Το σχολείον του χωρίου

Από Βικιθήκη
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το σχολείον του χωρίου
Συγγραφέας: Σπυρίδων Βασιλειάδης


                               I.
Συναυλία τις μὲ φθάνει, ἁρμονία γλυκυτάτη…
Κεφαλὰς παιδίων βλέπω, βλέπω οἴκημα σχολείου…
Τῆς ἁμάξης σου τὸν δρόμον, ἀγαθέ μου φίλε, κράτει˙
Ὤ, μαγεύει τὴν ψυχήν μου τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου!

Συναισθάνομαι βαθείας καὶ γλυκείας συγκινήσεις,
Ὅταν βλέπω τὰ παιδία, τάς πληθύας τοῦ σχολείου…
Μὴ μαγεύωμαι διότι μ' ἔρχονται αἱ ἀναμνήσεις
Τῆς μικρᾶς μου ἀλφαβήτου καὶ τοῦ ἁγνοτάτου βίου;

Εἶν' αὐτὸ καὶ μόνον; Ὄχι· ὅπου ἂν σᾶς διακρίνῃ,
Ἂν μικρά μου μετὰ πόθου ἡ ψυχή μου σᾶς θωπεύῃ,
Εἰς χρυσῶν ἐλπίδων κόσμον ὁμοῦ αὕτη ἔνθους κλίνει.
Καὶ ἰδοὺ ὑμῶν ἡ θέα διατὶ ἐμὲ μαγεύει.

                               
                               II.
Μετ' ὀλίγους ἔτι χρόνους τὰ πτωχὰ αὐτὰ παιδία
Εἰς τὸν δύσζηλον ἀγῶνα τῆς ζωῆς θ' ἀποδυθῶσι,
Ἄλλα θέλει ἀμειλίχως ἀφανίσ' ἡ δυστυχία,
Ἄλλα θέλει χρυσῆ μοῖρα καὶ νεότης στεφανώσει.

Ἐὰν σήμερον τὸ ράκος καὶ τὸ δάκρ' ᾖνε στολή των,
Ποῖος αὔριον γνωρίζει, ἐκ τοῦ κύκλου των ὡραῖος
Μὴ φανῇ τις αἴφνης ἥρως, στρατηγὸς τῶν ἀνικήτων,
Δάφνη τοῦ μικροῦ χωρίου, τῆς Ἑλλάδος ὅλης κλέος;

Ποῖος αὔριον γνωρίζει ἐκ τῆς χαρωπῆς πληθύος,
Ἥτις σήμερον εὐφώνως ἀτακτεῖ, σκιρτᾷ, μανθάνει,
Μὴ ἂν αἴφνης ἀνατείλῃ νοῦς διάφωτος καὶ θεῖος
Ἄστρον τῆς καλῆς Ἑλλάδος, χρυσοῦ μέλλοντος σκαπάνη;

Θάρρος, φίλοι μου˙ ὁ κόσμος εἶνε μοῖρα τῶν κρειττόνων
Κ' ἤρχισαν πολλάκις οὗτοι τὴν ζωήν των ρακενδύται…
Αὔριον οἱ ἄνδρες ὅλοι κλίνουσι διὰ τὸν χρόνον
Κ' ἡ πατρὶς αὐτῆς ἡγέτας καλεῖ σας. Ἐτοιμασθῆτε!

                               III.
Ὁ Θεός γλυκὺς φρουρός της, ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσῃ
Τὴν καρδίαν, ἥτις ἦλθεν ὡς ἡγέτης τοῦ σχολείου,
Καὶ φωτίζει τὰ παιδία καὶ ὡς ὄρνις περιπτύσσει.
- Πῶς λατρεύει ἡ ψυχή μου τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου!