά δεν πείραξε ποτέ κανένα· πρέπει μόνον εκείνος που τον συναντά να παραμερίζει· αυτός όμως περνά χωρίς να ενοχλήσει αυτόν που συναντά. Πολλές φορές λούζεται και παίζει όλη τη νύκτα, ούτως ώστε ακούγεται ο θόρυβος του νερού. Πρόσεξε, είπα εγώ, μήπως ο ανδριάντας δεν είναι ο Πέλιχος, αλλ' ο Τάλως ο Κρης της εποχής του Μίνωα που ήταν χάλκινος και περιπολούσε στην Κρήτη. Εάν δεν ήταν από χαλκό αλλ' από ξύλο, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να είναι όχι του Δημητρίου έργο, αλλά τεχνούργημα του Δαίδαλου γιατί, όπως λες και αυτός φεύγει από το βάθρο του. Πρόσεξε, Τυχιάδη, είπε ο Ευκράτης, μη μετανοήσεις για τους εμπαιγμούς σου. Εγώ γνωρίζω τι έπαθε εκείνος ο οποίος έκλεψε τους οβολούς που του προσφέρομε κάθε πρώτη του μήνα. «Πρέπει να έπαθε τα πάνδεινα, είπε ο Ίων, αφού ήταν ιερόσυλος. Πώς λοιπόν τον τιμώρησε ο ανδριάντας; Θέλω ν' ακούσω και αν ακόμη δεν θα το πιστεύσει κι αυτό ο Τυχιάδης.
20 Στα πόδια του ανδριάντα, είπε ο Ευκράτης, ήσαν ριγμένοι πολλοί οβολοί και άλλα νομίσματα μεταξύ των οποίων τα αργυρά ήσαν κολλημένα με κερί στο μηρό του και πέταλα από άργυρο, αφιερώματα είτε για παράκληση είτε ως ευχαριστία για θεραπείες πυρετού. Είχομεν δε τότε ένα Αφρικανό δούλο, αχρειέστατο που χρησίμευε σαν ιπποκόμος. Αυτός αποπειράθηκε μια νύχτα να κλέψει όλα εκείνα και τα υπεξήρεσε την ώραν κατά την οποίαν είχε κατεβεί από τη θέση του ο ανδριάντας. Όταν όμως μετά από λίγο επανήλθε ο Πέλιχος και κατάλαβε ότι τον έκλεψαν, να δείτε πώς τιμώρησε και απεκάλυψε τον Αφρικανό. Όλη την νύχτα περιφέρονταν στην αυλή ο άθλιος μη μπορώντας να βγει έξωη σαν να βρίσκονταν σε λαβύρινθο, έως ότου ξημέρωσε και συνελήφθηκε με τα κλοπιμαία. Και τότε μεν έφαγε όχι λίγο ξύλο· έζησε λίγο καιρό ακόμη και πέθανε σε άθλια κατάσταση γιατί όπως έλεγε «κάθε νύκτα τον έδερνε ο Πέλιχος με αποτέλεσμα την επομένη μέρα φαίνονταν οι μώλωπες του. Και τώρα, Τυχιάδη, κορόιδευε και τον Πέλιχο και εμένα γεροξεκούτη και συνομήλικο του Μίνωα. «Ευκράτη, είπα εγώ, «αφού ο χαλκός είναι χαλκός και το έργο έχει φιλοτεχνήσει ο Δημήτριος από την Αλωπεκή, που δεν φτιάχνει θεούς αλλά ομοιώματα ανθρώπων, ποτέ δεν θα φοβηθώ το άγαλμα του Πελλίχου, που δε θα με τρόμαζε ακόμη κι αν ήταν ζωντανός και με απειλούσε».
21 Μετά από αυτά ο γιατρός Αντίγονος είπε: «Και εγώ, Ευκράτη, έχω ένα χάλκινο Ιπποκράτη ενός περίπου πήχη κατά το μέγεθος, που άμα σβήσει το φως, γυρίζει σε όλο το σπίτι, θορυβεί, ανατρέπει τα δοχεία και ανακατεύει τα φάρμακα, ανοίγει την πόρτα, μάλιστα δε όταν παραλείψουμε τη θυσία που προσφέρομε κάθε έτος. Ώστε, είπα εγώ, και ο Ιπποκράτης ο ιατρός έχει τώρα την αξίωση να του προσφέρουν θυσίες και οργίζεται αν δεν γευθεί την καθορισμένη εποχή τέλεια σφάγια; Αλλ' έπρεπε ν' αρκείται σε μία νεκρική θυσία, σε μία σπονδή από μέλι και γάλα (υδρομέλιτος) στον τάφο του ή στέφανο πάνω στη στήλη του τάφου του.
22 «Άκουσε κάτι τι, είπε ο Ευκράτης, για το οποίο έχω και μάρτυρες και το οποίο είδα προ πέντε ετών. Ήταν εποχή του τρυγητού, εγώ δε κατά το μεσημέρι, αφού άφησα τους εργάτες να τρυγίζουν στο αμπέλι, πήγα να περπατήσω στο δάσος· κάποια σκέψη με διακατείχε και περιτριγύριζε την κεφαλήν μου. Όταν δε έφθασα στο πυκνό μέρος, άκουσα κατ' αρχάς γαβγίσματα σκύλων και νόμισα ότι ο γιος μου ο Μνάσων έπαιζε και κυνηγώντας, όπως συνήθιζε με τους φίλους του στο δάσος. Δεν συνέβαινε όμως αυτό, αλλά μετά από λίγο έγινε κάποιος σεισμός και ακούστηκε σαν βοή βροντής και είδα να έρχεται προς το μέρος μου μία γυναίκα φοβερή που είχε ύψος μισού περίπου σταδίου. κρατούσε δε και δάδα στο αριστερό χέρι και σπαθί στο το δεξί έως είκοσι πήχεις μακρύ. Και το μεν κάτω μέρος αυτής έμοιαζε με φίδι στο δε επάνω μισό έμοιαζε με Γοργόνα· εννοώ στο βλέμμα και στην φοβερή της όψη. Επιπλέον αντί για μαλλιά είχε φίδια που έπεφταν προς τα κάτω σαν μπούκλες, τυλιγμένα γύρω από τον αυχένα της, μερικά μάλιστα κουλουριασμένα στους ώμους της. Βλέπετε, φίλοι μου, πως ανατρίχιασα», είπε, «την ώρα που τα διηγόμουν». Και λέγοντας αυτά ο Ευκράτης έδειξε τις τρίχες του στο μπράτσο του, που τάχα είχαν σηκωθεί από τον φόβο.
23 Ο Ίων, ο Δεινόμαχος, ο Κλεόδημος και οι άλλοι είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό και τον κοίταζαν με γουρλωμένα μάτια, γέροι άνθρωπο να τους σέρνει από τη μύτη και να προσκυνούν τέτοιον απίστευτο κολοσσό, γυναίκα ύψους εκατό μέτρων, ένα γιγαντιαίο μπαμπούλα που φοβερίζει τα παιδιά. Εγώ δε στο μεταξύ σκεπτόμουν τι άνθρωποι είναι αυτοί που διδάσκουν σοφία στους νέους και θαυμάζονται από πολλούς, ενώ μόνο κατά τα άσπρα μαλλιά διαφέρουν από τα βρέφη και κατά τα άλλα είναι είναι ποιο εύπιστοι στο ψέμα κι από εκείνα. Ο Δεινόμαχος τέλος πάντων είπε: «Πες μου, Ευκράτη, πόσο μεγάλα ήταν τα σκυλιά της θεάς;»
24 «Μεγαλύτερα από τους Ινδικούς ελέφαντες», απήντησε εκείνος, «μαύρα όπως κι αυτοί με δασύ και βρόμικο τρίχωμα. Εγώ, μόλις την είδα, κοκάλωσα και την ίδια στιγμή γύρισα το δαχτυλίδι, που μου είχε δώσει ο Άραβας, προς τα μέσα, ενώ η Εκατη, χτυπώντας το φιδίσιο πόδι της στο έδαφος, δημιούργησε τεράστιο χάσμα, βαθύ όσο και ο του Τάρταρου. Έπειτα λίγο μετά πήδηξε μέσα και χάθηκε. Τότε εγώ πήρα θάρρος και έσκυψα, αφού κρατήθηκα από ένα από τα κοντινά δέντρα για να μη ζαλιστώ και πέσω στο χάσμα και είδα όλο το εσωτερικό του Άδη, τον Πυριφλεγέθοντα, την λίμνη, τον Κέρβερο και τους νεκρούς, τόσο καλά που αναγνώρισα ξεκάθαρα τον πατέρα μου να φοράει τα ρούχα με τα οποία τον είχαμε θάψει».
Τι έκαναν, οι ψυχές, Ευκράτη; ρώτησε ο Ίων. «Τι άλλο να κάνουν», απάντησε εκείνος «από το να ξαπλώνουν πάνω στον ασφόδελο μαζί με τους φίλους και τους συγγενείς τους κατά φυλές και οικογένειες;» Ας αντιλέγουν λοιπόν ακόμη, είπε ο Ίων, οι οπαδοί του Επικούρου στον ιερό Πλάτωνα και στον περί ψυχής διάλογό του. Μήπως ανάμεσα στους νεκρούς είδες τον ίδιο τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα; «Τον Σωκράτη τον είδα», απάντησε εκείνος, «όχι όμως ξεκάθαρα, αλλά υπέθεσα ότι ήταν αυτός, επειδή ήταν φαλακρός και κοιλαράς· τον Πλάτωνα όμως δεν τον αναγνώρισα, γιατί πρέπει, νομίζω, να λέει κανείς αλήθειες στους φίλους του».
