Στο ξένο σπίτι

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Στο ξένο σπίτι
Συγγραφέας: Παύλος Νιρβάνας


Μια φορα μου συνεβηκε ενα παραξενο πραμα. Το διηγηθηκα πολλες φορες απο τοτε κι οσοιτο ακουσαν γελασαν με την αφηρημαδα μου και βρισκουν ευχαριστηση να μου το θυμιζουν ακομη και ανα γελουνε.Και ητανε πραγματικα περιεργο.Γιατι πως μπορει κανενας,αφου εφυγε μια φορα για καλα απο το σπιτι του και,για ενα,δυο,τρεις μηνες δε γελαστηκε,σε μια στιγμη αφηρημαδας,να ξαναγυριση στο παλιο του σπιτι κια να χτυπηση στην πορτα του,με την ιδεα πως κατοικει εκει μεσα?Να την παθη αξαφνα,υστερα απο τεσσερις ολοκληρους μηνες και μαι νυχτα να χτυπα μια πορτα που δεν ειναι δικη του? Και ομως το πραμα αυτο το επαθα εγω και δε μπορω να το ξεχασω.

Οταν ο πατερας μου εχασε την περιουσια του,οπως χανονται τοσα πραγματα στον κοσμο,τα κτηματα μας πουληθηκαν ενα ενα στη δημοπρασια.Τελευταια ηρθε και η σειρα του σπιτιου μας.Μια Κυριακη πρωι,πριν παμε στην εκκλησια,το σπιτι ηταν ακομη δικο μας.Οταν γυρισαμε,μαθαμε πως καθομαστε σε ξενο σπιτι.Και σε λιγες μερες επρεπε να φυγουμε απο το σπιτι,που ειχε χτισει ο ιδιος ο πατερας μου ,πετρα προς πετρα,αρχιτεκτονας και επιστατης ο ιδιος,ακολουθωντας το να ψηλωνη σιγα σιγα για μηνες ολοκληρους απο τα θεμελια ως τη στεγη.Μια μερα επιτελους κουβαλησαμε τα πραματα μας.Ο πατερας μου,με ολη την αρρωστεια,που τον ειχε καρφωμενο για χρονια σε μια πολυθρονα,ητανε γενναιος ανθρωπος.Κια μολονοτι ειχε δεκα χρονια να βγη μεσα απο το σπιτι του ,οταν εβγαινε τωρα για να μη ξαναγυριση,δε δειλιασε καθολου.Εβασταξε τον αποχαιρετισμο σαν παληκαρι.Θυμουμαι μονο,πως σαν τον πιασαμε απο τα χερια κια τον βαλαμε στο αμαξι,δε γυρισε καθολου τα ματια του πισω να δη το σπιτι του που αφηνε.Ητανε μαλιστα βιαστικος κι ανυπομονος να φυγη μιαν ωρα αρχητερα.

____Εμπρος, αμαξα, τραβα!

Φωναξε με φωνη αποφασιστικη.Και το αμαξι κυλησε.Η μητερα μου δεν ελεγε λεγη.Εγω ,καθισμενος στο αντικρινο σκαμνι,κοιταζα το περιβολι μας που χανοταν πισω μας και μεσα στο δροσερο πρωινο φως,οι ανθισμενες ακακιες και η γαζια μας,που σκαρφαλωνε επανω απο τον τοιχο κι εδειχνε τα κιτρινα λουλουδια της στο δρομο,θαρρουσα πως μου μιλουσαν μια γλωσσα που την εκαταλαβαινα.Επειτα δεν εβλεπα παρα τις κορυφες των δυο ψηλων κυπαρισσιων,στην ακρη του περιβολιου,πισω απο τις μαντρες και τα χαμηλα σπιτια.Ο πατερας μου μιλουσε για τον ωραιο καιρο και κοιταζε τα νεοχτιστα σπιτια,που ειχαν φυτρψσει ολοτριγυαρ,απο τον καιρο που ειχε βγει απο το σπιτι.Οταν ειχαμε χτισει το σπιτι μας,ηταν ερημια τριγυρω.Μια εκταση απο χωραφια και μαντροτοιχους.Και το σπιτι μας ολομοναχο,με το μεγαλο του περιβολι,φανταζε σαν παλατακι απανω απο το ησυχο λιμανι.Οι σπανιοι διαβατες που ξεπεφταν ως εκει,εστεκαν και το καμαρωναν.Τωρα ολα τα οικοπεδα και οι μαντρες ειχαν γεμισει σπιτια,και τα χωραφια ειχαν γινει δρομοι,με παλτια πεζοδρομια.Ο κοσμος ειχε πλουτισει.Ενα μπακαλοπουλο,που μας εφερνε τα ψωνια στο σπιτι,ειχε γινει αφεντης και ειχε χτισει στον απανω δρομο ενα παλατακι.Ο πατερας μου που τα εβλεπε για πρωτη φορα,υστερα απο δεκα χρονια,που ειχε βγη απο το σπιτι του,τα κοιταζε προσεχτικα και ειχε ενα χαμογελο γλυκο,σαν τα καμαρωνε.

Οταν φτασαμε στο καινουργιο σπιτι,ενα σπιτι με νοικι,χαμηλο και μελαγχολικο,μεσα σ'ενα στενο δρομο,βοηθησα τον πατερρα μου να κατεβη απο το αμαξι.Καθως τα ποδια του ηταν μισοπαραλυτικα,κοπιασε πολυ ν'ανεβη τα δυο σκαλοπατια του καινουργιου σπιτιου.Δε μπορουσε να καταλαβη κανεις αν ηταν λυπημενος η πονουσε.Τον καθισαμε επανω σε μια καρεκλα και τον ανεβασαμε τη σκαλα.Ποιος ξερει ποτε θα ξαναβγαινε παλι απο τη στενη,χαμηλη πορτα ο καημενος ο πατερας...


Εγω ξαναγυρισα παλι στο σπιτι μας να φροντισω για τη μετακομιση των αλλων επιπλων.Τα παλια μας επιπλα βγαινανε με κοπο απο μτη θεση τους.Τοσα χρονια ακινητα και ησυχα,τα βαρια επιπλα,ειχαν κολλησει επανω στα σανιδια του πατωματος,σα να ειχαν γινει ενα πραμα με το σπιτι.Νομιζε κανενας πως δεν ηθελαν να ξεκολλησουν.Καθως τα ταρβουσαν και τα σερνανε βαναυσα οι χαμαληδες,τριζανε και βογγουσανε πονετικα.

Σιγα σιγα ,με κοπο πολυ,τα ξεκολλησαν οι βασταζοι και τα κατεβαζαν απο τη μεγαλη μαρμαρενια σκαλα.Ενα ενα κατεβαιναν τα βαρια επιπλα΄΄η βιβλιοθηκη του πατερα μου,με τ'αδειανα τα ραφια της,που εκρυβαν τα μεγαλα χρυσα βιβλια,με τις ωραιες ζωγραφιες,που μου αρεσε τοσο να τα φυλλομετρω,πριν μαθω ακομα το αλφαβητο,το μεγαλο τραπεζι της τραπεζαριας μας με κρεμασμενα τα φυλλα του,σαν φτερα μεγαλου πεθαμενου πουλιου,οι παλιοι βενετσιανικοι καθρεφτες,που καθρεφτιζαν τωρα τα προστυχα,ιδρωμενα προσωπα των βασταζων,τα παλια καδρα,ελαιογραφιες παλιων συγγενων,με παραξενα ρουχα και λυπημενα προσωπα,και ,στο τελος,το σιδερενιο χρηματοκιβωτιο του πατερα μου,βαρυ ακομα και δυσκολοκινητο,συνοδευμενο απο ενα προστυχο ανθρωπο,που το ειχε αγορασει για να το ξαναγεμιση,γιατι εμας δε μας χρησιμευε πια,στο καινουργιο μας σπιτι.

Σε λιγο αδειασε το σπιτι.Που και που,στις γωνιες των δωματιων,ηταν ακομη ριγμενα παλιοχαρτα και σκουπιδια,κομματια απο εφημεριδες,φακελοι απο γραμματα,ενα σωρο περιττα μικροπραματα,ολα γνωριμα μου,ως το μικροτερο κουρελι.Τα μαζεψα ολα με ευλαβεια και τα πεταξα εξω απο το παραθυρο.Ο ανεμος τα πηρε και τα σκορπισε και τα στριφογυρισε ,ως που χαθηκαν απο μπροστα μου.

