χαροκοπᾷ ἡ πολιτικὴ, καὶ δίδει τὸ κορμίν της,
ἐξωπουλεῖ τὰ κάλλη της, καὶ χάνει τὴν τιμήν της·
ποτέ της ἡ πολιτικὴ εἰς ἕνʼ οὐδὲν ἱστέκει,
ἑνὸς σακκούλιν τάσσεται κι ἄλλοῦ γαϊτάνιν πλέκει.
τὸν ἕναν ἀποχαιρετᾷ κι ἄλλον περιλαμβάνει, 260
κι ὅποιος τὴν δώσῃ πλεότερα, ἐκεῖνος τὴν λαμβάνει·
τοῦ πρώτου καύχου ἡ πολιτικὴ παίρνει του ὅτι ʼμπορέσῃ,
καὶ τότε σὰν τὸν βαρεθῇ νὰ τὸν ταλαιπωρέσῃ,
ἀγανακτᾷ κι ἀφίνει τον καὶ κάμνει σὰν κατέχει,
ʼς τὴν αὐθεντειὰν θέλει νὰ πᾷ νὰ τὸν ἐκαταλέγχῃ. 265
κι ὁπὤδειχνε καὶ ʼγάπαν τον, κʼ εἶχε τὴν λιγομάραν,
ἐμπρὸς ʼς τὸν δούκα προσκυνᾷ μὲ τὴν πολλὴν τρομάραν,
καὶ λέγει τον „Αὐθέντη μου, ἐδυναστεύσασίν με,
νὰ μὲ δικαιώσῃς, διὰ τὸν θεὸν, ὅτι ἐντροπιάσασίν με.“
καὶ κλαῖ πολλὰ κι ἀγανακτᾷ τὸ καταφρόνεμάν της, 270
τὴν εὐγενείαν της πονεῖ, πῶς νἄβγῃ τʼ ὄνομάν της.
κι οὐδὲ γενεᾶς ἐντρέπεται νὰ πᾶν ἀποφουμίσῃ,
ὁποῦ ἔζην ἡ πολιτικὴ πάντα μὲ τὸ γαμήσει.
καὶ τἄλεγε πρωτῄτερα ὅλα νὰ τὰ ξεχάσῃ,
κι ἂν ἠμπορῇ τὸν καῦχόν της τέλεια νὰ τὸν χάσῃ, 275
ἡ πολιτικὴ ἂς ξεγδικαιωθῇ καὶ ἀπεκεῖ ἂς ʼποθάνῃ,
νὰ βλάψῃ καῦχον δὲν ψηφᾷ ʼς ὅσα κακὰ πανθάνει,
ῥοῦχα, δηνέρια, και φελλοὺς, καὶ ψούνια εἰς τʼ ἀρμάρι.
κι ὅταν εὕρῃ ἀκρόνεον κάμνει τον ἀφορμάρη.
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/95
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––73––