Αφού τα είδα όλα αρκετά καλά, το χάσμα ενώθηκε κι έκλεισε· κάποιοι υπηρέτες που με έψαχναν, κι ανάμεσά τους ο Πυρρίας από δω, έφτασαν προτού το χάσμα κλείσει εντελώς. Πες, Πυρρία, αν λέω την αλήθεια «Μα τον Δία», είπε Ο Πυρρίας, «άκουσα γαβγίσματα από το χάσμα και κάποια φλόγα έλαμπε, από τον πυρσό μου φαίνεται». Κι εγώ γέλασα, όταν ο μάρτυρας πρόσθεσε το γάβγισμα και τη φωτιά.
25 Ο Κλεόδημος όμως είπε: «Αυτά που είδες δεν είναι πρωτοφανή ούτε ανείδωτα από άλλους, γιατί κι εγώ ο ίδιος, όταν αρρώστησα τις προάλλες, είδα κάτι παρόμοιο. Με είχε επισκεφτεί ο Αντίγονος από δω κι ασχολούνταν με τη θεραπεία μου. Ήταν έβδομη μέρα και ο πυρετός πολύ ισυρός σαν καύσος. Όλοι με άφησαν μόνο μου, έκλεισα τις πόρτες και περίμεναν απ΄ έξω, γιατί εσύ, Αντίγονε, έτσι είχες συστήσει ώστε να μπορέσω κάπως να κοιμηθώ. Τότε λοιπόν, ενώ ακόμη ήμουνα ξύπνιος, παρουσιάσθηκε ένας νέος ωραιότατος με λευκό ένδυμα που με σήκωσε και μέσω ενός χάσματος με οδήγησε εκεί, όπου αμέσως είδα και γνώρισα τον Τάνταλον, Τον Τιτυόν και τον Σίσυφον. Τα άλλα είναι περιττό να τα λέω, όταν έφθασα όμως στο δικαστήριο εκεί ήταν ο Αιακός, ο Χάροντας, οι Μοίρες και οι Εριννύες· είδα τον Πλούτωνα να κάθηεται ως βασιλιάς και να απαγγέλλει τα ονόματα εκείνων, που είχαν ήδη συμπληρώσει τον καιρό της ζωής τους. Ο νέος με οδήγησε μπροστά του, ο δε Πλούτων θύμωσε τότε και είπε προς εκείνον που με οδηγούσε. Δεν τελείωσε ακόμη το νήμα αυτού,οπότε ας φύγει. Φέρε μου τον χαλκουργό, τον Δημύλο, γιατί αυτός ζει περισσότερο απ΄ όσο ορίζει το αδράχτι. Όσο για μένα, γύρισα πίσω χαρούμενος, απύρετος από εκείνη τη στιγμή και ανήγγειλα σε όλους ότι ό Δημύλος θα πεθάνει· έμεινε κοντά μας και υπέφερε κι αυτός από κάποια αρρώστια, όπως είχε διαδοθεί. Λίγο αργότερα ακούαμε τους θρήνους για τον θάνατό του.
26 Τι το αξιοπερίεργο; είπε ο Αντίγονος· «εγώ ξέρω κάποιον που αναστήθηκε είκοσι μέρες μετά την ταφή του, γιατί φρόντισα τον άνθρωπο και προτού πεθάνει και αφού αναστήθηκε». «Και πως», ρώτησα εγώ, «μέσα σε είκοσι μέρες δεν αλλοιώθηκε το σώμα ή δεν εξαντλήθηκε από την ασιτία; Εκτός κι αν φρόντισες τον Επιμενίδη»
27 Ενώ συζητούσαμε αυτά ήρθαν οι γιοι του Ευκράτη από την παλαίστρα, ο ένας ενήλικος κι ο άλλος περίπου δεκαπέντε χρονών· αφού μας χαιρέτησαν, κάθισαν στο ανάκλιντρο δίπλα στον πατέρα τους· για μένα έφεραν μέσα κάθισμα. Εκείνος, λες και το θυμήθηκε βλέποντας τους, «στη χαρά που θα πάρω από τα παιδιά μου, Τυχιάδη», είπε και τα αγκάλιασε, «αυτό που θα σου πω είναι αληθινό». Την μακαρίτισσα τη γυναίκα μου, τη μητέρα τους, όλοι ξέρετε πόσο την αγαπούσα· το απέδειξα με όσα έκανα γι΄ αυτήν όχι μόνο όσο ζούσε αλλά και όταν πέθανε, αγού μαζί της έκαψα όλα τα κοσμήματα και τα ρούχα που της άρεσαν όσο ζούσε. Επτά δε μέρες μετά τον θάνατόν της ήμουνα ξαπλωμένος εδώ, όπως τώρα, και για να βρω κάποια παρηγοριά στην θλίψη μου, διάβαζα ήσυχα το περί αθανασίας της ψυχής βιβλίο του Πλάτωνα. Ξαφνικά μπαίνει μέσα η ίδια η Δημαινέτη και κάθεται δίπλα μου, όπως τώρα αυτός ο Ευκρατίδης και έδειξε το νεώτερο γιο του, που αμέσως ανατρίχιασε σαν παιδί· εξάλλου είχε από την αρχή της ιστορίας χάσει το χρώμα του. «Όταν την αντίκρισα», συνέχισε ο Ευκράτης, «την αγκάλιασα, κλαίγοντας και θρηνώντας»· εκείνη δεν με άφησε να κλαίω, αλλά με κατηγορούσε που της έδωσα όλα τα άλλα, χωρίς ωστόσο να κάψω μαζί το ένα από τα δυο χρυσά σανδάλια που είχε παραπέσει κάτω από το κιβώτιο, είπε, και γι΄ αυτό δεν το βρήκαμε και κάψαμε μόνο ένα. Μιλούσαμε ακόμα, όταν ένα καταραμένο Μαλτέζικο σκυλάκι, που βρισκόταν κάτω από το ανάκλιντρο, γάβγισε και εκείνη με το γάβγισμα εξαφανίστηκε. Το σανδάλι όμς το βρήκαμε κάτω από το κιβώτιο και το κάψαμε αργότερα.
28 Είναι σωστό, Τυχιάδη, να αμφιβάλλεις για πράγματα καταφανή που εμφανίζονται καθημερινά; «Μα τον Δία», απάντησα, «εκείνους που δυσπιστούν και είναι τόσο ασεβείς απέναντι στην αλήθεια, αξίζει να τους δείρεις, όπως τα παιδιά, στο πισινό με χρυσό σανδάλι».
29 Εκείνη τη στιγμή έφτασε ο Πυθαγόρειο Αρίγνωτος με τα μακριά μαλλιά, το σεβάσμιο πρόσωπο, ξέρεις, ο ξακουστός για τη σοφία του, που αποκαλείται και άγιος. Εγώ, όταν τον είδα, ανάσανα με ανακούφιση, επειδή νόμισα ότι ένα πελέκι {τσεκούρι) είχε έρθει για να με βοηθήσει ενάντια στα ψέματα. «Θα τους αποστομώσει», σκεφτόμουν, «ο σοφός άνδρας, που λένε τέτοια απίστευτα πράγματα». Πίστευα ότι η Τύχη μου είχε στείλει στη σκηνή αυτόν τον από μηχανής θεό, όπως λέγεται, Αυτός κάθισε, αφού του έκανε χώρο ο Κλεόδημος, ρώτησε πρώτα για την αρρώστια και όταν έμαθε από τον Ευκράτη ότι πήγαινε καλύτερα, είπε: «Γιατί θέμα συζητάτε μεταξύ σας;». Κάτι πήρε το αυτί μου μπαίνοντας και μου φάνηκε πως η συζήτηση βρίσκεται σε καλό δρόμο.
«Απλά προσπαθούμε να πείσουμε αυτόν τον ξεροκέφαλο, είπε ο Ευκράτης, δείχνοντας εμένα, «να πιστέψει πως υπάρχουν δαιμόνια και φαντάσματα και πως οι ψυχές των νεκρών περιφέρονται πάνω στη γη και παρουσιάζονται σε όποιους θέλουν». Εγώ εκοκκίνισα και έβλεπα κάτω, γιατί ντράπηκα τον Αρίγνωτο. Αυτός δε είπε: Αν λέγει ο Τυχιάδης ότι μόνον όσοι πέθαναν από τη βία οι ψυχές τους περιφέρονται αν, για παράδειγμα, κάποιος κρεμαστεί ή αποκεφαλιστεί ή ανασκολοπίστηκε ή με άλλον τρόπο έφυγε από τη ζωή, όχι όμως και οι ψυχές εκείνων που πεθαίνουν με φυσικό θάνατον, αν λέει αυτό δεν λέει πολύ παράλογα πράγματα. Μα τον Δία, είπε ο Δεινόμαχος, δεν τα παραδέχεται καθόλου, ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι φαίνονται».
