ὁ ζαριστὴς καθήμενος διὰ κέρδος ἔχει θάῤῥος,
καὶ κεῖνος ἀπὸ τὴν πτωχειὰν ἔχει μεγάλο βάρος·
τὸ κέρδος ὁποῦ ʼπεθυμᾷ οὐδὲν τὸ ʼπιτυχαίνει, 210
καὶ πάντοτε εἰς τὸν χαϊμὸν καθήμενος πτωχαίνει·
πιστεύει νᾆναι φρόνιμος καὶ κεῖνος ἒν βουβάλι,
τὸν νοῦν του καὶ τὸ πρᾶγμάν του ʼς τὰ ζάρια νὰ τὸ βάλῃ.
μὲ τʼ αὔριον, μὲ τὸ σήμερον θαῤῥεῖ γιὰ νὰ πλουτήσῃ,
σπήτια ἀπὸ τὰ ζάρια ποτὲ δὲν θέλει κτίσει, 215
ἄμμε ἂν ἔχῃ τίποτες πρᾶγμα νὰ τὸ πουλήσῃ,
τὸ σπήτιν του, τὸ ἔχειν του ὅλον νὰ τὸ ποντίσῃ.
εἶδες τὸ ψάριν πῶς ἁρπᾷ ʼς τὸ πέλαγος τὴν ψίχα,
ἀμμέ τʼ ὀπίσω ῥίκτουν το τʼ ἀγκίστριν μὲ τὴν τρίχα·
ἔτσι τὸ κάμνει ὁ ζαριστὴς ὅταν κερδέσῃ ὀλίγον, 220
ὕστερον παίρνει τράχουσα καὶ πόνον μὲ τὸ ῥῖγον.
ὅταν πιστεύῃ ὁ ζαριστὴς καὶ κάτσεν ἐντυμένος,
ἐγέρθηκεν ὁλόγυμνος καὶ παραπονεμένος·
εἰς τὸ παιγνίδιν του θαῤῥεῖ, ʼς τὸν ἄνεμον ἐλπίζει,
κʼ εἰς ταὔκαιρα κʼ εἰς τʼ ἄδηλα τὸ πρᾶγμάν του σκορπίζει, 225
καὶ ὥσπου χάνει ἄτυχος, πλεότερα πεισματόνει,
κι ἂν ἀμαχεύσῃ ῥοῦχά του, πλέον δὲν τὰ γλυτώνει.
ὁ ζαριστὴς ἐσμίγεται μὲ σύντροφον, μὲ φίλον,
καὶ νὰ κερδέσῃ ʼπεθυμᾷ καὶ δράσσει σὰν τὸν σκύλον.
εἰδωλολάτρης γίνεται τὰ ζάρια νὰ ἑορτάζῃ, 230
καὶ νʼ ἀτιμάζῃ τὸν Θεὸν, τὸν δαίμονα νὰ κράζῃ˙
κι ἂν ἔχῃ κύριν ἢ γονεὸν, ἐχάσε τὴν εὐχή του,
Σελίδα:Carmina Graece Medii Aevi, W. Wagner (1874).djvu/93
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
––71––