γελᾷ καὶ κολακεύγει τον, ταῖς μούζαις τὸν ἀλείφει.
ἀμμʼ ὅταν ʼδῇ καὶ φύρασε τοῦ ἀνθρώπου τὸ σακκούλι, 360
ἡ πολιτική ἂν ἠμπόρεσεν διὰ φόλαν τὸν ἐπούλει.
ἑνὸς ἐπαίρνει πολιτικὴ κι ἀλλοῦ τὰ μεταδίδει,
ἕνα, σοῦ φαίνεται, κρατεῖ κʼ εἰς τοὺς πάντας τὸ δίδει.
― Θωρεῖς, υἱέ μου Φρατζησκὴ, τὰ κάμνουν ᾑ πουτάναις,
τὰ κάμνουν ᾑ πολιτικαῖς μὲ ταῖς πικραῖς των μάνναις· 365
πῶς δείχνουσιν καὶ ἀγαποῦν σὰν ἔνι μαθημέναις,
καὶ πῶς ἐπιβουλεύουνται, διατί ἒν ἐντροπιασμέναις.
Inde a versu 336 diversam prorsus sequitur recensionem
codex M, quam emendatam una cum variis lectionibus infra
apposui:
ἀφότις κλάψῃ ἡ πολιτικὴ, γελᾷ, παραδιαβάζει,
τεχνεύεται τὸν καῦχόν της νὰ τὸν ἀποδιαβάζῃ·
τὰ δάκρυα τῆς πολιτικῆς ὡς βρύση καταβαίνουν,
κι ὡσὰν πουλιὰ πετόμενα ἐγλήγορα διαβαίνουν.
κάτεχʼ, υἱέ μου Φρατζησκὴ, ἐδῶ κʼ εἰς ἄλλην χώραν 340
ὡς διὰ τοὺς νεοὺς ᾑ πολιτικαῖς ἔνεν μεγάλη ψώρα,
καὶ ὅποιος σμίγεται μʼ αὐταῖς, χρειὰ κάμνει νὰ ψωριάσῃ,
κι ἂν ἔχῃ πράγμαν τίποτες, ὅλον νὰ τὸ ʼξοδιάσῃ.
καὶ μερικοὶ ἰατρεύουνται καὶ περπατοῦν ʼς τὴν χώραν,
καὶ περπατοῦσιν ἄτυχα πάντα καθὴν ἡμέραν· 345
καὶ μερικοὶ λεπριάζουσιν καὶ μερικοὶ λωβιάζουν,
κι ἀφτὴν λωβάδα τὴν πολλὴν τὴν νεότην τως διαβάζουν.
τῆς πολιτικῆς ὁ φρόνιμος μὲ βιᾶς τῆς ἐγλυτόνει·
ἀμμʼ ὅταν εὕρῃ πελελὸν, τελείως τὸν σκοτόνει.
καὶ τὸ ἐγνώρισʼ, ἀπʼ ἐμὲν ἔχε παρηγορίαν, 350
ἐγνώρισε καὶ κράτει το, νἄχῃς πληροφορίαν.
δὲν ἔνε κάμμια ποτὲ ποῦ νἄχῃ (πάντα) πίστιν.
γύρεψʼ, ἂν εὕρῃς πούποτε, καὶ ʼδῇς καὶ θυμηθῇς την.
κʼ εἰς ἄλλην ἔγραψά σε (το), καὶ πάλιν νὰ σὲ γράψω,