30 Αλήθεια, είπε ο Αρίγνωτος, και με κοίταξε αυστηρά, δεν πιστεύεις τίποτε από αυτά, ενώ τα βλέπει όλος ο κόσμος; Σας παρακαλώ, είπα εγώ, ν' απολογηθείτε για εμένα, γιατί είμαι ο μόνος απ΄ όλους που δεν τα έχω δει. Αν όμως τα έβλεπες, θα πίστευα φυσικά όπως και σεις. Αλλ' αν ποτέ έρθεις στην Κόρινθο, είπε ο Αρίγνωτος, ρώτησε πού είναι το σπίτι του Ευβατίδου και όταν σου το δείξουν κοντά στο Κράνειο, μπες μέσα και πες στο θωρωρό, τον Τίβειο να σου δείξει το μέρος από το οποίο από όπου ο Πυθαγορικός Αρίγνωτος έσκαψε και έβγαλε το δαίμονα, τον έδιωξε κι έκτοτε έκανε το σπίτι του κατοικίσιμο.
31 Τι συνέβη; ρώτησε ο Ευκράτης. Προ πολλού, απάντησε ο Αρίγνωτος, έμενε ακατοίκητο το σπίτι εκείνο εξαιτίας φαντασμάτων. Αν δε κάποιος κατοικούσε έφευγε αμέσως γιατί τον κατεδίωκε και τον τρόμαζε ένα φοβερό και φάντασμα. Το σπίτι αφέθηκε και έγινε ερείπιο και η στέγη του είχε αρχίσει να πέφτει οπότε κανείς δεν τολμούσε να μπει μέσα.
Εγώ δε όταν άκουσα αυτά, πήρα τα βιβλία μου, έχω δε πολλά Αιγυπτιακά βιβλία για τέτοια πράγματα και πήγα στο σπίτι εκείνο την ώραν του πρώτου ύπνου, χωρίς ν' ακούσω εκείνο που με φιλοξενούσε που όταν έμαθε με εμπόδισε σχεδόν με τραβούσε, γιατί νόμιζε ότι πάω σε βέβαιη καταστροφή. Εγώ όμως πήρα λυχνάρι και μπήκα μέσα μόνος μου και αφού τοποθέτησα το φως στο μεγαλύτερο δωμάτιο κάθισα καταγήςς και άρχισα να διαβάζω αμέριμνος. Μετά από λίγο παρουσιάσθηκε ο δαίμονας που είχε μαλλιά μεγάλα και άτακτα και ήταν κατάμαυρος (μελανότερος του σκότους). Νόμιζε ότι είχε να κάνει με κανένα από τους πολλούς και ήλπιζε ότι θα με τρόμαζε, όπως τους άλλους. Άρχισε λοιπόν να με περιτριγυρίζει και να προσπαθεί να μου επιτεθεί πότε από δω και πότε από εκεί. Και για να με φέρει σε σύγχυση μετεμορφώνονταν άλλοτε σε σκύλο, άλλοτε σε ταύρο ή λιοντάρι. Εγώ όμως μεταχειρίστηκα το φρικτότερο εξορκισμό στην αιγυπτιακή γλώσσα· τον περιόρισα σε μια γωνία του σκοτεινού δωματίου και αφού είδα που κρύφτηκε, ησύχασα.
Το πρωί όμως, ενώ όλοι ήσαν απελπισμένοι και νόμιζαν ότι θα με βρουν νεκρό, καθώς τους άλλους, εμφανίστηκαν απροσδόκητα· βρήκα τον Ευβατίδη και του ανήγγειλα προς μεγάλη του χαρά ότι στο εξής το σπίτι θα είναι απαλλαγμένο από φαντάσματα και θα μπορεί να κατοικίσει άφοβα σ΄ αυτό. Μαζί μ΄ αυτόν και άλλους πολλούς που ακολουθούσαν από περιέργεια και θαυμασμό, είπα όταν φθάσαμε εκεί να σκάψουν στο μέσον στο μέρος όπου είχε κρυφτεί το αιμόνιο και όταν έσκαψαν βρήκαν σε βάθος οργιάς παλαιό νεκρό που διατηρούνταν μόνον τα κόκκαλα. Τον πήραμε και το θάψαμε αλλού· έκτοτε το σπίτι δεν ενοχλήθηκε πλέον από φαντάσματα.
32 Αφού είπε αυτά ο Αρίγνωτος, άνθρωπος θαυμαστός, για τη σοφία του και σ΄ όλους σεβαστός, δεν έμεινε πλέον κανείς από τους παρόντες που να μη με θεωρεί ανόητο, γιατί δεν πίστευα σε τέτοια, όταν μάλιστα και ο Αρίγνωτος τα επιβεβαίωνε, εγώ όμως χωρίς να φοβηθώ ούτε τα μεγάλα του μαλλιά, ούτε την φήμην του. Τ' είν' αυτά Αρίγνωτε, είπα, και συ η μόνη ελπίδα της αληθείας, είσαι γεμάτος από καπνό και φαντάσματα; Όπως η παροιμία λέγει, «άνθρακες ο θησαυρός» αποδείχθηκες.
Αφού, είπε αυτά ο Αρίγνωτος, ούτε σε εμένα πιστεύεις για όλα αυτά; ούτε στον Δεινόμαχο ή τον Κλεόδημο, ούτε εις τον Ευκράτη; Δεν μας λες ποιον θεωρείς αξιοπιστότερο από εμάς, που υποστηρίζει τα αντίθετα; Έναν πολύ θαυμαστό άνθρωπο, το Δημόκριτο από τα Άβδηρα, που ήταν τόσο πεπεισμένος πως δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα, ώστε, αφού κλείστηκε σ΄ ένα μνήμα έξω από τα όρια της πόλης κάθονταν εκεί κι έγραφε και συνέθετε τα συγγραμάτα του νύχτα και μέρα. Όταν δε μερικοί νέοι, θέλοντας να τον πειράξουν και να τον φοβίσουν, ντύθηκαν σαν νεκροί με μαύρα ρούχα και φόρεσα προσωπίδες που έμοιαζαν με κρανία, τον κύκλωσαν και χόρευαν γύρω του, πηδώντας σε κάθε τους βήμα, αλλά εκείνος ούτε την αμφίεση τους φοβήθηκε ούτε στράφηκε να τους κοιτάξει και, συνεχίζοντας τη συγγραφή, τους είπε: «σταματήστε τα αστεία!» Τόσο σίγουρος ήταν ότι δεν υπάρχουν πια οι ψυχές, όταν βγουν από το σώμα.
33 Αυτά που λες, είπε ο Ευκράτης, μας αποδεικνύει ότι και ο Δημόκριτος ήταν ανόητος άνθρωπος, αφού είχε τέτοια ιδέα. Αλλ' εγώ θα σας διηγηθώ και κάτι άλλο που συνέβη σε εμένα· δεν το άκουσα από άλλον·ίσως όμως και συ, Τυχιάδη, άμα το ακούσεις θ' αναγκαστείς ν' αναγνωρίσεις την αλήθεια της ιστορίας.
Όταν κατά την νεότητά μου βρισκόμουνα στην Αίγυπτο όπου με είχε στείλει ο πατέρας μου για να σπουδάσω, με κατέλαβε επιθυμία να πάω στο Νείλου μέχρι του Κοπτού και απ' εκεί μέχρι του Μέμνονος, για ν' ακούσω το θαυμαστό εκείνο άγαλμα που ψάλλει κατά την ανατολή του ηλίου. Και το μεν άγαλμα άκουσα, αλλ' όχι όπως οι άλλοι άσμα χωρίς σημασία· σε εμένα έδωσε και χρησμό ο Μέμνων με επτά στίχους που θα σας έλεγα, εάν το πράγμα δεν ήταν περιττό. Κατά την επιστροφή που ταξίδευε μαζί μας κάποιος ιερογραμματέας από την Μέμφιδα, θαυμαστός κατά την σοφία και κάτοχος όλης της Αιγυπτιακής παιδείας. Λέγονταν δε ότι για είκοσι τρία έτη έζησε στα υπόγεια άδυτα του ναού της Ίσιδας και διδάσκονταν από τη θεά τη μαγεία.
34 Λες τον Παγκράτην, είπε ο Αρίγνωτος, τον δάσκαλόν μου, άνθρωπο θεϊκό που έχει ξυρισμένο το πρόσωπο, φορούσε λευκά, φαίνεται συνεχώς σκεπτικός, δεν ομιλεί καθαρά την ελληνική, είναι ψηλός, έχει την μύτη σιμή, τα χείλη να προέχουν και τα σκέλη λεπτά; Ακριβώς, είπε ο Ευκράτης, αυτόν τον Παγκράτην λεω. Κατ' αρχάς δεν γνώριζα ποιος ήταν αλλ' όταν το πλοίον μας άραξε και τον έβλεπα να κάνει πολλά άλλα θαυμάσια και να ιππεύει τους κροκόδειλος και να κολυμπά μαζί με αυτούς, οι δε κροκόδειλοι να τον φοβούνται και να κουνούν προς αυτόν την ουρά, κατάλαβα ότι ήταν κάποιος άγιος άνθρωπος. Του έκαμα πολλά φιλοφρονήματα, ολίγον δε κατ' ολίγον γίναμε φίλοι και οικείοι, ούτως ώστε μου έλεγε όλα του τα μυστικά.
