Την επέτειον ημέραν της γεννήσεώς μου

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Την επέτειον ημέραν της γεννήσεώς μου
Συγγραφέας: Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίσσης


       Τόσα παρῆλθον ἔτη!… Ἰδοὺ παρῆλθον-
Τί εἶναι; ὄναρ, εἰκὼν τῆς φαντασίας.
Ὑπάρχω; τοῦτο πρᾶγμα· ἀλλὰ ὑπῆρξα….;
………………………………………………….
       Πρέπ' ἡ ταχύτης, πρέπ' ἡ ὁρμὴ τοῦ χρόνου
Κατάπληξιν μεγίστην νὰ ἐπιφέρῃ
Εἰς πάντα ὅστις τὸν βίον τὸν παρόντα
Καταναλίσκει ἰχνηλατῶν τὴν ὕλην.
Πᾶσα στιγμὴ τοῦ χρόνου τῷ ἀφαρπάζει
Τῆς ἐπιγείου ὑπάρξεως λεπτόν τι,
Καὶ ἆρον! ἆρον! τὸν σύρει… ποῦ; γνωρίζει;
Εἰς τὸ μηδὲν σὲ λέγει· ἀλλὰ καὶ τοῦτο
Φεῦ! τὸ μηδὲν τὸν θλίβει καὶ τὸν φοβίζει.

       Τὴν ψυχὴν ὅμως ἥτις ἀντλεῖ κ' εὑρίσκει
Τὰς φιλοτέρας αὐτῆς γλυκυθυμίας
Εἰς τὴν ἀρετὴν, ταύτην δὲν καταπλήττει
Ποσῶς ἡ ὠκυπόρος τοῦ χρόνου πτέρυξ.
Ὁ ἐνάρετος προβαίνει μ' εὐτολμίαν
Πρὸς τὴν μεγάλην ὥραν καθ' ἣν προσμένει
Τὴν ἐξ ἀργίλλου νὰ θραύσῃ φυλακήν του
Καὶ… ὦ ἀθανασία! ἀθανασία!

       Τὸ παρελθόν μου λοιπὸν ἐμηδενίσθη,
Δὲν μοὶ ἀνήκει πλέον… ἄλλο δὲν εἶναι
Εἰμὴ ἰῶτα, κεραία εἰς τὴν μνήμην.
Ὅθεν μοὶ μένει περὶ τῆς ὑπολοίπου
Ζωῆς μου νὰ φροντίσω· νὰ προσπαθήσω,
Καθὼς ἀπὸ τὰ μαῦρα νέφη τοῦ νότου
Ἡ ἀστραπὴ γεννᾶται, τοιουτοτρόπως
Ἐκ τῶν παρελθουσῶν μου πλανῶν κ' ἐλπίδων
Ἀρετῆς ἕνα σπινθῆρα νὰ ἐξάξω.

       Ἀλλ' εἴθ' ἑκάστη ἀνατολὴ ἡλίου
Νὰ μ' εὕρισκεν ἀσκοῦντα τὴν σωφροσύνην
Καὶ λαμπηδόνα νὰ παρεισῆγε νέαν
Εἰς τῆς ψυχῆς μου τῆς ταπεινῆς τὰ βάθη!
Τὴν κεφαλήν μου κλίνω ὑπὸ τὰς λύπας

Ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ χαρᾶς ἀφεύκτου,
Καὶ ὑπομένω καὶ εἰς τὰ πάντα στέργω,
Βέβαιος ὅτι μία ἡμέρα λύπης
Ἡμέρας προαγγέλλει μειδιαμάτων.

       Αἱ δυστυχίαι δὲν εἶναι ὄλεθρός μας,
Εἶναι διόρθωσίς μας. Ἄνευ τοῦ σκότους
Τίς ἤθελε γνωρίζει τὸ φῶς τί εἶναι,
Ἄνευ τῆς ἀσθενείας τί ἡ ὑγεία,
Καὶ ἄνευ τῆς πίκρας τί ἡ γλυκύτης;
Ἀλλ' οὕτως ἴσως καὶ ἄνευ τοῦ παρόντος
Ὁ ἄλλος κόσμος, ὅστις μᾶς περιμένει,
Δὲν ἤθελε παρέχει τέρψιν κἀμμίαν,
Ὡς οὐδ' ἡ ἀνάπαυσις ἄνευ τοῦ κόπου.
Ὦ τεθλιμμένοι, ὅσον δεινοπαθεῖτε

       Θαρσεῖτε, τόσον τερπνὴ κ' ἡ ἄνεσίς σας!
………………………………………………….

       Ὁ Θεὸς εὐλογοίη πάντας ἀνθρώπους,
Πάντα φίλον μου, πάντα ἐχθρὸν ἐπίσης,
Ἐμοὶ δὲ δῴη τὴν τῆς ψυχῆς εἰρήνην.
                       Αὔγουστος, 1844.