Τα ψηλά βουνά/Οι τρεις φωτιές

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τὰ ψηλὰ βουνὰ
α' έκδοση, 1918
Συγγραφέας: Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Οἱ τρεῖς φωτιὲς


ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ


1. Οἱ τρεῖς φωτιές.


Βραδιάζει. Τί λαμπρὴ φωτιὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ φάνηκε στὸ βουνό!

Πρῶτος ὁ Φάνης τὴν εἶδε. Πρῶτος αὐτὸς βλέπει τὶς ὀμορφιὲς τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ, καὶ τὶς δείχνει στ’ ἄλλα παιδιά: τὸν ἥλιο ποὺ βασιλεύει, τὰ σύννεφα ποὺ τρέχουν στὸν οὐρανό, τὸ ἄστρο ποὺ καθρεφτίζεται στὸ ρυάκι.

«Κοιτᾶτε, εἶπε, μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ ἀπάνω» κι ἔδειξε τὴ φωτιὰ στὰ δυὸ παιδιὰ ποὺ ἦταν μαζί του, στὸ Μαθιὸ καὶ στὸν Κωστάκη.

Κάθονται κι οἱ τρεῖς αὐτὴ τὴν ὥρα στὸ πεζούλι τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι κουρασμένοι ἀπὸ τὸ πολὺ παιχνίδι. Ἔχουν διακοπές.

«Ναί, ἀλήθεια, μιὰ φωτιά!» εἶπαν οἱ ἄλλοι δυό.

«Πῶς λάμπει!» εἶπε ὁ Φάνης. «Σὰν τὸ χρυσάφι».


Τὰ παιδιὰ τὴν κοιτάζουν καὶ ρωτοῦν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο: ποιὸς τάχα τὴν ἄναψε; Μήπως οἱ τσοπάνηδες ποὺ βόσκουν τὰ κοπάδια; Μήπως οἱ λοτόμοι, ποὺ κόβουν τὰ δέντρα μὲ τὰ τσεκούρια; Ἢ μήπως κανένας ποὺ πῆγε νὰ προσκυνήση στὸν Ἁι-Λιά; Κάπου ἐκεῖ κοντὰ εἶναι αὐτὸ τὸ μοναστήρι.

«Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν ἄναψαν ἄνθρωποι» εἶπε ὁ Κωστάκης.

—«Τότε ποιός;»
—«Μπορεῖ νὰ τὴν ἄναψε ὁ Ἀράπης».

—«Καὶ τί εἶναι αὐτὸς ὁ Ἀράπης;» ρώτησαν οἱ ἄλλοι δυό.

—«Εἶναι ἕνας μεγάλος ἀράπης, ποὺ ἔχει τὴ σπηλιά του ἐκεῖ ἀπάνω σ’ ἕνα βράχο. Στὴ μέση στὸ βουνὸ λένε πὼς εἶναι αὐτὸς ὁ βράχος».

—«Σώπα, καημένε Κωστάκη» λέει ὁ Μαθιός. «Τὸ πιστεύεις ἐσύ; ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Ποιὸς τὸ εἶδε;»

—«Τὸ ἔλεγε ἡ γιαγιά μου».

—«Καὶ ποῦ τὸ ξέρει αὐτή»;

—«Εἶναι πολὺ γριὰ ἡ γιαγιά μου».

Ὅσο νύχτωνε, τόσο ἔλαμπε αὐτὴ ἡ φωτιά· κι ὅσο ἔλαμπε, τόσο ὁ Κωστάκης πίστευε τὴ γιαγιά του.

Ὁ Μαθιὸς δὲν πίστευε τίποτα· γι’ αὐτὸν τὴ φωτιὰ τὴν εἶχε ἀνάψει τσοπάνης.

Ὁ Φάνης δὲ μιλοῦσε.


«Φάνη! Φάνη! τρεῖς φωτιές, τρεῖς φωτιές!»

Ἔτσι ἀκούστηκαν νὰ φωνάζουν δυὸ παιδιά, ποὺ ἔτρεχαν κατὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο γιὰ νὰ βροῦνε τὸ Φάνη.

Ὁ Φάνης τὶς εἶχε δεῖ ἐκείνη τὴ στιγμή. Στὴ µιὰ φωτιὰ κοντὰ εἶχαν ἀνάψει κι ἄλλες δυό. Τρεῖς χρυσὲς φωτιὲς ἔλαµπαν ἀραδιασμένες στὸ βουνό, ποὺ δὲ φαίνεται πιὰ παρὰ σὰ θεόρατος γαλανὸς ἴσκιος ἀπάνω στὸν οὐρανό.

Ἡ εὐαίσθητη ψυχὴ τοῦ Φάνη ἔμεινε καὶ στὸ θέαμα τοῦτο ἐκστατική.

«Ποιὸς τὴν ἄναψε;» ρωτᾶ καὶ πάλι ὁ Μαθιός. «Τί λὲς ἐσύ, Φάνη;»

Ὁ Φάνης ἀπάντησε:

«Νὰ ἤμαστε κεῖ πάνω!»