35 Τελικά όμως μ' έπεισε ν' αφήσω όλους μου τους υπηρέτες στη Μέμφιδα και να τον ακολουθήσω μόνος, γιατί, όπως μου έλεγε, δεν θα στερηθούμε από ανθρώπους για να μας υπηρετούν. Και έκτοτε ζήσαμε ως εξής· όταν φθάσαμε σε κάποιο πανδοχείο έπαιρνε μοχλό της πόρτας, την σκούπα ή το γουδοκόπανο, το έντυνε με φορέματα και με μίαν επωδή το έκανε να περιπατεί και να φαίνεται σαν άνθρωπος. Αφού γέμισε κ' έφερνε νερό, ψώνιζε καί συγύριζε και μας έκανε κάθε είδους υπηρεσίες στην εντέλεια· όταν όμως δεν είχαμε πλέον ανάγκην υπηρεσίας, με άλλη επωδή έκανε πάλι την σκούπα σκούπα και το γουδοχέρι γουδοχέρι.
{{κ|36}{Το πράγμα μου κίνησε μεγάλη περιέργεια, αλλά δεν κατόρθωνα να τον πείσω να μου μάθει πώς έκανε αυτές τις μεταμορφώσεις. Αν και στ΄ άλλα δεν μου έκρυβε τίποτε, γι' αυτό ήταν πολύ ζηλότυπος. Αλλά μία μέρα που κρύφτηκα σε σκοτεινό μέρος άκουσα την επωδή που ήτανε τρισύλλαβη. Και αυτός μεν ανεχώρησε στην αγορά παραγγέλνοντας στο γουδοχέρι τι έπρεπε να κάμει. Εγώ δε την επομένη, ενώ εκείνος βρίσκονταν στην αγορά για ν' αγοράσει κάτι τι, πήρα το σκορδοκόπανο και το έντυσα και αφού είπα τις τρεις συλλαβές, το διέταξα να φέρει νερό. Αφού δ' γέμισε μίαν στάμνα και την έφερε, του είπα «Παύσε να κουβαλάς νερό και γίνε πάλι γουδοχέρι· αυτό όμως δεν υπάκουσε, αλλ' εξακολουθούσε να κουβαλά νερό, έως ότου έκαμε το σπίτι λίμνη. Εγώ βρέθηκα σε αμηχανία γιατί φοβούμουνα μήπως ο Παγκράτης επιστρέψει και θυμώσει, όπως και έγινε, Ππήρα αξίνα και έκοψα τον κόπανο στα δύο αλλ' αντί ενός έγιναν τότε δύο οι υδροφόροι. Εν τω μεταξύ έφθασε και ο Παγκράτης και αφού κατάλαβε τι είχε γίνει, τους μεν υδροφόρους έκαμε πάλι ξύλα, όπως ήσαν πριν την επωδή, αυτός δε έπειτα ανεχώρησε κρυφά, δεν γνωρίζω που. Και τώρα, είπε ο Δεινόμαχος, γνωρίζεις τουλάχιστον να κάνεις άνθρωπο το γουδοχέρι;
36 Κατά το ήμισυ, απάντησε ο Ευκράτης γιατί δεν μπορώ να το επαναφέρω στην αρχική του κατάσταση, αφού άπαξ γίνει υδροφόρος θα πλημμυρίσει το σπίτι από νερά.
37 Δεν θα παύσετε, είπα εγώ, να λέγετε τέτοια τερατώδη ψέματα; δεν ντρέπεστε που είστε γέροι άνθρωποι; Αν όχι γι' άλλο, αλλά τουλάχιστον χάριν αυτών των παιδιών αναβάλλετε σε άλλη ώραν αυτές τις παράδοξες και φοβερές διηγήσεις. Πρέπει να προσέχετε και να μη τ' αφήνετε ν' ακούγονται τέτοια πράγματα που για όλη τη ζωήν τους θα τα παρακολουθούν και θα τα ταράσσουν· θα γεμίσουν τα μυαλά τους με διάφορες δεισιδαιμονίες και θα τους κάνει να φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους.
38 Καλά που μου το θύμησες, είπε ο Ευκράτης «λέγοντας δεισιδαιμονία». Τι φρονείς, αλήθεια, Τυχιάδη, για τους χρησμούς και τις αποκαλύψεις και όσα αναγγέλλουν μερικοί θεόπνευστοι ή ακούγονται όσα λέγονται από τα άδυτα ή όσα λέει η Πυθία έμμετρα προλέγει τα μέλλοντα; ή και αυτά δεν τα πιστεύεις; Αλλ' εγώ δεν θ' αναφέρω ότι έχω και ένα δαχτυλίδι θαυματουργό, που πάνω στη σφραγίδα του είναι σκαλισμένη η μορφή του Απόλλωνα του Πύθιου καιπως ο ίδιος ο Απόλλωνας μου μιλάει, μήπως και νομίσεις ότι κομπάζω για τον μου, λέγοντας απίστευτα πράγματα. Θα ήθελα όμως να ας αναφέρω όσα άκουσα από τον Αμφίλοχο στη Μαλλό, όταν ο ήρωας συζήτησε μαζί μου μέρα μεσημέρι και μου έδωσε συμβουλές για τις υποθέσεις μου, και όσα είδαμε τα μάτια μου και στη συνέχεια όσα είδα στην Πέργαμο και όσα άκουσα στα Πάταρα.