Τα δωματια ηταν αδεια τωρα και ερημα,Εκαμα ενα γυρο μεσα στην ερημια τους και τα βηματα μου αντηχουσαν μεσα στο αδειο διαστημα μ'εναν ηχο ενοχλητικο που με πειραζε.Μου ηρθε να σφυριξω κι εγω δεν ξερω γιατι.Σφυριξα εναν παλιο σκοπο.Ηταν ο αγαπημενος σκοπος της Ολγας,με τη λευκη κεντημενη ποδια,που επαιζα μαζι της οταν ημουν εφτα χρονων.Ο σκοπος αυτος μου ερχοταν στα χειλη παντα,σε κατι τετοιες παραξενες στιγμες σαν αυτη.Το σφυριγμα μου αντηχησε μεσα στα γυμνα δωματια,με μια ευθυμια μοναδικη,που μου θυμιζε μια παλια εποχη,τον καιρο που οι εργατες,επανω στις ψηλες σκαλωσιες τραβουσαν τις τελευταιες πινελιες επανω στα ταβανια του ιδιου σπιτιου και σφυριζαν ευθυμους σκοπους μεσα στο νεοχτιστο σπιτι.Ετσι και τοτε αντηχουσε το σφυριγμα τους μεσα στο αδειο διαστημα,που ο πατερας μου κι εγω καμαρωναμε τα ωραια σχεδια επανω στους νεοχρωματισμενους τοιχους.

Επειτα εκαμα ενα γυρο ακομη,σταθηκα στα ορθανοιχτα παραθυρα ,κοιταξα το περιβολι μας καταπρασινο κι ανθισμενο,μεσα στο δροσερο φως ,απο την κρεβατοκαμαρ της μητερας μου,κια το πελαγος απλωμενο,ησυχο κι ακινητο,με χρυσα σπιθηροβοληματα,κατω απο το παραθυρο το δικο μου.Μου ηρθε παλι να καθισω κοντα στο παραθυρο που περνουσα ωρες ολοκληρες ,σα χαζος την ωρα που με στελνανε να διαβασω.Τι ειχε να κανη σα δε θα ηξερα αυριο το μαθημα μου?Δεν ηταν η πρωτη φορα!Δυο λευκα πανακια χανονταν στο πελαγος μακρια,σβηνανε σιγα μεσα στα τελευταια συννεφα του οριζοντα.Εκαμα να παρω την καρεκλα.Δεν ευρηκα τιποτα τργυρω μου απο τους τεσσερις τοιχους.Η ερημια αυτη με τρομαξε.Εφυγα ,βιαστικα ,με την ιδεα να μη ξανα γυρισω πισω.Πως ηθελα να ημουν μαζι με τα λευκα πανακια που φευγανε στην ακρη του πελαγου!


Απο τον καιρο εκεινο δεν ξαναγυρισα.Αποφευγα μαλιστα να περασω απο τον παλιο μου δρομο.Συχνα βρεθηκα σε αναγκη να το καμω ],μα παντα αλλαζα δρομο,εκανα εναν αλλο γυρο και τραβουσα στη δουλεια μου.Οχι ετσι,μονο και μονο γιατι μου 'κανε λυπη να ξαναβλεπω το σπιτι ,που δεν ητανε πια δικο μας.Απ'εναντιας η λυπη αυτη μου 'κανε κατα βαθος μαι ευχαριστηση και πολλες φορες,οταν απο μακρια ξεχωριζα τις δυο κορφες των κυπαρισσιων,πισω απο τους μαντροτοιχους και τα χαμηλοσπιτα,μου αρεσε να ρεχω και να τα κοιταζω σαν παλιους γνωριμους.Μα δεν ξερω,ενα περιστατικο μ'εκανε να κρυωσω με το παλιο μας σπιτι και ν'αποφευγω περισσοτερο να τ'αντικρυζω.

Μια φορα,που καθως περνουσα ξενοιασμενος απο κατω,κατι με ξαφνιασε.Ενα τραγουδι δυνατο,αγριο και προστυχο,συνοδευμενο απο παραχορδα οργανα,μου χτυπησε στ'αυτια.Γυρισα και ειδα τα παραθυρα του φωτισμενα,ανοιχτα περα περα,με μια βανααυση χαρα.Το τραγουδι εβγαινε απο κει μεσα κι εξακολουθουσε δυνατο,με αραδιασμενα απανω σ'ενα επιπλο,διαφορα γυαλικα κι ασημικα.Ηταν στον ιδιο τοιχο που ακουμπουσε αλλοτε η βιβλιοθηκη του πατερα μου,με τα σοβαρα,χοντρα βιβλια.Και το τραγουδι εξακολουθουσε ολοενα δυνατοτερο,ολοενα βραχνοτερο.

Απο τη στιγμη εκεινη το σπιτι μας μου ειχε γινει ξενο.Μια αηδια μαλιστα ειχε γεννηθη βαθια μεσα μου.Τα βαναυσα τραγουδια και οι χαρες του ταιριαζαν τοσο λιγο,που για μια στιγμη δεν ηξερα αν πρεπει να σιχαθω η να λυπηθω.Θαρρουσα πως κι αυτο,βαθια μεσα στα θεμελια του,επασχε απο την νευθυμια αυτη.Ηταν ενα σπιτι μελαγχολικο και λυπημενο απο τα νιατα του.Η χαρα ποτε δεναντηχησε μεσα του με βιολια και με τραγουδια.Ηταν και οι χαρες του σιγαλες και μετρημενες σαν τις λυπες του.Μια ησυχη μελαγχολια το σκεπαζε παντα,κι ενας πονος κτυφος κατοικουσε κατω απο την στεγη του.Ο πατερας μου μπηκε αρρωστος και βασανισμενος εκει μεσα,απο την πρωτη μερα καρφωμενος σε μια πολυθρονα.Η μητερα μου νοσοκομα στο πλαι του,πιστη και αφοσιωμενη.Κι εγω.οταν δεν κοιταζα τη θαλασσα και τα λευκα πανακια απο το παραθυρο μου,καθισμενος διπλα του,να του διαβαζω απο τα μεγαλα παλαικα βιβλια της βιβλιοθηκης του,που δεν τα καταλαβαινα,μα τ'αγαπουσα.Και η υπηρετρια μας,μια γρια,χαροκαμενη,φορτωμενη λυπες,με τα ματια παντα κοκκινα απο τα πολλα κλαματα,που ειχαν στερεψει τωρα.Κια ολοι περπατουσαμε σιγα και διακριτικα μεσα σ'αυτο το σπιτι.Ως και τα πουλια μεσα στα κλαδια των ακακιων και της γαζιας μας,τραγουδουσαν κι αυτα με σβησμενες φωνουλες.Και ομως ηταν μια ωραια και ευγενικια θλιψη του σπιτιου αυτου.Δεν εμοιαζε μ ετις λυπες τις ασχημες,που σε πιανουν απο το λαιμο,μεσα στ'ακαθαρτα κατωγεια,μεσα στη σκια και στην υγρασια.Το φως εμπαινε αφθονο και ωραιο απο τα μεγαλα παραθυρα,ο λαμπρος ηλιος αγκαλιαζε προσωπα και πραματα,ο μπατης βαλσαμωνε με τις πελαγισιες μυρωδιες τη μελαγχολια μας και η ευωδιασμενη ανπνοη του κηπου μας εκανε παντα συντροφια.Ως και τα παλια ,θλιβερα προσωπα απανω στους τοιχους,φαινονταν σα να ηθελαν να ξαναζησουν κι αυτα σε μια νεα ζωη,μαζι μας.Ω! χωρις αλλο τωρα,με τη νεα του ζωη,και την καινουργια του χαρα, το δυστυχισμενο σπιτι θα ενοιωθε μια βαθια λυπη και μια παραξενη αποστροφη μεσα στα θεμελια του.Το λυπηθηκα απο μεσα απο την καρδια μου κι εφυγα μακρια και δεν θελησα να ξαναπερασω πια σιμα του.


Και ομως πως μου'τυχε να ξανγυρισω εκεινη τη βραδια κι εγω δεν το καταλαβαινω.Οσοι ακουσαν το παθημα μου,ενα αστειο παθημα,γελουν ακομη με την αφηρημαδα μου.Γελω κι εγω με τα χειλια μου.Μονο με τα χειλια μου.

