Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/97

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––75––

ἐσὺ μὲ ξεφανέρωσες καὶ κόλλησέ με σοῦρα·
καὶ μόνον ἐντροπιάσθηκα, γιὰ σὲν καλὸν οὐκ εἶχα,
τόσον ἐκέρδησʼ ἀπὸ σὲν ὅσον νʼ ἀξίζῃ τρίχα. 305
κι ἀφʼ ὅτις ἐντροπιάσθηκα καὶ χάθην μετὰ σένα,
κάλλιον νᾆχα ʼξορισθῆν καὶ νᾆχα πᾶν ʼς τὰ ξένα.“
καὶ πάντα μὲ τὴν μάνιταν νὰ κλαῖ, νʼ ἀναστενάζῃ,
τὴν μοῖράν της νʼ ἀγανακτᾷ, τὴν τύχην νʼ ἀτιμάζῃ.
γελᾷ τον ἡ πολιτικὴ τὸν κόπελον τὸν νέον, 310
κι ἂν εὕρῃ γέρον πελελὸν, κάμνει τον κοῦρον νέον.
ὅταν σοῦ λέγῃ κούρβα, „ναί“, λέγει σε πάλιν „ὄχι“·
καὶ πιάνει σε ʼς τὰ δίκτυα της, σὰν ψάριν μὲ τʼ ἀπόχι.
ἡ πολιτικὴ ʼψηλὰ θωρεῖ καὶ χαμηλὰ ξαμόνει,
κι ὁπὤβρῃ τὸ πεδέξιον της, μετὰ χαρᾶς συμόνει. 315
πολλοὺς γελοῦν ᾑ πολιτικαῖς, ἀμμὲ πολλὰ γελοῦνται,
κι ὅσα καὶ ἂν ἦν μαστόρισσαις, πάλιν τὸν ἄνθον λοῦνται,
ἡ πολιτικὴ τοῦ καύχου της κάμνει μου τὸν τζητζούνια,
κʼ ἡ μάννα της μαλόνει του ὡς διὰ νὰ φέρνῃ ψούνια.
κι ὅταν ἰδῇ τὸν καῦχόν της κάθεται χολιασμένη, 320
ὡσὰν θλιμμένη κάθεται καὶ παραπονεμένη·
κι ὁ καῦχός της τὴν ἐρωτᾷ κʼ οὐδὲν ἀπηλογᾶται,
κʼ οὐδὲν τοῦ ἀποκρίνεται εἰς ὅ,τι τῆς δηγᾶται·
ἐξαπορεῖ καὶ λέγει της ὁ φίλος της „ ἦντά ʼχεις;
τὸ κεφαλάκιν σου πονεῖς, ἢ μετὰ μέναν τἄχεις;“ 325
κι ἀπηλογᾶται μάννα της μὲ τὴν πολλὴν μανίαν,
ὡσὰν μανδάτον θλιβερὸν ἀπὸ τὴν Ῥωμανίαν
„ἄφες την τὴν κακότυχον, μηδὲν τὴν δίδῃς κάψαν,
λέγω τὰ ψούνια τἄφερες ἐκεῖνα τὴν ἐβλάψαν.