Όταν επέστρεφα στη πατρίδα μου από την Αίγυπτο, ακούγοντας ότι αυτό το μαντείο στη Μαλλό[6] ήταν πολύ διάσημο και πολύ αξιόπιστο και ότι έδινε σαφείς χρησμούς, απαντώντας λέξη προς λέξη σε ό,τι του έγραφε κανείς στο σημείωμα που παρέδιδε στον προφήτη, θεώρησα καλό να περάσω από εκεί, να δοκιμάσω το το μαντείο και να συμβουλευτώ
Ενώ ακόμη έλεγε αυτά ο Ευκράτης, εγώ βλέποντας ότι το πράγμα επρόκειτο να προχωρήσει και ότι οι περί των μαντείων συζητήσεις θα έπαιρναν διαστάσεις, δεν νόμισα πρέπον να εξακολουθήσω ν' αντιλέγω μόνος σε όλος. Τους άφησα λοιπόν, ενώ έπλεαν από την Αίγυπτο στη γιατί καταλάβαινα ότι τους ενοχλούσε η στάση μου με τα ψέματα. Εγώ, είπα, φεύγω, για να ζητήσω τον Λεόντυχο, γιατί έχω ανάγκη να τον συναντήσω. Σεις δε επειδή δεν νομίζετε, φαίνεται, ικανά τα ανθρώπινα, καλείτε τώρα και τους θεούς να σας βοηθήσουν στα μυθεύματά σας.
39 Αυτοί όμως είδαν με ευχαρίστηση την αναχώρησή μου, γιατί έμειναν ελεύθεροι να γεύωνται και ν' απολαμβάνουν, κατά την συνήθειάν τους, τα ψέματα. Τέτοια πράγματα, φίλε μου Φιλοκλή, άκουσα στο σπίτι του Ευκράτους και περιφέρομαι, μα τον Δία, όπως εκείνοι που έχουν πιει μούστο, με την κοιλιά πρησμένη και τάση προς εμετό. Ευχαρίστως θα αγόραζα όσο όσο απ΄ οπουδήποτε κάποιο φάρμακο λησμονιάς για να μη μείνει μέσα μου η μνήμη όσων άκουσα και μου κάνει κακό. Στ΄ αλήθεια, μου φαίνεται πως βλέπω τέρατα, δαίμονες και Εκάτες.
40 ΦΙΛΟΚΡΑΤΗΣ Και εγώ, Τυχιάδη, κάτι παρόμοιο έπαθα από τη διήγηση σου γιατί, όπως λένε, όχι μόνον όσοι δαγκωθούν από λυσσασμένα σκυλιά λυσσούν και φοβούνται το νερό, αλλά και όσοι δαγκωθούν από αυτούς παθαίνουν τα ίδια, σαν να τους δάγκωσε σκύλος που ήτανε λυσσασμένος λυσσών, και έχουν τους αυτούς φόβους. Και συ λοιπόν δαγκώθηκες στο σπίτι του Ευκράτη από πολλά ψευδολογήματα, μετάδωσες όμως και σε εμένα το δηλητήριο και μου γέμισες την ψυχήν από δαίμονες.

ΤΥΧΙΑΔΗΣ Δεν πειράζει, φίλε μου, έχουμε ισχυρό αντίδοτο για τέτοια πράγματα, την αλήθεια και τον ορθό λόγο για όλες τις περιπτώσεις, που όσο τα χρησιμοποιούμε, κανένα από αυτά τα κούφια κι ανόητα ψέματα δεν θα μας ταράξει.


  1. Οδύσεια α, 5
  2. Πλάτων, «Κρίτων» 46
  3. Πλάτων, Φαίδρος 229d-229d
  4. Δις κατηγορούμενος
  5. υποδεδεμένον γαρ καρβατίνας (υποδήματα από ακατέργαστο δέρμα, βοδιού κυρίως, που φορούσαν οι χωρικοί
  6. Πρόκειται για το περίφημο ιερό στην Κιλικία. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, Αμφιάραου, ο γιος του Αμφίλοχος πήγε στη Κιλικία, ίδρυσε μαντείο στη Μαλλό και έδινε χρησμούς με αμοιβή δυο οβολούς.