Εχουν περασει τεσσερεις μηνες απο τον καιρο που αφησα για παντα το παλιο μας σπιτι.Στο καινουργιο σπιτι ειχαμε φερει μαζι μας τη μελαγχολια μας.χωρις τα πελαγισια δροσερα βαλσαμα του μπατη.χωρις τις ευωδιες των ακακιων και της γαζιας μας.Ο πατερας μου δεν μπορουσε να βασταξη την καινουργια ζωη.Τωρα καταλαβαινω πως η ομορφια τον κρατουσε στον κοσμο.Η σκοτεινη λυπη του νεου σπιτιου τον επνιξε.Κια μια μερα περασε παλι για τελευταια φορα,κατω απο τη στενη,χαμηλη θυρα.Και το προσωπο του ηταν πιο χαρουμενο και πιο ηρεμο,τωρα που εφευγε,απο την ημερα που ερχοτανε.

Τεσσερις μηνες,ναι,σωστοι τεσσερις μηνες ειχαν περασει απο τον καιρο που αφησαμε το παλιο μας σπιτι.Ενα βραδυ γυριζα να κοιμηθω με μια παραξενη ευθυμια.Ο νους μου ετρεχε στα πιο ευθυμα πραγματα της ζωης.Και τα ποδια μου μ'εφερναν αλαφρα χωρις να καταλαβαινω που πηγαινω.Εφτασα στην πορτα του παλιου μας σπιτιου και χτυπησα το κουδουνι.Ο ηχος μου ηταν γνωστος και ευχαριστος.Δυο χτυπηματα σαν παντα.Και περιμενα να μου ανοιξουν.Μια αλαφρα ευωδια απο τα νυχτολουλουδα με χαιρετουσε απο τα βαθη του κηπου.Αξαφνα ανοιγει ενα παραθυρο

Ο κροτος του νου φανηκε πως με ξυπνησε απο ενα ωραιο ονειρο σε μιαν ασχημη ζωη.Ειχα καταλαβει πια την πλανη μου.Στο σπιτι μας δεν ανοιγαν ποτε ετσι τα παραθυρα αν χτυπουσε η πορτα.Μα δεν ηταν πια καιρος να χαθω σαν κλεφτης.Εμεινα ωστοσο καρφωμενος εκει μπροστα στην ξενη πορτα.Μια φωνη αγρια μου χτυπησε στ'αυτια.

___Ποιος ειναι?

__Εμεινα βουβος.

Δευτερη φωνη,αγριοτερη.

__Ποιος ειναι?

Εδω καθεται,σας παρακαλω.ο κυριος...?

Και ειπα με ντροπη το οικογενειακο μας ονομα,κρυβοντας το προσωπο μου στη σκια.

Το παρθυρο εκλεισε βιαστικα,με λιγα μασημενα λογια,που δεν τα καταλαβα.Τολαθος ηταν δικο μου.Ειχα χαλασει τον βαρυ υπνο ενος δυστυχισμενου ανθρωπου.

Τραβηξα το δρομο μου,με μια τρεμουλα στα γονατα,μακρια απο την ξενη πορτα.Στο χαμηλο ταρατσακι,διπλα στη μαντρα,ενα ταρατσακι που σκεπαζε τα δωματια του κηπουρου μας,ενα μαυρο κουλουριασμενο πραγμα,κοντα στη καπνοδοχο,μ'εκανε να σηκωσω τα ματια μου.Ηταν η χαιδεμενη μας γατα.Παντα στην ιδια θεση,κοντα στην καπνοδοχο.Αυτη μοναχα δεν θελησε να μας ακολουθηση.Εμεινε πιστη στο παλιο σπιτι.Καμια δυναμη δε μπορουσε να ξεκολληση το αδυνατο αυτο πλασμα,απο τη στεγη που γεννηθηκε.Και,δεν ξερω πως,το ασθενικο αυτο πλασμα μου γεννησε καποιο σεβασμο μ ετην δυναμη της αγαπης του.Εκαμα να την φωναξω,ν'ακουσω το παραπονετικο νιαουρισμα της,να της πω ακομα πως πεθανε ο καημενος ο πατερας..Μα ο ησυχος,ευτυχισμενος υπνος της,μου φανηκε σαν κατι ιερο.Κατω απο την ωραια αστροφεγγια.Την αφησα να κοιμηθη κουλουριασμενη απανω στο δωμα,διπλα στην καπνοδοχο.Εγω μαναχα επρεπε να φυγω μακρια απο το ξενο σπιτι.Και τραβηξα το δρομο μου,με βιαστικα βηματα,σαν κλεφτης._