Σκαλαθύρματα

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σκαλαθύρματα
Συγγραφέας: Εμμανουήλ Ροΐδης


Οι ηθολόγοι των Αθηνών ζητούσι παντί τρόπω να πείσωσι τον κόσμον, ότι παν απήχημα της εν Ευρώπη ανεξαρτήτου φιλοσοφίας ήθελεν είναι δηλητήριον θανατηφόρον δια την νεολαίαν μας, ως το πετροσέλινον δια τους ψιττακούς.

Τα κακά βιβλία εις τον αιώνα καθ’ ον ζώμεν ουδεμίαν έχουσι πλέον επιβλαβή επιρροήν. Έκαστος ημών τοσούτους ήδη κατεβρόχθισε φαρμακερούς τόμους, ώστε η ψυχή του κατήντησεν άτρωτος εις τα δηλητήρια, ως ο στόμαχος του Μιθριδάτου.

Οι σχολαστικοί μας ωνόμασαν, πιθανώς, το μανδύλιον ‘ρινόμακτρον’, διότι μόνον η μύτη των συγκινείται και τρέχει, τους δε οφθαλμούς ουδέποτε ησθάνθησαν την ανάγκη ν’ απομάξωσιν.

Την 8ην Νοεμβρίου 1869 περυρισκόμην εν θεωρείω εις την θορυβώδη εκείνην συνεδρίασιν της ημετέρας βουλής, καθ’ ην οι αντιπρόσωποι του ελληνικού έθνους συνεκρούοντο αντιμέτωποι ως οι τράγοι των αρχαίων αναγλύφων. Πάντες οι περί εμέ έλεγον ότι το τοιούτον θέαμα είναι απελπιστικόν. Αλλ’ εγώ δεν απηλπιζόμην, ενθυμούμενος ότι κραυγαί χηνών έσωσαν το Καπιτώλιον.

Πάντες ερωτώσι τίνα τα αίτια της καθεκάστην αυξανούσης θρασύτητος της ληστείας. Το κυριώτερον τούτων είναι, νομίζω, ότι οι μεν ένορκοι καταδικάζουσι τους ληστάς ν’ αποθάνωσι δια της λαιμητόμου, αι δε κατά καιρούς κυβερνήσεις καταδικάζουσιν αυτούς ν’ αποθάνωσιν εκ γήρατος.

Πριν λάβη τις ανά χείρας σατυρικήν εφημερίδα των Αθηνών, έπρεπε προηγουμένως να καταπίνη φρύνον τινα ή βάτραχον, ίνα βεβαιωθή ούτω ότι είναι εις κατάστασιν το παν να χωνεύση άνευ κινδύνου να πνιγή υπό της αηδίας.

Έκαστος τόπος έχει την πληγήν του· η Αγγλία την ομίχλην, η Αίγυπτος τας οφθαλμίας, η Ελβετία τους περιηγητάς και η Ελλάς την Μεγάλην Ιδέαν.

Εις τον προθάλαμον υπουργείου τινός απήντων πολλάκις τον Κ. Ω**, άνδρα εξηκοντούτη ζητούνται να διορισθή εις ενεργόν υπηρεσίαν. Ο αξιότιμος ούτος πρεσβύτης, χρηματίσας βουλευτής, νομάρχης, ταμίας και επί τινα χρόνον υπουργός, κατήντησεν, ως εκ της μακράν εις τα πολιτικά επιμιξίας, να ομοιάζη τας νήσσας, αίτινες δεν δύνανται να ζήσωσιν εκτός του βορβόρου.

Έκαστον έθνος έχει ζώον τι το οποίον θεωρεί ως ακάθαρτον. Οι Τούρκοι βδελύσσονται τους κύνας· οι Ιταλοί λέγουσιν: «Ο χοίρος μου, με συμπάθειο»· εν Ελλάδι δε ήκουσα πολλάκις χωρικούς λέγοντας: «Η γυναίκα μου, με συμπάθειο».

Η Αφροδίτη, ο κάλλιστος των αστέρων, ονομάζεται το πρωί Εωσφόρος, ίσως διότι αι γυναίκες, αι τόσον ωραίαι κατά την αρχήν χορού, γίνονται περί το πρωί εκ του καμάτου, του ιδρώτος, του καταρρέοντος ψιμυθίου και των καταπεσόντων βοστρύχων, άσχημοι ως ο διάβολος.

Παρά φυλή τινι της Αμερικής η γυνή καταδικάζεται εις θάνατον, οσάκις απιστήση εις τον σύζυγον ή τον εραστήν αυτής άνευ της αδείας του· αλλά την άδειαν ταύτην επ’ ουδεμιά προφάσει δύναται ο ανήρ ν’ αρνηθή εις την γυναίκα. Ο νόμος ούτος φαίνεταί μοι ορθός και δίκαιος. Το μόνον όπερ δικαιούται τις ν’ απαιτήση παρά γυναικός είναι η καλή πίστις εν τη απιστία.

Εις τους χορούς έλαβον πολλάκις αφορμήν να παρατηρήσω ότι η ομιλία των δεσποινών και δεσποινίδων ουδόλως διακρίνεται δια την ποικιλίαν· ομοιάζει την του Αιγυπτίου Μέμνονος, όστις μόνον καλημέρα και καληνύκτα ήξευρε να λέγη.

Εις τα συμπόσια βλέπομεν παν ό,τι ηδύ και τερπνόν φυλαττόμενον δια το τέλος, τα γλυκύσματα, τον καμπανίτην, τα ροδάκινα και τας προπόσεις· αλλ’ εις το συμπόσιον του βίου συμβαίνει το ανάπαλιν· η θεία πρόνοια παραθέτει ημίν ως επιδόρπιον παν ό,τι δύσπεπτον και αηδές, τας ρυτίδας, την ποδάγραν, την πλήξιν και την εγκατάλειψιν.

Άνθρωπος ανεξαρτήτου χαρακτήρος, μισών τους ληστάς, τους κηφήνας και την οχλοκρατίαν, πρέπει εν Ελλάδι να κάθηται σιωπηλός με την κεφαλήν νεύουσαν προς τα κάτω, ως τα εν τοις χαμηλοίς ναοίς της Αιγύπτου φυλαττόμενα είδωλα, άτινα, αν ανωρθούντο, ήθελον θραύσει ή την στέγην ή την κεφαλήν των.